Η αισθητική, ως δομημένος λόγος
Στην ποιητική συλλογή του Αχιλλέα Αναγνώστου, «Σκοτάδι με άρωμα celluloid», από τις Εκδόσεις Υψικάμινος, παρατηρούμε μία ιδιαίτερη αισθητική προσέγγιση, που επιχειρεί να χαρτογραφήσει τα όρια της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης μέσα από τις σκιές του κινηματογραφικού φιλμ και του αστικού περιβάλλοντος.Η συλλογή αποτελείται από 17 ποιήματα.
Είναι μια εποχή, μία περίοδος του κινηματογράφου, μεταξύ του 1915 έως το 1930, στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Είναι ένα σημείο εκκίνησης όπου κυριαρχούν ακόμα οι βουβές ταινίες και η ζωντανή μουσική εντός των κινηματογραφικών αιθουσών, όπου η ανθρώπινη ύπαρξη διεκδικεί την εσωτερική της αλήθεια, μέσα από τις αυταπάτες της φωτεινής οθόνης. Η συλλογή μεταφέρει τις μορφές, τα βλέμματα, τις σιωπές, τα γεγονότα που χάθηκαν πίσω από τα καρέ, αφήνοντας το ανεξίτηλο αποτύπωμά τους στη συλλογική και στην ατομική μνήμη. Ο ποιητής, μέσα από τη μελέτη της κινηματογραφικής ανατομίας της εποχής στη οποία αναφέρεται, και της ανθρώπινης συμπεριφοράς, προσφέρει μια βαθιά κατάθεση αισθητικής και υπαρξιακής αδημονίας.
Η συλλογή αποτελείται από μία σειρά δομημένων ποιητικών καταθέσεων, όπου κάθε ποίημα λειτουργεί ως ένα ξεχωριστό αισθητικό ή βιωματικό στιγμιότυπο. Ο Αχιλλέας Αναγνώστου, αξιοποιώντας τα εκφραστικά μέσα της εικονοποιίας, και τους κανόνες του δομημένου ρεαλισμού, μεταφέρει στον αναγνώστη γεγονότα και καταστάσεις που καθορίζουν την εσωτερική διαδρομή του ατόμου“Στο μέσον της πλατείας καθιστός/παρατηρώ από ώρα τους θεατές να θορυβούν./Ένας εδώ, ένας εκεί, όλο κάποιος κάτι λέει./«Οι βουβές είναι καλύτερες», σχολιάζει ο δίπλα”, σελίδα 7.
Στη σελίδα 14, “Υποψήφιοι Ενιαίου Μετώπου Εργατών-Αγροτών/έμπροσθεν της οθό̃νης./Περισσότεροι από̃ τριακόσιοι νοματαίοι ορθοί./ Απότομη παύση χαλαζόπτωσης./Η κατακλείδα του Μωύς ακούγεται τώρα καθαρά:/«Αμπάσιο λα μπουρζουαζία, αρίβα ιλ παρτίτο κομμουνίστα».”,γράφει ο ποιητής, μεταφέροντας παραστατικά τη μετάβαση από την εσωτερική παρατήρηση στη δημόσια δέσμευση. Η ποίησή του, μέσω του δρώντος υποκειμένου, μεταφέρει τον προβληματισμό που γεννά η ανάδειξη στιγμών, που συχνά διαφεύγουν από τη δημόσια προσοχή. Πρόκειται για μία διαδικασία γραφής που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ουσιαστική ταύτιση.
Ο λόγος του Αναγνώστου είναι πρωτοπρόσωπος και έντονα περιγραφικός. Αποφεύγει τον εύκολο συναισθηματισμό, τον οποίο όμως υπονοεί με τρόπο αφοπλιστικό. Εξαλείφει τις άμεσες λεκτικές δηλώσεις συναισθημάτων, αφήνοντας την εικόνα να μιλήσει από μόνη της,”Παρακολουθώ το δεύτερο μέρος τής βουβής ταινίας/από τα πίσω πλαϊνά καθίσματα της αιθούσης./.Το πιάνο που ακούγεται δεξιά της οθόνης,/σταματά απότομα να παίζει. Ο πιανίστας σηκώνεται,/ ανοίγει το καπάκι και κοιτά εντός του οργάνου.”, σελίδα 18
Δίνει την αίσθηση του χώρου και του χρόνου, απαλλάσσοντας το κείμενο από περιττούς εντυπωσιασμούς. Με σοβαρότητα και συνέπεια αποτυπώνει τα γεγονότα, όχι ως παρατηρητής, αλλά ως δημιουργός που ταυτίζεται με τον ποιητικό μύθο που επινοεί, παραμένοντας πιστός, βέβαια, στην τεχνοτροπία του δομημένου ρεαλισμού. ”Στην άκρη το˞υ δρόμου μπροστά στον φούρνο,/ακούω σαμάρια που τρίζουν στο πίσω στενό./ Οσμίζομαι ψημένο ψωμί , πετρέλαιο και χώμα./Τα παιδιά σκύβουν γύρω από ̃ ένα χαρτόκουτο./Στο φως το˞υ ήλιου φωτίζονται τα ξυπόλητα πόδια.”, σελίδα 23
Τα βιώματα και οι εικόνες μετατρέπονται σε αφορμή για να διαμορφωθεί ένας κειμενικός αισθητικός χαρακτήρας. Ο ποιητής δεν αποζητά την ευκολία μιας επιφανειακής ωραιοποίησης, αλλά αποκαλύπτει τη μελέτη του πάνω στο υλικό της συγκεκριμένης κινηματογραφικής εποχής, μέσα από έναν αυστηρά δομημένο ποιητικό λόγο. Τα αισθητικά ερεθίσματα επικοινωνούν με την ποιητική σκέψη, ως βασικές παράμετροι της ανθρώπινης συνθήκης, χωρίς να χάνουν όμως την υπαρξιακή τους αυτονομία. Στη σελίδα 16 υπογραμμίζει ο ποιητής, “Πλείστοι θεατές σηκώνονται όρθιοι και φωνάζουν,/σηκώνουν τα χέρια, κλαίνε με λυγμού˞ς./«Τα σπ ̊τια μας…»,/ κάποια λόγια ηλικιωμένων ανθρώπων.”, προσφέροντας μια άμεση, σχεδόν φωτογραφική αποτύπωση της τραγικότητας του υποκειμένου.
Το «Σκοτάδι με άρωμα celluloid» του Αχιλλέα Αναγνώστου αφήνει ένα ισχυρό στίγμα, συνδέοντας τη σκοτεινή ύλη του κινηματογραφικού παρελθόντος με τις αναζητήσεις και τα υπαρξιακά αδιέξοδα της σύγχρονης συνείδησης. Η συλλογή δεν αποτελεί μία παράθεση αναφορών σε ταινίες ή σκηνοθέτες, αλλά ένα συγκροτημένο ποιητικό εγχείρημα, με συνέπεια ύφους από το πρώτο έως το τελευταίο ποίημα, όπου χρησιμοποιεί την κινηματογραφική γλώσσα για να ανασυνθέσει τη μνήμη και τη φθαρτότητα. Το «Σκοτάδι με άρωμα celluloid» είναι μια ποιητική συλλογή που καταφέρνει να διασωθεί από μία απλή νοσταλγική κατάθεση. Πρόκειται για μια ειλικρινή, ατμοσφαιρική, και τεχνικά επιμελής ποιητική πρόταση δομημένου ρεαλισμού, για το πώς η τέχνη της εικόνας διαμορφώνει τον τρόπο που θυμόμαστε. Μία συλλογή που διαβάζεται στον απόηχο της καθημερινότητας, επανακαθορίζοντας αισθητικά την άποψή μας για την ποίηση και τους ποιητές.
* Ο ποιητής, κριτικός Γιάννης Τόμπρος, είναι Διευθυντής Αθηνών του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος









