Πηγή; Εικονογράφηση: ΤΙΤΙΝΑ ΧΑΛΜΑΤΖΗ, εφ. Η Καθημερινή
ΕΚΕΙ ΘΑ ΒΡΙΣΚΕΣΑΙ
Στον Τίτο Πατρίκιο
Στον πλούτο ενός ποταμού που χωριά προικίζει,
ενός βουνού που άστρων ασήμι φυλάει,
μιας λίμνης που θρύλους στην αγκαλιά της λικνίζει,
Στο δέος ενός δελφινιού που στην Ατλαντίδα αίφνης μπαίνει,
ενός πλοίου που απ’ τα Ιμαλάια κατεβαίνει,
ενός γρύλου που χαμένο παιδί νανουρίζει,
Στο κλέος ενός ύμνου που γεφύρια αιώνων στήνει,
ενός πινέλου που παρθένας κρίνο χαϊδεύει,
μιας πένας που γραφιά μα και λαουτιέρη τρέφει,
Στην τιμή ενός τοίχου που της Τζοκόντας την πλάτη φιλάει,
ενός κλειδιού που κλεισμένο σχολείο ανοίγει,
ενός ξύλου που εφαλτήριο για τ’ άστρα δίνει,
Στο φως ενός δέντρου που ξόβεργας κλαδί αποστρέφεται,
ενός κύματος που βράχο απόκρημνο ερωτεύεται,
μιας βροχής που φλεγόμενα δάση αναζητάει,
Στο ρίγος ενός έγκλειστου που με αποδημητικά πετάει,
ενός παράλυτου που στο πανηγύρι χορεύει,
ενός μουγγού που Σολωμό απαγγέλλει,
Στο θαύμα ενός τρελού που αλήθειες λέει,
ενός άκληρου που παιδιά σπέρνει,
ενός άσχημου που τον κόσμο ομορφαίνει,
Εκεί θα βρίσκεσαι πάντοτε,
εκεί θα ζεις, όπου και να πας,
γιε του θάρρους και της αλήθειας,
φύτρα μιας άλλης γενιάς.
****
ΨΥΧΟΜΕΤΡΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ
Στο πολύχρωμο μπλοκ των ποιημάτων μου
τη ζωή μου ανασκαλεύω.
Στις πράσινες σελίδες του
που ξύλο μυρίζουνε,
τον δεκάχρονο των χάρτινων ηρώων χαϊδεύω.
Στις γαλάζιες σελίδες
που δυόσμο και λιβάνι αποπνέουν,
τον αθώο εικοσάρη ξαναγγίζω.
Στις ροζ σελίδες
που άκαπνη επανάσταση μαρτυρούν,
τον αφελή τριαντάρη συντροφεύω.
Στις κίτρινες σελίδες
που πριονισμένη συμβίωση κρύβουν,
του πενηντάρη τα χλωμά πριονίδια ψηλαφώ.
Στις καφέ σελίδες
που φθινοπωρινούς περίπατους ξυπνάνε,
του εβδομηντάρη τα πεσμένα φύλλα μαζεύω.
Και ιδού, το λιμάνι της εξόδου προσεγγίζοντας,
λευκές σελίδες συναντώ,
ανέγγιχτες σαν παρθένες να περιμένουν.
Ποιας πένας την αλήθεια τώρα θα γευθούν;
Ποιου χρώματος το ρίγος τώρα θα φορέσουν;
**
Η ΩΡΑ ΤΩΝ ΗΦΑΙΣΤΕΙΩΝ
Τώρα αναβράζει το δισκίο της αποσύνθεσης
στο ποτήρι της ακρισίας.
Βαφών διαλυτικά στο ιστίο του μυαλού
λευκό στο μπλε της βαφής προσθέτουν,
το θαύμα κάνοντας πιο εύπεπτο,
τον μύθο πιο νερωμένο.
Εύθυμα δράματα αίφνης εμφανίζονται,
λυμένα αινίγματα γεννιούνται,
ηλίθιες ιδιοφυίες αναπαράγονται.
Κι η Αντιγόνη τον Πολυνείκη να καταριέται,
κι η Ανδρομάχη τον Έκτορα να λοιδορεί,
κι η Πηνελόπη τον Οδυσσέα να κερατώνει.
Δεν είναι πλανήτης τούτο ’δω το πράγμα που μας ρουφά,
δεν είν’ αστέρι που μας καίει˙
δεν είναι της Κίρκης το ραβδί,
δεν είν’ της Μέδουσας το μάτι.
Είναι το αίμα όλων των περιστεριών
που στην κοιλιά των ηφαιστείων κοχλάζει,
το σύνθημα προσμένοντας
για της εξόδου την ώρα.
**
ΜΟΥΝΤΙΑΛ
Όταν οι ομάδες στο γήπεδο μπαίνουνε
μέσα σε ύμνους, σημαίες και ιαχές,
εγώ τα πρόσωπα προσέχω των μικρών παιδιών
που ολόχαρα, καμαρωτά,
χέρι-χέρι με τους παίκτες βαδίζουνε.
Την έκδηλη περηφάνια του νεοσσού
που αίφνης στις παγκόσμιες αντένες φτερουγίζει,
την ανυπόκριτη χαρά του σκύμνου
που έξαφνα ανάμεσα σε λέοντες μπουσουλάει,
ευθύς διακρίνω.
Ό,τι όμως βαθύτερα με συγκινεί και με χαράσσει,
είναι αυτό το μειδίαμα σιγουριάς,
αυτό το βλέμμα ασφάλειας,
που απλόχερα τους μεταδίδει
ένα στάδιο τόσο βουερό, τόσο για νίκη διψασμένο
̶ μα και τόσο, τόσο ενωμένο.
**
ΔΥΟ ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ
Κατάματα με βλέπεις χωρίς να με κοιτάς
τσολιά – φρουρέ του Αγνώστου πεσόντος.
Άγνωστος εσύ, πλάι σ’ άγνωστο μεριμνάς,
μη σας συλήσουν ιερόσυλοι τη σιωπή,
μη σας κουρσέψουν αδιάκριτοι την ανωνυμία.
Κι αν τουρίστες με κάμερες,
κι αν ντόπιοι με κινητά,
στο σόου συγχρονισμού που στήνεις εστιάζουν,
εσύ κατάματα με βλέπεις χωρίς να με κοιτάς,
τη φάτσα μου μ’ ένα χαρτί αντικαθιστώντας.
Ένα χαρτί – γεφύρι για τ’ όνειρο,
ένα χαρτί ̶ χρυσόβουλλο σωστό,
με σφραγίδες και τζίφρες στολισμένο.
**
ΤΑ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΜΑΤΑ
Πάει, έκλεισε και «Του Κίτσου» το καφενείο,
ερήμωσε το καφέ-μπαρ του Πλατύ Γιαλού,
βουβάθηκε της Γέφυρας το κεντράκι.
Έμεινε μόνο η θάλασσα
αφρό τον αφρό τη μνήμη να γρατζουνά,
φλοίσβο τον φλοίσβο τ’ όνειρο να νανουρίζει.
Κι έμεινε ο χρυσός αφέντης τ’ ουρανού
φύτρα ζωής από ψηλά να μας κερνάει:
Σχοίνων βελόνες για τους γυμνούς,
σκεπής καλάμια για τους άστεγους,
σταχυών καλάθια για τους πεινασμένους.
**
ΟΙ ΔΥΟ ΦΑΚΟΙ
Με τον ευρυγώνιο του εγκεφάλου μου
του ανθρώπου την απλωσιά συλλαμβάνω.
Με τον συγκεντρωτικό της καρδιάς μου
σ’ ένα δάκρυ εστιάζω, και το ερευνώ.
**
ΜΑΥΡΟ ̶ ΑΣΠΡΟ
Μαύρη προσευχή
στο κρύο αμπάρι.
Άσπρο θυμίαμα
στα πόδια του Θεού.
ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΠΟΣΤΟΛΗ Γ. ΚΑΡΔΟΥΛΙΑ
Τόπος καταγωγήςː Κάλυμνος, έτος γέννησηςː 1951. Συνταξιούχος καθηγητής γαλλικών στη Μέση Εκπαίδευση. Εκπόνηση διδακτορικού στο ΕΚΠΑ με τίτλο «Οι μεταφράσεις των Illuminations του Rimbaud στην Ελλάδα (κριτική προσέγγιση)».(Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να το αναζητήσουν στο http://thesis.ekt.gr/13651). Ποιήματα και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχν









