ΚΛΕΨΥΔΡΑ

Κοιτάζοντας την κλεψύδρα, αναρωτιόμουν πώς
πέρασε ο χρόνος χωρίς να κάνω κάτι.
Μετράω χρόνια απραγίας.
Το χρόνο τον μέτρησα, τον γύρισα πίσω,
κοίταξα τα χρόνια που ήμουν στάσιμος,
σαν κάποιον να μου σταμάτησε
την άμμο στην κλεψύδρα,
σαν κάποιον να με κάρφωσε εκεί,
σαν αυτή να ήταν η τιμωρία μου.

 

 

**

ΚΑΖΑΜΠΛΑΝΚΑ

Ποιος είναι αυτός που σε μάγεψε μια νύχτα,
μια νύχτα που δεν το περίμενες να αγαπήσεις,
μια νύχτα που η ψυχή σου θα φώτιζε σαν αστραπή
σε ένα μπαρ στην Καζαμπλάνκα;
Ο κόσμος γύρω μας χάνεται στη σιωπή,
μόνο η βροχή και τα μυστικά που μοιραζόμαστε,
σε μια νύχτα που θα μείνει στην αιωνιότητα,
Και η καρδιά σου, και η καρδιά μου,
χτυπάνε σαν να ήταν η πρώτη φορά
ενωμένες ξανά, σε μια μαγική νύχτα
στην Καζαμπλάνκα.

 

 

**

ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΘΑΚΗ

Σαν τον πολυμήχανο Οδυσσέα,
που περιπλανήθηκες σε θάλασσες και μακρινές χώρες,
ανάμεσα στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη,
και τις σειρήνες που δε γλυτώνεις απ’ το τραγούδι τους,
που σε τρελαίνουν το δίχως άλλο.
Η Ιθάκη τόσο μακριά, μα και τόσο κοντά.
Οι πόθοι της επιστροφής γίνονται δυνατοί,
σε κρατούν ζωντανό για μια μεγάλη αγάπη.
Η καρδιά σου χτυπά πιο δυνατά,
για την μοναδική σου Πηνελόπη,
που σε κάθε βήμα σε φέρνει πιο κοντά της.

 

**

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΤΟΙΧΟΙ

Σκοτάδι μαύρο, πίσσα, οι τέσσερις τοίχοι μόνοι τους,
ώσπου ένα χέρι πιάνει το ζεμπερέκι και ανοίγει
το παράθυρο και εγένετο φως.
Οι τέσσερις τοίχοι λούζονται απ’ το φως της μέρας,
κοιτάζουν το παράθυρο και αναρωτιούνται,
τι να υπάρχει εκεί έξω,
λες και εκεί να υπάρχουν άνθρωποι μόνοι τους, σαν και μας.
Ώσπου να έρθει και πάλι το σκοτάδι, και το ίδιο χέρι,
με ένα πάτημα στον διακόπτη, και πάλι εγένετο φως.
Ο ίδιος, μόνος άνθρωπος, χωρίς καμία παρέα,
μόνος του, με παρέα τους τέσσερις τοίχους.

 

**

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Με ένα φιλί, με πρόδωσες και εσύ.
Αγάπη σου έδωσα, και εσύ με πλήρωσες έτσι.
Προσπάθησα να σε κάνω να αγαπήσεις,
μα εσύ δεν κατάλαβες τίποτα.
Λεφτά και πάλι λεφτά,
μαύρες κουκίδες σε άσπρο χαρτί,
που κάνεις τα πάντα για να τα αποκτήσεις,
ακόμα και να ξαναγαπάς αυτούς που
σε αγάπησαν, όσες και οι μαύρες κουκίδες,
που πιστεύεις ότι θα σε κάνουν ευτυχισμένη.

 

**

ΔΑΣΟΣ

Το δάσος που έτρεχες μικρός, κι αυτό το κάψανε,
τα όνειρα που έκανες εκεί στάχτη γίναν και αυτά,
και τώρα έρχονται αυτοί τσιμέντο να σου φτιάξουν
τα όνειρα που έκανες μικρός εκεί, να σου τα κλείσουν.
Το κάθε μέτρο που πατάς, πολλά θα σου θυμίζει
τα ματωμένα γόνατα και τις φωνές της μάνας,
το πρώτο σου φιλί και ο πρώτος χωρισμός σου,
και εκεί που μια αγάπη έσβησε, εκεί μια άλλη
θα ανθίσει.

 

**

ΑΝΑΤΟΛΗ

Ποιος είδε με τα μάτια του ποια είναι η αλήθεια;
Μια ανατολή που μόνη την κοιτούσε.
Ποιος άκουσε τον ήχο της καρδιάς του;
Και ποιος την συγχρόνισε με το άλλο του μισό;
Και δυο χτύποι γίνονταν ένας σε ένα πανέμορφο ηλιοβασίλεμα,
πλάι ο ένας στον άλλον για μια μοναδική στιγμή,
για δυο καρδιές να χτυπούν σαν μια.
Και αυτός που δεν το ένιωσε,
θυμάται την αλήθεια που μια ανατολή έγραψε εσύ, αυτές οι λέξεις.

 

**

ΨΗΛΑ ΒΟΥΝΑ

Σαν τα ψηλά βουνά στην άκρη αυτού του κόσμου,
που ακουμπούν τον ουρανό στη γη, ναι, καρφωμένα.
Και καταρράκτες τρέχουνε από τις κορυφές στους,
σαν ξέπλεκα μαλλιά μιας όμορφης γυναίκας.
Και ψηλά στις κορφές, όπου ο ήλιος πάντα βγαίνει,
και το φεγγάρι λαμπερό το βράδυ, τα τυλίγει,
κι εκεί που η λαλιά σου ακουστή, καθαρά, θαρραλέα,
τι να σου πούνε, τα βουνά, απάντηση δεν δίνουν.
Μονάχα η δικιά σου η λαλιά, γυρνά και σε χτυπά,
μία, δύο, και τρεις φορές, και κει που λες,
πως τέλειωσε, πάλι ξανά, φωνάζεις.