Θεοδόσης Κοντάκης, “Μέρες & Νύχτες του Οδυσσέα”, Κέδρος, 2017
8Ιαν
Από τη σκοτεινή χώρα
Καλό είναι να ʼρχεται Κυριακή ο ξένος, πρωί
όταν οι δρόμοι είναι άδειοι στο στενό τόπο· κι η βροχή
βοηθάει, μα μόνο η μυρωδιά της μένει καθώς φτάνει
στις παρυφές – κι ένα μάτι να παρατηρεί: στο βάθος
απʼ το χρωματιστό παράθυρο, μορφές τέσσερις
γύρω στο τραπέζι, χαμηλοθώρες, λουσμένες σε φως
χαμηλό, μυστηριώδες, και να! μια ακτίνα περνά διαγώνια
το φαλακρό κρανίο, τα λευκά μαλλιά, χαϊδεύει την πλάτη-
κι απʼ έξω το μάτι, μια δεξιά στο παράθυρο μια αριστερά
στον τοίχο του κοιμητηρίου· πουλιά κατεβαίνουν
στα μνήματα των κοινωνημένων, ευλαβικά αποθέτουν μικροσκοπικούς σπόρους: τα ʼχε ξαναδεί
όταν στα μισάνοιχτα μπαίνανε παράθυρα
των νοσοκομείων, τα ιερά δωμάτια των ετοιμοθανάτων –
και τώρα, τα πόδια κολλημένα στη γη, ακριβώς ανάμεσα
στο τραγούδι και στη σιωπή· όλα τόσο μακρινά
γιατί και κείνος είναι περαστικός, ένας αόρατος: ο σκύλος
μόνος πλησιάζει, βλέμμα βαθύ – κάποιος τον είχε κλοτσήσει,
θέλησε κι αυτός να μπει μέσα· του ανθρώπου το βλέμμα
πάει ψηλά – φρίκη: το ρολόι χωρίς τους δείχτες·
ζούσε άραγε; να χτύπαγε έστω την καμπάνα – αλλά τώρα
σιγά σιγά βγαίνουν κάτι γριούλες, ψωμί και σταφύλι
τα δώρα τους λάμπουν στο ζαρωμένο χέρι
τροφές αγνές της γης: σύντομα, λέει, και κείνες θα λάμπουν,
όμως υπάρχει εδώ κάτω και μια άλλη ζωή, καρδιά ζεστή
πάλλεται κι αυτή, μα είναι ταγμένη στο τυφλό και κρύο χώμα.






