Ηλίας Κουρκούτας, “τα Φτερά 5,6,7,2”
3Ιου
Τα ήσυχα νερά
τα νυχτερινά πουλιά
συνοδεύουν τους άντρες
στο θάνατο,
πετάνε από πάνω τους
τσιμπάνε τις αναμνήσεις
που αυτοί κρεμάνε
στα δένδρα τις νύχτες,
πλαταγίζουν τα φτερά
στο πρόσωπο
μέχρι να σηκωθούν απʼ το κρεβάτι
να βγάλουν την πυτζάμα
την φανέλα
να τακτοποιήσουν
μέρες και αισθήματα
να χωρίσουν το σώμα απʼ τα εσώρουχα
το κρέας από την ψυχή
τα ορμητικά ποτάμια
είναι οι καλύτεροι φίλοι του άντρα,
όταν τους συνοδεύουν στο θάνατο,
οι άντρες ρίχνονται μέσα τους
σαν τα παιδιά στη θάλασσα,
παλεύουν με τα κύματα,
τα ρεύματα,
τις δίνες,
και σκέφτονται
χωρίς πικρία,
έτσι ήταν και στη ζωή,
παίζαμε με τις ρουφήχτρες
τις θανάσιμες ώρες
τις γιορτές των ψυχών,
τις πέντε αδελφές που έφυγαν
χωρίς να παντρευτούν,
την απουσία του πατέρα
την μάνα που δεν ξεχώριζε
το χώμα από τον ουρανό
ούτε τις πόλεις από τα κοιμητήρια
όταν ο Βοράς πλησιάζει
το Νότο
και η νύχτα ξαπλώνει
απελπισμένη δίπλα
οι άντρες βλέπουν
στα ποτάμια
μόνο ήσυχα νερά
ξεχασμένα αδέλφια
κι αγαπημένους φίλους







