«Από το σκοτάδι στο εσωτερικό φως»

 

«Εγένετο φως» είναι ο τίτλος της τρίτης ποιητικής συλλογής του Κωνσταντίνου Σ. Ιντζόγλου, η οποία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΩ. Ήδη από τον τίτλο της συλλογής, που παραπέμπει στη Βίβλο, ο ποιητής διαμορφώνει έναν ισχυρό συμβολικό άξονα, προσδίδοντας στο φως υπαρξιακές, μεταφυσικές και συναισθηματικές διαστάσεις. Το φως αναδεικνύεται σε οργανωτική αρχή της ποιητικής συλλογής, γύρω από την οποία συναρθρώνονται τα είκοσι ένα (21) ποιήματά της, γραμμένα σε ελεύθερο στίχο. Μέσα από αυτό το κεντρικό σύμβολο, ο δημιουργός διερευνά θεμελιώδεις όψεις της ανθρώπινης εμπειρίας, όπως η απώλεια, η αγάπη, η σιωπή, ο ψυχικός πόνος, η μνήμη, το όνειρο και η καταλυτική επίδραση του χρόνουστη συγκρότηση της ανθρώπινης εμπειρίας.

Το φως εμφανίζεται στην ποιητική γραφή του Κωνσταντίνου Σ. Ιντζόγλου με ποικίλες μορφές και συμβολικές αποχρώσεις. Άλλοτε προσλαμβάνει τη μορφή του «ήλιου», της «λιακάδας» ή της «λάμψης» και άλλοτε αποκτά τελετουργική διάσταση μέσα από τη μορφή της «λαμπάδας» και του «κεριού». Παράλληλα, το φως και το σκοτάδι συγκροτούν ένα αντιθετικό δίπολο, το οποίο λειτουργεί αντιστικτικά, αποδίδοντας τις εναλλαγές του εσωτερικού κόσμου του ποιητικού υποκειμένου, όπως αποτυπώνεται στο ποίημα «Αν είναι μια νύχτα να ’ρθεις» (σ. 21): «Κύλησε ξανά, / Προσπάθησε. / Μάταιαˑ ο ήλιος κρύφτηκε και πάλι. / Στην άβυσσο τον σκέπασε σκοτάδι αλμυρό».Η αντίθεση φωτός και σκότους λειτουργεί ως βασικός ποιητικός μηχανισμός, αναδεικνύοντας την αμφισημία της ανθρώπινης ύπαρξης και τη συνύπαρξη ελπίδας και ματαίωσης, παρουσίας και απουσίας, μνήμης και λήθης.

Η μεταμορφωτική και αναγεννητική διάσταση του φωτός αναδεικνύεται ιδιαίτερα στο ποίημα «Σου έταξα φως» (σσ. 26-27), στο οποίο το φως συνδέεται με τη γέννηση και τη βαθύτερη μεταμόρφωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Η έλευση του παιδιού δεν παρουσιάζεται μόνο ως ένα βιολογικό γεγονός αλλά αποτυπώνεται ως μια υπαρξιακή εμπειρία αναγέννησης του γονέα καθώς η ποιητική φωνή διατυπώνει πως «Τη μέρα που ήρθες, / έγραψα στην καρδιά μου έναν νέο χρόνο, άχρονο πια». Έτσι, ο χρόνος αποδεσμεύεται από τη γραμμική του διάσταση και μετατρέπεται σε βιωμένη εμπειρία αγάπης και μνήμης, καθώς η παρουσία του παιδιού αναδιαμορφώνει την ίδια την αίσθηση της ύπαρξης.Το φως, επομένως, δεν λειτουργεί μόνο ως σύμβολο ελπίδας, αλλά ως δύναμη δημιουργίας, συνέχειας και αποδοχής. Οι στίχοι «Σου έταξα φως, όχι να το κρατάς, / αλλά να γίνεις» συμπυκνώνουν μια ποιητική της αποδοχής και της αυτονομίας, καθώς η γονεϊκή αγάπη δεν αποσκοπεί στην κατοχή αλλά στη δυνατότητα του Άλλου να συγκροτήσει τη δική του ταυτότητα. Η σχέση, όμως, παιδιού – γονέα στην ποίηση του Κ. Σ. Ιντζόγλου είναι μια αμφίδρομη διαδικασία μεταμόρφωσης, στην οποία η αγάπη καθίσταται πηγή ανανέωσης και υπαρξιακής συνέχειας.

