James Agee (1909-1955), “Νόξβιλ: Καλοκαίρι του 1915” (μετάφραση-σημειώσεις: Κώστας Μαντζάκος)
14Μαρ
Ήρθε εκείνη η ώρα η βραδινή
όταν οι άνθρωποι κάθονται στην αυλές,
λικνίζονται απαλά και μιλάνε απαλά
παρατηρώντας το δρόμο
και τα δέντρα που ορθώνονται ως το όριο
της γης που τους ανήκει,
τα κρεμαστά καταφύγια των πουλιών, τα υπόστεγα.
Οι άνθρωποι περνούν· τα πράγματα περνούν.
Ένα άλογο, σέρνοντας έν’ αμαξάκι.
Σπάζοντας πάνω στην άσφαλτο
την κούφια του μουσική, σαν από σίδερο.
Ένα θορυβώδες αμάξι· ένα ήσυχο αμάξι.
Κόσμος, δυό-δυό, δεν βιάζονται,
μαλώνουν, μοιράζουν το βάρος πότε δω -πότε κει
στο καλοκαιρινό τους σώμα,
μιλώντας χαλαρά,
επάνω τους αιωρείται η μυρωδιά απο βανίλλια,
φράουλα, χαρτόνι και κρέμα,
πάνω εικόνες: εραστές και καβαλάρηδες
κι ανάμεσα κλόουν σ’ άχρωμο κεχριμπάρι.
Ένα τραμ υψώνει το σιδερένιο μουγκρητό του·
σταματά·
κουδουνίζει και ξεκινάει μ’ αγκομαχητό·
υψώνοντας πάλι και πάλι
την αυξανόμενη σιδερένια του γκρίνια
και ρέουν τα χρυσά του παράθυρα και τα ψάθινα καθίσματα
κι είν’ παρελθόν και παρελθόν και παρελθόν,
η ζοφερή σπίθα που τρίζει και βρίζει από πάνω
σαν μικρό κακόηθες πνεύμα
βαλμένο ν’ ακολουθεί τις ράγες του·
Ο σιδερένιος του γόος αυξάνεται με την ταχύτητα·
κι όλο ανεβαίνει, σβήνει, ξεψυχάει, σταματά·
το οξύ καμπανάκι αργοσβήνει,
ηχεί πάλι, ακόμα πιο απόμακρο,
υψώνεται, υψώθηκε, αχνό, ξεχνιέται·
ξεχάστηκε.






