Πάρις Αστέρη, “Αμαρυλλίς”
7Σεπ
Ι
Στη σοφίτα του Μπαρμπα-Γιώργη,
χορεύει η Αμαρυλλίς.
Κουνάει το κορμί της και τα χέρια της,
σα κίτρινη Σμυρνιά.
Μέχρι που το γραμμόφωνο ξεκουρδίστηκε.
Και δε παίζει μουσική πια.
Ετούτη η πόλις,
έκλεψε από την Αμαρυλλίς,
τη θεία της ευωδιά.
Τα αγόρια της γειτονιάς
περνούν κάτου απ’ το παραθύρι της
και αγναντεύουν τα μαλλιά της.
Ω, πως λαμπιρίζουν κάτου απ’το φεγγάρι.
Και το αηδόνι,
αχ- πως λαλεί.
Η μελωδία τα υπνωτίζει,
κολλώντας τα ματάκια πάνου της.
Αυτή η νύχτα,
χαράκτηκε έντονα-
χρυσά χρόνια της νεολής μου.
Εκείνο το χαμόγελο,
κοντοστεκόταν’ κοντά στο παράθυρο,
που η λατέρνα ακουγόταν’,
κι έπαιζε ο σκοπός ο ίδιος.
Ακόμα το θυμάμαι,
κι με πιάνουνε τα κλάματα.
Ετούτη η πόλις,
έκλεψε από την Αμαρυλλίς,
τα όμορφα στολίδια της.
Αφήστε ένα σχόλιο






