Στράτος Κιαπίδης, “Περσεφόνη (ποίημα σε 7 σονέτα)”
6Οκτ
I
Βουβή αμμουδιά ο χειμώνας• ζωγραφιά παγωμένη
στον χρόνο. Πού είναι οι παιδικές φωνές;
Μήπως τις πήρανε τα σύννεφα κι οι ανέμοι;
Αστέρια στις λάσπες, κοχύλια στεγνά… Πια,
μόνο οι Σειρήνες τραγουδούν και τα στοιχειά
κι είνʼ το τραγούδι τους γλυκό όπως τʼ αφιόνι.
Δεν ήρθε η ώρα σου ακόμα, Περσεφόνη• Κόρη,
που σου ʼλαχε του Άδη να μοιράζεσαι την κλίνη,
λίγες σταγόνες από ήλιο θα σου φέρω, φρέσκο αίμα,
λίγη μεσόγεια ραστώνη, λίγη αρμύρα απʼ τʼ αλάτι
της ζωής• κι όλα θα σου τα μαρτυρήσω: Ακόμα
οι άνθρωποι πονούνε, ακόμα οι πέτρες τραγουδούνε
τη σιωπή, ακόμʼ αδειάζει και γεμίζει η Σελήνη. Καλιά
εκεί που ʼσαι – η λήθη είναι προνόμιο των νεκρών.
II
Κανένα νέο απʼ τον απάνω κόσμο δεν σου φέρνω.
Μια μελωδία απʼ τʼ ανέσπερο σκοτάδι αναβλύζει,
σιγά υψώνει και διαχέεται στο φως• είναι αυτό
που όλα τα πλέκει με αόρατη κλωστή
και τα συνέχει, τα ενώνει – η μελωδία απʼ του Διαβόλου
το βιολί• που υπνωτίζει, παρασέρνει, θέλγει κι αναστατώνει
τις αισθήσεις κι όλα τα σέρνει σε χορό και παραμύθι.
Μες στα ερείπια της ψυχής μου περπατώ και μες στη σκόνη
ακούω να κρούουν οι καμπάνες τʼ ουρανού
με ήχο δριμύ όπως το δρέπανο θερίζει μες στʼ αλώνι.
Μα δεν ξυπνάνε οι νεκροί – αυτοί ʼναι η άοπλη,
αήττητη κι ανίκητη στρατιά• αόριστη κι αφηρημένη.
Όμως τα ξέρεις όλʼ αυτά – κανένα νέο
απʼ τον απάνω κόσμο δεν σου φέρνω.







