Η Κρίση της Ποίησης

Γιώργος Σαράτσης, «Τέναγος», εκδ. Τηλέγραφος, 2024 (γράφει ο Λάμπρος Αναγνωστόπουλος)

Η συλλογή «Τέναγος» του Γιώργου Σαράτση αποτελεί ένα ποιητικό ταξίδι μέσα στη φύση, στο σώμα και στην ανθρώπινη ύπαρξη. Είναι χωρισμένη σε πέντε ενότητες, επί της ουσίας όμως μοιάζει να είναι μία. Οι εικόνες του προέρχονται από τα βουνά, τα δάση, τα ρέματα αλλά λειτουργούν συχνά ως καθρέφτες εσωτερικών καταστάσεων. Στον πυρήνα της συλλογής βρίσκεται και η σχέση του με τον τόπο και το τοπίο. Όχι απλώς μία γεωγραφία της Μακεδονίας, της Πίνδου, του Ολύμπου, της Ελασσόνας βεβαίως –τόπου καταγωγής του– αλλά συνολικά της ελληνικής υπαίθρου. Ένας τόπος που είναι η μήτρα, αλλά γίνεται τραύμα και καταφύγιο μαζί. Η φύση πότε χειμερινή, πότε άγονη, αλλά και καλοκαιρινή και πυκνόφυτη, μετουσιώνεται συχνά σε ψυχικό τοπίο.

Ο Σαράτσης ακούει τον κόσμο με έναν διαφορετικό τρόπο: «Δεν ακούω, βλέπω», λέει, δηλώνοντας ότι η εμπειρία ζωής γίνεται αυτόματα οπτική και βαθιά εσωτερική. Γράφει: «Η ύπαιθρος / ανθισμένο κενοτάφιο». Το φυσικό περιβάλλον γίνεται έτσι ένας τόπος όπου συναντιέται το παλιό με το σημερινό, το παρελθόν με το παρόν. Οι εικόνες βουνών, ρεμάτων, λίθων και εγκαταλελειμμένων οικισμών, φορτίζονται από μια πνευματικότητα σαν να πρόκειται για φορείς μνήμης, τεκμήρια ενός κόσμου που υπερβαίνει η ίδια του η σιωπή. Σημαντική είναι και η σχέση του με το σώμα: Ένα σώμα συχνά ευάλωτο, εξουθενωμένο, που όπως γράφει: δε γεμίζει, παρά μόνο αδειάζει. Πάνω σ’ αυτό το σώμα καταγράφονται φόβοι, απώλειες, οι μικρές καθημερινές ήττες του ανθρώπου, αλλά και η αντίσταση σ’ αυτές τις ήττες: «Η αγάπη έχει πάντα / τη θερμοκρασία του σώματος», γράφει.

Ένα άλλο ιδιαίτερο κομμάτι του βιβλίου αποτελούν ο χρόνος και η μνήμη. Ο Σαράτσης τα αντιμετωπίζει με σκληρότητα. «Ο χρόνος χάνεται / όπως σβήνει ένα χάδι», ενώ η ενηλικίωση βιώνεται ως κάτι ιδιαίτερο: «Ντρέπομαι που ενώ συνέβησαν όλα / παρέμενα ενήλικας / κι όχι παιδί». Ο χρόνος, λοιπόν, παρουσιάζεται από τη μια ως φθορά και από την άλλη ως πεδίο, όπου ο άνθρωπος μαθαίνει να συμφιλιώνεται με αυτό, αλλά και με την απουσία, το ανεπίστρεπτο. Στο «Τέναγος» το παρελθόν έχει ρίζα: «Είμαστε ό,τι πέρασε / αναπνέω και το τοπίο διαστέλλεται». Το ποίημα συχνά λειτουργεί σαν μία σκηνή, όπου το ελάχιστο γίνεται μεγάλο και το καθημερινό μεταμορφώνεται σε σύμβολο. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι το «Τέναγος» λειτουργεί ως μία ποιητική γεωγραφία της ανθρώπινης αδυναμίας. Μιλά για τον άνθρωπο που μικραίνει, για τον τόπο που δεν τον αφήνει ποτέ πραγματικά και για το βλέμμα που παλεύει να διατηρηθεί και δεν ανήκει σε κανέναν πια. «Να μείνει βλέμμα χωρίς άνθρωπο». Η ποίηση έτσι παίρνει τον ρόλο μιας άσκησης απλότητας, μιας ηθικής στάσης απέναντι στη σύγχρονη πραγματικότητα.

Διαβάστε περισσότερα