Ακαδημία Ποιείν

Σοφία Ελευθερίου, Ποιήματα

Η ΠΟΡΤΑ

Είν’ ένα διάφανο άνοιγμα σαν πόρτα, εκεί στα Τέμπη στην κοιλάδα που περνάει το τρένο της φυλής. Το σούρουπο παίρνει ένα χρώμα από χειμωνιάτικο λουλούδι. Μονάχα το φεγγάρι το διαβαίνει κάθε βράδυ. Από τους άλλους, όποιος το ‘κανε, πίσω δε γύρισε ποτέ να πει τι είδε. Γι’ αυτό και τη σφαλίζουνε την πόρτα οι κλειδούχοι, -μην τύχει και περάσει κάποιος από μέσα-είναι βεβήλωση για τη Σελήνη, το γνωρίζει πια καλά αυτό η φυλή.

*

Ήρθε όμως ένας παλαβός Φλεβάρης μ’ ένα μάτι γυάλινο, το κράταγε στο χέρι.
Ο Κρόνος ήταν τότε φύλαρχος και όρισε κλειδούχο έναν κουλό κι αφέθηκε η πόρτα ανοιχτή όλη τη νύχτα. Το τρένο όρμησε στο άνοιγμα σα λυσσασμένο και το φεγγάρι θύμωσε. Η πόρτα τότε έκλεισε και χάθηκαν τα πάντα. Όσοι την πέρασαν-από το τρένο-δε γύρισαν ποτέ να πουν τι είδαν.
Κάποιους τους έκανε μεμιάς δικούς της η κοιλάδα. Γίνανε κτήμα, αφομοίωμά της.

Όλοι τους όμως είναι ανάμεσα μας κάθε μέρα (γέμισε ο τόπος πεταλούδες).

Πετάνε γύρω μας σα θαλασσιές σκιές μέσα στο χρόνο.

Σαν κάτι να ζητάνε.

Διαβάστε περισσότερα