Αναγνώσεις

Ισμαήλ Κανταρέ, “Αγαπά η ανθρωπότητα τη λογοτεχνία;” (Μετάφραση από τα Αλβανικά: Σοφία Σάζο)

Ομιλία σε διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε σε ένα παγκόσμιο φόρουμ για τη λογοτεχνία στο Μόναχο, στις 22 Μαρτίου του 1992.

Αγαπά ο κόσμος τη λογοτεχνία; Πιθανόν να μην είχαμε το δικαίωμα να θέσουμε αυτό το ερώτημα, που παραπέμπει στους φτηνούς διασκεδαστές της τηλεόρασης, όταν προσπαθούν να ξαναζωντανέψουν μια στείρα συζήτηση, λες και, εν τω μεταξύ, δεν είχε τεθεί το ερώτημα εδώ και χιλιάδες χρόνια. Είναι γνωστό ότι έχουν υπάρξει δύο αντίθετες μεταξύ τους -αλλά και ενάντιες στη λογοτεχνία- τάσεις.
Η λογοτεχνία, επομένως, γεννήθηκε μαζί με μια απάρνηση, με ένα εμπόδιο. Παρόλο που εκ πρώτης όψεως φαίνεται παράταιρο, αν συλλογιστούμε λίγο, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η άρνηση ταιριάζει στη λογοτεχνία, και μάλιστα με έναν τρόπο τελείως φυσικό. Άρνηση και λογοτεχνία είναι φτιαγμένες από το ίδιο υλικό. Εν ολίγοις, η λογοτεχνία φαίνεται να καθοδηγείται περισσότερο από το διάβολο παρά από τους αγγέλους.
Ας δούμε τα πράγματα πιο απλά. Στη λογοτεχνία, δηλαδή στα πρώτα προφορικά ποιήματα, το θέμα συνήθως είναι η επιστροφή από κάποιο μακρινό ταξίδι, στα πέρατα του κόσμου, της ερημιάς ή του θανάτου.
Οι πρώτοι οδοιπόροι που επιστρέφουν από μακρινά ταξίδια, ήταν ουσιαστικά και οι πρώτοι συγγραφείς. Επιστρέφοντας στον τόπο τους, κατά τη διάρκεια του μοναχικού ταξιδιού, περιεργαζόντουσαν τα γεγονότα, ώστε κατά την εξιστόρησή τους να προκαλούν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ενδιαφέρον στους ακροατές. Έτσι, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού διαμόρφωναν τους διαλόγους, ζωντάνευαν τα γεγονότα αναδεικνύοντας κάποια και αποσιωπώντας κάποια άλλα και έκαναν πιο ζωηρά τα χρώματα.
Όμως, παρόλο που οι οδοιπόροι μετέφεραν τα γεγονότα, οι ήρωές τους ήταν πολύ μακριά. Αυτοί συνήθως έλειπαν, ήταν μονίμως πέρα, πέρα από τα σύνορα της χώρας και συνήθως πέρα από τη ζωή, δηλαδή νεκροί.

Διαβάστε περισσότερα