Αναγνώσεις

Μαρία Κατσαμπέλα, “Ένα απόγευμα”

Εκεί που με έπαιρνε γλυκά ο ύπνος χτύπησε ξαφνικά το τηλέφωνο. Ήταν η κολλητή μου. «Τι λες, πάμε για καφέ;», μου είπε. «Βαριέμαι, άστο για άλλη φορά», της απάντησα και το έκλεισα. Όμως ο ύπνος μού έφυγε. Έτσι σηκώθηκα, ντύθηκα και βγήκα για μια βόλτα.
Περιπλανιόμουν στην πόλη και ξαφνικά εμφανίστηκαν σύννεφα στον ουρανό, που ήταν λες κι έπαιζαν κυνηγητό. Έπιασε βροχή. Εγώ ήμουν χωρίς ομπρέλα φυσικά, όταν ξεκίνησα είχε ήλιο. Τρέχοντας για να μην γίνω μούσκεμα, με την τσάντα στο κεφάλι να βρω κάπου να προφυλαχτώ, έπεσα πάνω σε έναν τύπο. Προσφέρθηκε να με βάλει κι εμένα κάτω απʼ την ομπρέλα του για να μην γίνω μούσκεμα. Φυσικά και δέχθηκα. Με κράτησε αγκαζέ για να χωρέσουμε και οι δύο.
Η ώρα ήταν πέντε το απόγευμα, ώρα για έναν απογευματινό καφέ. Μου το πρότεινε κι εγώ δεν αρνήθηκα. Στο καφέ τον κοίταξα καλύτερα και υποσχέθηκα να πω ένα ευχαριστώ στην κολλητή μου που με ξύπνησε. Μου συστήθηκε Παύλος. «Εγώ είμαι η Ελένη. Χάρηκα», του είπα. Ήταν ψηλός, με γένια λίγων ημερών και σωστές αναλογίες στο σώμα. Μου φάνηκε θεός. Χάθηκα στα μάτια του. Γαλανά σαν τη θάλασσα, με ταξίδευαν. Αρχίσαμε να μιλάμε κι απʼ το μυαλό μου περνούσαν διάφορες ανομολόγητες σκέψεις. Ήμουν μεγαλύτερή του αρκετά, αυτός γύρω στα σαράντα και εγώ πενηνταφεύγα. Δεν με ένοιαζε, κοιτούσα να αρπάξω τις στιγμές. «Ένα λαχείο μου έκατσε, έστω για καφέ, να το αφήσω να πάει χαμένο;» σκέφτηκα.
Τον είδα ότι με γλυκοκοίταζε. Ο καφές έγινε ποτό κι όχι ένα, αλλά πολλά. Πέρασε η ώρα, βράδιασε, παραλίγο να κλείσουμε οκτάωρο στο καφέ. Μου πρότεινε να περπατήσουμε. Δέχθηκα. Χαθήκαμε στα στενά της πόλης. Με πήγαινε αυτός κι εγώ ακολουθούσα. Ξαφνικά σταμάτησε μπροστά στην είσοδο μιας πολυκατοικίας. «Θες να ανέβουμε για ένα ποτό στο γραφείο μου;» ρώτησε με νόημα. Τόσες ώρες μαζί του και δεν είχα μάθει με τι ασχολείται. Πήραμε το ασανσέρ. Ήμουν περίεργη πλέον να δω τι δουλειά έκανε. Έξω από την πόρτα του γραφείου του έγραφε: Παύλος Λέκκας, Ψυχίατρος.

Διαβάστε περισσότερα