Η σιωπή και ο πόνος αποτελούν βασικούς θεματικούς άξονες της συλλογής, οι οποίοι βρίσκονται σε συνεχή διάλογο με το μοτίβο του φωτός, ιδίως με τη μερική ή ολική απουσία του. Η σιωπή δεν αποδίδεται ως απλή έλλειψη λόγου. Αντίθετα, αποκτά υλική υπόσταση και ηχητική ένταση, μετατρεπόμενη σε φορέα έντονου συναισθηματικού φορτίου. Στο «Ξενοδοχείο ψυχής» (σ. 12), ο ποιητής σημειώνει:

Είναι κι αυτό το βλέμμα σου
σε εκείνο το μισόφεγγο δωμάτιο
που η σιωπή έβγαζε κρότο δυνατό.
Την καρδιά σου ένιωσα πρώτη φορά εκεί.

Έφεγγε ανίκητο το βλέμμα σου
κι όμως λύγισα στην όψη του,

σημάδι αγιάτρευτο στην αιώνια πληγή μου.
Χαραγματιά βαθιά έκανες με μιαν ανάσα. […]»

 

Το «μισόφεγγο δωμάτιο» συγκροτεί έναν μεταιχμιακό χώρο, στον οποίο η συνύπαρξη φωτός και σκότους αποδίδει την αμφισημία της ερωτικής εμπειρίας. Η προσωποποίηση της σιωπής λειτουργεί ως οξύμωρο σχήμα, αναδεικνύοντας την ψυχική ένταση του ποιητικού υποκειμένου. Στο πλαίσιο της ποιητικής του χώρου του Bachelard, ο εσωτερικός αυτός χώρος παύει να αποτελεί απλό σκηνικό και μετατρέπεται σε τόπο μνήμης και εσωτερικής εμπειρίας, στον οποίο οι εικόνες του φωτός ενεργοποιούν βαθύτερα επίπεδα της συνείδησης. Έτσι, το φως υπερβαίνει τη λυτρωτική του διάσταση και αναδεικνύεται σε σύμβολο επίγνωσης της απώλειας και της ανθρώπινης ευαλωτότητας.

Στο ποίημα «Έφηβος ξανά» (σ. 15) η σιωπή συνδέεται με τη μνήμη, την εφηβική ηλικία και τη βιωματική εμπειρία του χρόνου:

Είναι στιγμές που σκέφτομαι το κορμί σου.
Πόσο μικρός συρρικνώνεται ο χρόνος;
Πόση αλήθεια να κρύβει ένα χάδι;

Δεν ήξερα… μα έμαθα.

 

Στο σκοτάδι σε άγγιξα.
Στο φως σε ένιωσα.
Στο ήσυχο μα κρύο αγιάζι σε έψαξα.
Φωνή καμιά… μονάχα η ηχώ μου.

 

Σιωπή και αστραπόβροντο μαζί.
Αλύπητα κι απρόσκλητα έπαιξες με το μυαλό μου.
Συννεφιασμένη φάνηκες, μα τόσο παθιασμένη.

 

Ήσουν μια λιακάδα σε χιονισμένο τοπίο στο βουνό
των Ελάτων,
Ο Όλυμπος χάρηκε ξανά.
Ο ήλιος άνθισε δεύτερη φορά!»

 

Ο Κ. Σ. Ιντζόγλου μεταπλάθει τον χρόνο σε εσωτερική εμπειρία, η οποία διαμορφώνεται από τη μνήμη και τον έρωτα. Η μετάβαση από το «σκοτάδι» στο «φως» συμβολίζει τη μετάβαση από την απουσία στην επίγνωση, ενώ η αντιθετική συνύπαρξη της «σιωπής» και του «αστραπόβροντου» αποτυπώνει την ψυχική ένταση του ποιητικού υποκειμένου. Η εικόνα της «λιακάδας σε χιονισμένο τοπίο» και η προσωποποίηση του ήλιου λειτουργούν ως σύμβολα ελπίδας και εσωτερικής αναγέννησης. Έτσι, ο δημιουργός μετασχηματίζει τη μνήμη, τον χώρο και τον χρόνο σε βιωμένη υπαρξιακή εμπειρία, αναδεικνύοντας την προσωπική εμπειρία σε καθολικό υπαρξιακό βίωμα.

Το τρίπτυχο παρελθόν–παρόν–μέλλον απασχολεί τον ποιητή, καθώς ο χρόνος δεν προσεγγίζεται ως ουδέτερη χρονολογική ακολουθία, αλλά ως υπαρξιακή δύναμη που διαμορφώνει τη μνήμη, τη συνείδηση και την ανθρώπινη εμπειρία. Στο ποίημα «Ο χρόνος» (σσ. 18-19), ο χρόνος προσωποποιείται και αποκτά σχεδόν αυθύπαρκτη υπόσταση, λειτουργώντας ως ακατάβλητη δύναμη φθοράς και μετασχηματισμού:

Πάντα φεύγει.

Πάντα γλιστράει.

Μεγαλώνω.

Δε φταίει κανείς,

μονάχα αυτός.

 

Πάντα απέναντι.

Έτοιμος να καταπιεί όλες τις στιγμές

που περνάνε και πίσω  δεν γυρνάνε.

Μονάχα το τώρα αποκτά ύπαρξη.

 

To χθες σαν όνειρο παρήλθε

σαν βροχή ξέπλυνε τις ενοχές.

Κι εκείνη… που είναι τώρα;

Αγέρωχη με το γόνατο πάνω στο κάγκελο,

το μέλλον να ατενίζει

αλλά στο παρόν να μην ζει.

 

Ο χρόνος παίρνει τους ανθρώπους.

Παίρνει τις στιγμές.

Είναι φορές που νομίζεις πως παγώνει,

Όμως αυτός όλα τα λιώνει, όλα τα κερδίζει.

Για όλα έχει μιαν απάντηση.

Το παρελθόν παρουσιάζεται ως χώρος μνήμης και απώλειας, το παρόν ως η μόνη χρονική διάσταση που βιώνεται άμεσα και το μέλλον ως διαρκής προοπτική, η οποία συχνά απομακρύνει το υποκείμενο από τη βίωση του «τώρα». Στην ποίηση του Κ. Σ. Ιντζόγλου, ο χρόνος αποτελεί ενεργό υπαρξιακό στοιχείο, καθορίζοντας τη σχέση του ανθρώπου με την απώλεια, τη φθορά και τη διαρκή αναζήτηση νοήματος.

Η φθοροποιός δύναμη του χρόνου, ωστόσο, αντισταθμίζεται από τη δυνατότητα της βιωμένης εμπειρίας να τον αναστείλει στιγμιαία. Στο ποίημα «Όταν ο χρόνος ξέχασε να προχωρήσει» (σ. 29), ο έρωτας λειτουργεί ως δύναμη υπέρβασης του χρόνου, καθώς η ένταση της στιγμής μετατρέπει το προσωπικό βίωμα σε μια σχεδόν άχρονη εμπειρία:

Υπάρχουν στιγμές που δε γράφονται,
δε χωρούν σε λέξεις,
μόνο σε σιωπές που καίνε.

[…]

Ο κόσμος έμεινε πίσω,
ο χρόνος λύγισε,
οι φλέβες μου θυμήθηκαν πώς είναι να ζεις
όχι απλώς να υπάρχεις.

Η σιωπή, η μνήμη του σώματος και η αναστολή του χρόνου συγκροτούν εδώ μια ποιητική της εσωτερικής αναγέννησης. Ο χρόνος δεν καταργείται, αλλά μετασχηματίζεται σε βιωμένη εμπειρία, καθώς η ερωτική συνάντηση προσδίδει στην ύπαρξη μια αίσθηση πληρότητας και υπαρξιακής ανανέωσης.

Στην ποιητική συλλογή Εγένετο φως του Κωνσταντίνου Σ. Ιντζόγλου το φως μετατρέπεται σε κινητήρια δύναμη αυτογνωσίας και εσωτερικής μεταμόρφωσης. Μέσα από έναν λιτό αλλά συναισθηματικά φορτισμένο ελεύθερο στίχο, ο ποιητής καταφέρνει να συνδιαλέξει τη σιωπή με τον λόγο, την απώλεια με την ελπίδα και τη φθορά του χρόνου με την αιωνιότητα της στιγμής. Το ποιητικό υποκείμενο δεν αρνείται το σκοτάδι ή τον πόνο· αντίθετα, τα διασχίζει, αναδεικνύοντας την αγάπη είτε ως ερωτική συνάντηση είτε ως γονεϊκή αποδοχή ως τη μόνη αυθεντική πηγή αναγέννησης.

 

 

Βιβλιογραφία

Bachelard, G. (2014). Η Ποιητική του χώρου, (Ε. Βέλτσουμτφρ.). Αθήνα: Χατζηνικολής.