ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ
Μόλις που θυμάμαι τον τόπο της απουσίας μου. Μια πύρινη στήλη φώτιζε το βόρειο σέλας. Εγώ είχα χαθεί σε μια χιονισμένη έρημο.
Η φωνή της εξάντλησής μου ανέβαινε ως τα σύννεφα από ωχρό κεχριμπάρι.
Το φάντασμά σου ήρθε από την απόσταση, μες στο βουβό καράβι, κατευθυνόμενο από το πέταγμα ενός λαβωμένου άλμπατρος. Η αληθινή σου ζωή είχε ολισθήσει, αιώνες πριν, σε μια παγανιστική πολιτεία. Ο Shakespeare έχει ονειρευτεί τους χιμαιρικούς κήπους, όπου οι άρχοντες κι οι κυράδες αφ’ υψηλού διαπληκτίζονται να κερδίσουν τη δόξα της οξυδέρκειας ή ενδυναμώνουν τις αξίες του έρωτα με πλατωνικές παραπομπές ή επιχειρήματα. Κυπαρίσσια και δάφνες αιτούνται τον παρθενικό ουρανό.
Εγώ είχα αντιληφθεί, γύρω από την εικόνα σου, έναν απάνθρωπο μύθο κι είχα σημαδέψει το εγκόσμιο πέρασμά σου στη νυχτερινή σκοτεινιά. Εγώ είχα τοποθετήσει κρυφά πάνω στο νεκροκρέβατό σου κάποιες βιολέτες, τα άνθη του ίδιου σου του ονόματος.
Εσύ με πήρες, επιβραβεύοντας την πίστη μου, στην ξεθωριασμένη χώρα της κατοικίας σου, σ’ έναν ορίζοντα ενυπνίου. Εγώ παρέστην στην υπνοβατούσα παρέλαση των αδερφών σου, των ηρωίδων της τραγωδίας, κι έπεσα μπρούμυτα στη θέα του πόνου, κάτω από το φτεροκόπημα ενός εκδικητικού πουλιού, καταδικασμένο στο έλεος του Σατανά.
***
ΜΥΘΟΣ
Ο βασιλιάς γνωρίζει για τους ξεσηκωμούς και τις ταραχές, προκαλούμενα από τους δυσαρεστημένους πέριξ της πρωτεύουσας. Δέχεται σε κάθε βήμα έναν αγγελιοφόρο με όψη μαραμένη. Ξεκινά έναν έκπληκτο διάλογο σχετικά με ένα διφορούμενο μαντάτο.
Ο ηγεμόνας φαντάζεται την καταστροφή μιας γόνιμης περιοχής και τον αφανισμό των καλλιεργητών της. Μια άξεστη φυλή έχει επωφεληθεί από τη σύγχυση στο βασίλειο κι έχει εισβάλει με άμαξες οπλισμένες με δρεπάνια. Κάποιες ξεδιάντροπες μάγισσες, σύμβουλοι των ορεσίβιων αρχηγών, διαλαλούν τις προφητείες τους μέσα από τα μαύρα αποκαΐδια των πυρών. Μέσα από τον ζεστό αγέρα διακρίνεται ένας κόκκινος ήλιος, μιας χώρας ζεστής.
Οι άντρες της άξεστης φυλής μεταφέρουν κάτι δερμάτινες σκηνές πάνω στον σβέρκο των παραμορφωμένων σκύλων τους, πεινασμένων για αίμα, κι εγκαθίστανται με τις γυναίκες τους, με όλη τους την άνεση, σε σπηλιές σχηματισμένες στο χώμα. Φυλάνε τις σκηνές για τους ηγέτες τους.
Ο βασιλιάς ματαίως διαβουλεύεται για την επανόρθωση του κράτους με τους παλιούς ηγέτες, που ’χουν γένια αρχιερατικά και λακωνικό λέγειν.
Ο πρίγκιπας, ο γιος του, παρεμβαίνει να διακόψει το συμβούλιο, όπου βασιλεύει μια ενοχλητική σιωπή. Επινοεί τα υγιή μέσα και τους τα συστήνει με ένα εύκολο λογύδριο. Κατέχει τη φανταστική ιδέα και τον λυτρωτικό λόγο. Εν τέλει εξέρχεται από τη μάζωξη των ενεών.
Οι βετεράνοι αποτραβιούνται τελετουργικοί κι ελπίζοντες , και τίθενται στις διαταγές του. Η παρουσία του νέου καταπνίγει τις διακυμάνσεις της νίκης κι εξουδετερώνει τη μηχανορραφία των επαναστατημένων.
Ο ήρωας έχει βγει στον κίνδυνο με την παρουσία ενός ενθουσιασμένου πλήθους.
Τη μέρα της επιστροφής του, οι όμορφες γυναίκες ψέλνουν, από τα μπαλκόνια του παλατιού της πρωτεύουσας, έναν αρχαίο λαϊκό ύμνο εν είδει εγκωμίου προς το ουράνιο τόξο.
***
ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΩΝ ΟΡΝΙΩΝ
Είχε απολέσει τη σιγουριά και την τόλμη, αφότου θυσίασε τη γυναίκα του. Την είχε αιφνιδιάσει σε μια κουβέντα με τον εχθρό και της προξένησε θάνατο, πριν ακούσει την πρώτη συγγνώμη.
Είχε μείνει μόνος και σχεδόν ανυπεράσπιστος. Η περιπλανώμενη φυλή είχε αφανιστεί στη διαμάχη με τακτικούς στρατούς. Ο επιβιώσας δεν είχε άλλα υπάρχοντα, πέρα από το άλογό του και μια άμαξα υπάκουη στη δύναμη των σκυλιών του, εντός της οποίας προφυλασσόταν από τη βροχή. Θα ’χε πεθάνει από την πείνα, εάν δεν τολμούσε, με τις άγριες ρίζες και με τα αρπαγμένα φαγιά απ’ τους τσιγγάνους, για τη φτωχική του διατροφή.
Λάμβανε, σε κάθε στιγμή, μια προειδοποίηση από την τύχη του. Κατέληξε να μη γνωρίζει τον θόρυβο των δικών του βημάτων και στράφηκε στον ίδιο του τον εαυτό για να προστατευτεί. Ένα φάντασμα συνήθιζε να διακόπτει τον ύπνο, παραβιάζοντας τη θύρα της κατοικίας μέσα από το συγκεχυμένο σκυλολόι.
Ο εκπατρισμένος αποφάσισε να εγκαταλειφθεί στο έλεος των συμβάντων. Συναντήθηκε τυχαία με μια θλιβερή ζητιάνα, τη μέρα που έπεσε αιχμάλωτος και φονεύθηκε. Το γήρας την είχε μετατρέψει σε ένα λελέκι με ξυλοπόδαρα.
Η ζητιάνα επιθυμούσε το τέλος του συνεχόμενου πολέμου, όπου είχε χάσει τα παιδιά της, κι εκτελούσε χρέη κατασκόπου.
Οι νικητές πρόβαλαν από διάφορα σημεία και συνθλίψανε την ύστατη αμυντική χειρονομία. Τον μακελέψαν για ευχαρίστηση.
Η ζητιάνα περιορίστηκε να σφραγίσει με μια χούφτα χώμα την όψη του ήρωα.
*******************************************************************
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ









