Αλέξανδρος Αραμπατζής, “Δυσμένεια”
25Αυγ
1.-
Μέχρι κι οι χάντρες του κομπολογιού
Θέλουν να μετρούν το χρόνο μου σα να είναι λεπτοδείκτες
Ακόμη κι η λήθη στήθηκε πλάι μου σπαγκοραμμένη ταμίας
Να χτυπάει στην γέρικη και φασαριόζα ταμειομηχανή της
Αμέτρητες σειρές από ολοστρόγγυλα και θλιβερά μηδενικά
Ακόμη κι οι άπειρες αριθμοσειρές στις χαοτικές συνάψεις
Προσθέτουν κι αφαιρούν μισαλλοδοξία και πλεκτάνη
Όχι δεν θα περιμένω άλλο σ΄ αυτήν την αμετανόητη πόλη
Να ποδοπατιούνται οι αναμνήσεις μου σαν λιωμένα τσιγάρα
Θ΄ αναχωρήσω πολύ πρωί – κανονικός καμηλιέρης στην έρημο
Να βρω μια μισοκρυμμένη μα ζωντανή πόλη που να μου ταιριάζει
Μια πόλη που η μυστικοπάθειά της θα σβήσει οριστικά τα ίχνη μου
Από το απογραφικό δελτίο κάθε εχθρικής στατιστικής υπηρεσίας
2.-
Όταν απολεπίζεις το κενό από τα λέπια της ύπαρξης
Περίμενε το σώμα της μοναξιάς να φορτωθεί στους ώμους σου
Σαν ταξιδιωτικός σάκος γεμάτος βαριές άχρηστες πέτρες
Τον σάκο θα τον κουβαλήσεις μέχρι το φως της σελήνης
Εκεί ακριβώς όπου τα σωματίδια του φωτός αποσυντίθενται
Σε μυθική για τους αποκηρυγμένους έρωτες λυρική γεωγραφία
Και με την μυστική διακονία των υπερκαινοφανών σημάτων
Θα εξαγνίσεις στο βωμό της νύχτας το βαρύ ποινικό σου μητρώο







