Δανεικά
Την παρακολουθώ, από το απέναντι πεζοδρόμιο, να ανηφορίζει την Αγορακρίτου. Γύρω στα ογδόντα, κοτσονάτη και περιποιημένη −μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση το μαλλί κομμωτηρίου−, εύσωμη και με ελαφρία, πλην όμως εμφανή, κύφωση. Φτάνοντας στο ύψος του Αγίου Παντελεήμονα (βηματίζει αρκετά πιο γρήγορα από εμένα που κινούμαι πάντα στην αντίπερα για εκείνη όχθη, αλλά πλέον στα 15 μέτρα πίσω της), στρέφεται προς το απέναντι πεζοδρόμιο, −ναι, το δικό μου− και λέει έξω φωνή,τη στιγμή που έχει βάλει πλώρηγια τα παρακείμενα τραπεζοκαθίσματα: «Διπλό καπουτσίνο, ντεκαφεΐνε, κρύο γάλα βρώμης, κανέλα». Παραλήπτης της παραγγελίας ο αιώνιος κύριος Σταμάτης, ιδιοκτήτης της καφετέριας, βαρύς και ασήκωτος, που κάθεται, ως συνήθως όταν δεν σερβίρει, στο τραπεζάκι του −δεν έχω δει ποτέ κανέναν άλλον να κάθεται εκεί μαζί του− κοντά στην πόρτα της πάντα θεοσκότεινης μέσα καφετέριας και χαζεύει το υπερπέραν. «Να βάλω και αφρόγαλα χαμηλών λιπαρών», της αντιγυρίζει τσαντισμένος, μέσα από τα δόντια του, αλλά η 80χρονημε την ελαφρία, πλην όμως εμφανή, κύφωση είναι σκληρό καρύδι (σίγουρα μη συνιστάμενο για τα προαναφερθέντα δόντια): «Α σήκω, ρε κοπρίτη, κι άσε τις γκρίνιες, ούτε δανεικά να σου ζητούσα», τον κατακεραυνώνει πριν πέσει, ξεθεωμένη αλλά αξιοπρεπής, στην πρώτη καρέκλα που βρίσκει ελεύθερη.
**
Ο καθρέφτης
Όταν ο Φάνης κάθισε για πρώτη φορά στη θέση του οδηγού,ήταν 67 χρονώνσυνταξιούχοςκαι, ταυτόχρονα, εφτάχρονο νήπιοπου του χάρισαν, μετά από μακράπροσμονή, το αγαπημένο του παιχνίδι. Το απωθημένο μιας ζωής γινόταν, έστω και με τόση καθυστέρηση (έχει σημασία ο χρόνος όταν εκπληρώνεται μια επιθυμία;), έστω και υπό επιτήρηση (από τον 30άρη δάσκαλο οδήγησης που τον κοιτούσε με σεβασμό, αλλά και απορία), επιτέλους πραγματικότητα.
Δεν μακροημέρευσε η σχέση του Φάνη με το βολάν. Μπορεί η επιθυμία να ήταν μεγάλη, όμως εξίσου μεγάλος ήταν ο φόβος του, όπως και η οικογενειακή υπονόμευση: «μα τι το θέλεις τώρα το αυτοκίνητο γέρος άνθρωπος» του κοπανούσε η γυναίκα του, «παίρνε ταξί, ρε άνθρωπε» του έλεγε ο κουνιάδος… Τρία μαθήματα πρόλαβε να κάνει όλα κι όλα.
Τον θυμάμαι να βγαίνει κάθιδρος από το πρώτο, με το χαμόγελο ζαβολιάρικου παιδιού ζωγραφισμένο στα χείλη. «Πώς πήγε;», έσπευσα να τον ρωτήσω. «Μ’ έφαγε με τον καθρέφτη, ρε αγόρι μου, όλο κοίτα πίσω και κοίτα πίσω… Ρε κάτσε καλά, του λέω, να μάθω να οδηγώ μπροστά, έχουμε καιρό για το πίσω, καημένε».
**
Η επόμενη μέρα
«Το δύσκολο είναι να μάθεις να αντέχεις το τίμημα του να είσαι περίπλοκη», της είπε, τη μέρα που έπαιρνε εξιτήριο από την κλινική, ο γιατρός της, μ’ ένα ελαφρύ, ανεπαίσθητο για το μη εκπαιδευμένο αφτί, γρέζι στη φωνή που, όμως, το δικό της, καλά εξασκημένο, το συνέλαβε αμέσως.
Είχαν περάσει τρεις μήνες παρά δύο μέρες από το απόγευμαεκείνοπου επεδίωξε να της συμβεί το κακό. Τώρα, στην αδιόρατη συγκίνηση του γιατρού και την ορατή των, σε λίγη ώρα, πρώην «συγκατοίκων», ψυχανεμίστηκε για πρώτη φορά πως αυτό που επί τόσα χρόνια τη στοίχειωνε, μπορεί, τελικά, να αποδεικνυόταν η δύναμή της.
**
Το τραπέζι της κουζίνας
Γεννήθηκε σε μια εποχή που το τραπέζι της κουζίνας ήταν,πρωί-μεσημέρι-βράδυ, το κέντρο (ή μήπως το επίκεντρο) του σπιτιού.Κανένα από τα οκτώμέλη της οικογένειας δεν απουσίαζε ποτέ και για κανέναν λόγο (πλην ασθενείας ή ταξιδιού) από το ιερό ραντεβού. Το τραπέζι είχε ιεραρχία, πειράγματα, σιωπές, κατσάδες, ανακοινώσεις, θόρυβο, ενίοτε καλεσμένους και καλεσμένες. Μετά την ολοκλήρωση του φαγητού, ακολουθούσε πάντα υποχρέωση: για σχολείο, το πρωί∙ για ησυχία, το μεσημέρι∙ για άμεση νυχτερινή κατάκλιση, το βράδυ.
Όσο μεγάλωνε, τόσο περισσότεροτον ενοχλούσε ο δεσπόζων ρόλος του τραπεζιού της κουζίνας: η υποχρεωτικότητά του, οι συζητήσεις, η πυραμίδα εξουσίας, ακόμα και το ίδιο το φαγητό. Στην εφηβεία, άρχισε να τρώει παρών-απών, διαβάζοντας εφημερίδα ή κάποιο περιοδικό (πράγμα που έκανε έξαλλο τον πατέρα του), αμέτοχος στις κουβέντες, επιτιμώντας τις μαγειρικές επιδόσεις της μητέρας του…
Κάποτε όλα αυτά τελείωσαν.Έφυγε από το σπίτι. Συνειδητά, όπου κι αν πήγε,δεν απόκτησε ποτέ του τραπέζι κουζίνας: έτρωγε στον καναπέ, στο γραφείο, έξω… Τις λίγες φορές που τραπέζωνε κόσμο το έκανε στο σαλόνι (παίρνοντας μια μικρή εκδίκηση για το άβατο των παιδικών σαλονιών).
Σε κάποιο συρτάρι φυλάει ακόμη, σαν σε αιώνια χειμερία νάρκη, το κεντητό τραπεζομάντηλο που του άφησε προίκα η μάνα του.









