Αστέρης Ν. Μαυρουδής, “Η ατυχία”, Κέδρος, 2017
3Μαΐ
Η επιστροφή
Περίμενα να πάει πέντε. Τότε θα την επισκεπτόμουν. Τα ωράρια, βλέπεις. Καιρό τώρα το είχα στο μυαλό μου. Και χτες την είδα στον ύπνο μου. Με γιρλάντες λουλούδια στα μαλλιά. Ζωγραφιά η θλίψη στο πρόσωπο.
«Έλα, έλα, Γιώργο, σε χρειάζομαι».
Όλη αυτή τη φιλολογία, ότι από μένα κατάντησε έτσι, δεν την πίστευα.
Ήμουν στην Ελλάδα για το Πάσχα. Ήταν ευκαιρία να τη δω. Το ψυχιατρείο ήταν έξω απʼ την πόλη. Ξύπνησα με σφίξιμο στο στήθος, μα και τώρα δεν ήμουν καλά. Να σηκωθώ να φύγω; Με κρατάει η θλίψη της δεμένο. Την είχα δει στη φωτογραφία που μου έστειλε.
Δεν έπρεπε να ʼρθω. Τι με οδήγησε εδώ; Δυνάμεις μέσα μου; Το δίχτυ; Η μοίρα; Tι σχέση έχω εγώ μʼ αυτά; Να φύγω;
Ανήμπορος στέκομαι στην πόρτα.
«Έχετε κάτι, κύριε;» με ρώτησε η νοσοκόμα.
Ποιος ξέρει πόση ώρα στεκόμουν εκεί. Ούτε μπρος, ούτε πίσω. Αποφάσισα. Δεν ήμουν καλά, μα προχώρησα.
Ήταν εκεί. Κοιτούσε στο κενό.
«Ήρθες;» ψιθύρισε.
«Ναι», είπα.
Άρχισε να τραγουδάει:
«Εσείς, βουνά μου πράσινα, βουνά μου χιονισμένα,
κι εσείς, περιβολάκια μου, με τʼ άνθη στολισμένα,
μην είδατε τον αρνητή, τον ψεύτη της αγάπης,
που με φιλούσε κι έλεγε “Η αγάπη δεν ξεχνιέται”».
Δε γύρισε να με κοιτάξει.
«Ποιος είσαι;» μου είπε.
«Ο Γιώργος, κι ήρθα να σε δω», της είπα.
Θεέ μου, γιατί ήρθα. Κρακ έκανε η καρδιά μου.
«Άργησες», μου είπε. «Άργησες».
«Ναι, ναι, άργησα. Μα ήρθα».
Γύρισε. Με κοίταξε από τα πόδια ως το κεφάλι.
«Δεν είσαι εσύ. Τι κρίμα! Εγώ περίμενα το Γιωργή μου».
«Θά ʼρθει κι ο Γιωργής», της είπα. «Έχει δουλειά».
Τη βρήκα τη δικαιολογία.
«Εσύ πώς τα πας;»
«Γράφω», μου είπε. «Γράφω ποίηση.
Κάθε φορά που υπάρχει Ιθάκη, μετρώ τους χαμένους συντρόφους μου.
Ιθάκη, σε μισώ.
Αχ, ξεχασμένο μου πουλί, λαλίστατο αηδόνι,
βαριά μου σκίζεις την καρδιά και πίνω το αφιόνι.






