Κώστας Νταής, “Μικρό Βιογραφικό”
4Φεβ

Φοιτητες τις Σχολης Καλών Τεχνων Τηνου, 1971 – Κ,Νταης αυτος με τα γυαλια,,,
Λάρισα. Το 1960 ήμουν έξι ετών, με ένα χαρτονάκι και με μισό μολυβάκι στο χέρι ζωγράφιζα τα κορίτσια της γειτονιάς την ώρα που κεντούσαν, όταν χτενίζονταν ή όταν με σταυρωμένα χέρια καθόταν στα πεζούλια των σπιτιών. «Μπράβο Κωστάκη, τι θα γίνεις ζωγράφος;». «Ναι, ζωγράφος», τους έλεγα σοβαρός. «Θα πεθάνει στην ψάθα», λέγαν οι άντρες και όντως έτσι ήταν, τότε και τώρα.
Στο ένατο δημοτικό σχολειό δεν άνοιγα ποτέ βιβλίο και όταν το άνοιγα ζωγράφιζα στα περιθώρια των σελίδων αεροπλανάκια, περικεφαλαίες και μασίστες. Από την πρώτη δημοτικού ήμασταν τρεις φίλοι κολλητοί που ζωγραφίζαμε καλύτερα από όλους, ο Αντώνης, ο Γιώργος και εγώ. Ο Αντώνης μπάρκαρε μηχανικός στα γκαζάδικα, ο Γιώργος καπετάνιος στο εμπορικό ναυτικό και εγώ συνέχισα να ζωγραφίζω και να σμιλεύω τα μάρμαρα. Στη δευτέρα δημοτικού ζωγράφισα ένα γάιδαρο και ο δάσκαλος με επαίνεσε πολύ και το έδειξε στους δασκάλους και στα παιδιά. Πήραν τα μυαλά μου αέρα ότι ζωγραφίζω ωραία και ονειρευόμουν να το μάθουν όλοι στη γειτονιά μας και κάποτε ίσως όλη η συνοικία -δηλαδή η Φιλιππούπολη-, μέχρι εκεί έφτανε η φιλοδοξία μου.
Στο σχολείο συνέχισα να μην ανοίγω βιβλίο, μου βάζανε χαριστικώς εξάρια να περνώ τις τάξεις, κανονικά ήμουν για πεντάρια. Ζωγράφιζα συνέχεια και παντού, η μάνα μου τα έβρισκε και τα έκαιγε, μου έριχνε και ξύλο γιατί δεν διάβαζα παρά μόνο ζωγράφιζα. Ο πατέρας, πιο καλλιεργημένος, δεν μου έλεγε τίποτα.
Όταν μεγάλωσα λίγο μάζευα πενηνταράκια και δεκάρες, έκλεβα και κανένα φράγκο από τη μάνα μου αλλά το καταλάβαινε γιατί δεν είχε και πολλά και πάλι τις έτρωγα κανονικά. Όταν γινόντουσαν τέσσερις δραχμές πήγαινα Κυριακή πρωί στο Σινέ Παλλάς και έβλεπα τρεις ʽʼΜίκη Μάουςʼʼ και μια ταινία, πότε Ταρζάν, ποτέ καουμπόικο ή τον Μασίστα.






