Ακαδημία Ποιείν

Zωή Δικταίου, «Φωτιές αφέντρες του κακού»

Είχε περπατήσει σ’ άτριφτες στράτες
του θυμαριού και του σπάρτου,
στα δάση,
μυρίζοντας ανθισμένη ρίγανη και βάτο,
έγνοια βαριά η ελευθερία,
τη ζύγιαζε
σαν κυλιόταν στο παχύ στρώμα της φτέρης
με τα μάτια γεμάτα χελιδόνια,
κι όταν κρυμμένος στις αφράτες καλαμιές
τρελός του πόθου,
δεν το φαντάστηκε, κορφολογώντας τη χαρά
πριν του βιτσίσει η λύπη τα λαγόνια.

Ήξερε πώς είναι,
να ψηλώνεις κι εσύ με τα βουνά στο φεγγαρόφωτο,
να ρίχνεις ρίζες, θεμέλια,
να αφήνεσαι στο πρωινό ξάφνιασμα του αγριμιού,
και στο κελάδημα των πουλιών,
να παραμονεύεις στο καταμεσήμερο
το φίδι στη σχισμή του βράχου,
την πασχαλίτσα στο μίσχο του λιναριού,
τα ελάφια στο ξέφωτο.
Ήξερε την πετροπέρδικα απ’ το τραγούδι,
το κιρκινέζι απ’ το φτερούγισμα,
ξεχώριζε
τις βερβερίτσες στις λεπτοκαρυές απ’ το ροκάνισμα.
Ήξερε πώς είναι,
να περπατάς στην κάψα και να μην καίγεσαι
κόντρα στο ρέμα της ποταμιάς
γυρεύοντας σαλαμάνδρες,
ήξερε πώς είναι να φιλεύεις μια σουσουράδα,
να μαυλίζεις την κίσσα,
να τ’ αγαπάς όλα,
όλα, για ν’ ανασαίνεις ελεύθερα.

Διαβάστε περισσότερα