Ο Δάντης στο βασίλειο των θνητών λέξεων

 

Ορισμένα βιβλία δεν επιβιώνουν επειδή ανήκουν στην ιστορία της λογοτεχνίας· επιβιώνουν επειδή η ιστορία δεν έχει ακόμη κατορθώσει να εξαντλήσει τα ερωτήματά τους. Η Ευγλωττία Της Κοινής Γλώσσας του Δάντη είναι ένα τέτοιο έργο: ένα ημιτελές δοκίμιο που γράφτηκε στις αρχές του 14ου αιώνα και εξακολουθεί να απευθύνεται σε έναν κόσμο που εξακολουθεί να αναζητεί τη δική του φωνή. Υπάρχει κάτι σχεδόν δραματικό στην ίδια τη χειρονομία του Δάντη.

Ο ποιητής της Θείας Κωμωδίας, εξόριστος από τη Φλωρεντία, στρέφεται προς τη γλώσσα όχι ως ένας γραμματικός που καταγράφει διαλέκτους, αλλά ως ένας στοχαστής που διερευνά τις συνθήκες της ανθρώπινης κατοίκησης στον κόσμο. Γράφει στα λατινικά ένα έργο που υπερασπίζεται τη γλώσσα του λαού· χρησιμοποιεί την καθιερωμένη γλώσσα της λογιοσύνης για να νομιμοποιήσει εκείνη που θεωρούνταν ανεπαρκής για υψηλή σκέψη και μεγάλη ποίηση. Στην καρδιά αυτού του φαινομενικού παραδόξου κρύβεται μία από τις πλέον ριζοσπαστικές ιδέες του ευρωπαϊκού πνεύματος: ότι η αλήθεια δεν ανήκει αποκλειστικά στις γλώσσες της εξουσίας. Η Ευγλωττία Της Κοινής Γλώσσας δεν αποτελεί απλώς μία πραγματεία περί γλωσσικής θεωρίας. Είναι μια βαθιά στοχαστική διερεύνηση της σχέσης μεταξύ γλώσσας, κοινότητας και ανθρώπινης μοίρας. Για τον Δάντη η γλώσσα δεν είναι ένα ουδέτερο εργαλείο μετάδοσης πληροφοριών· είναι η πρώτη μορφή πατρίδας, το αόρατο σπίτι μέσα στο οποίο ο άνθρωπος αναγνωρίζει τον εαυτό του και συναντά τους άλλους.

Η μεγάλη εικόνα που πλανάται πάνω από το έργο είναι εκείνη της Βαβέλ. Η διάσπαση των γλωσσών δεν παρουσιάζεται απλώς ως μία βιβλική ανάμνηση, αλλά ως το θεμελιώδες ανθρώπινο τραύμα: η απώλεια μιας κοινής φωνής. Ωστόσο, ο Δάντης δεν νοσταλγεί μια επιστροφή σε μια πρωταρχική ενότητα. Αναζητεί ένα ένδοξο κοινό ιδίωμα, μια γλώσσα ικανή να αναδυθεί από την ποικιλία των επιμέρους φωνών χωρίς να τις ακυρώσει. Πρόκειται για ένα σχέδιο ταυτόχρονα ποιητικό και πολιτικό: το όραμα μιας κοινότητας που συγκροτείται όχι μέσω της επιβολής, αλλά μέσω της αναγνώρισης. Η σημασία της νέας ελληνικής έκδοσης βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη δυνατότητα ανανέωσης του διαλόγου με ένα κείμενο που συχνά αντιμετωπίστηκε ως φιλολογικό τεκμήριο. Η μετάφραση ενός τέτοιου έργου αποτελεί πάντοτε μια λεπτή πράξη ισορροπίας: καλείται να μεταφέρει όχι μόνο τις έννοιες ενός μεσαιωνικού στοχαστή, αλλά και την εσωτερική ένταση ενός συγγραφέα που βρέθηκε ανάμεσα σε δύο κόσμους — ανάμεσα στο λατινικό παρελθόν και στη γέννηση των νεότερων ευρωπαϊκών γλωσσών.

Η εκ νέου έκδοση των εκδόσεων Ωκυτόκια αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια εποχή κατά την οποία η ίδια η εμπειρία της γλώσσας μεταβάλλεται ριζικά. Στην εποχή των ταχύτατων ψηφιακών ανταλλαγών, της συντομογραφίας και της γλωσσικής ομογενοποίησης, ο Δάντης μάς υπενθυμίζει ότι κάθε λέξη φέρει μέσα της μια ιστορία, μια μνήμη και μια ολόκληρη μορφή ζωής. Η γλώσσα δεν είναι απλώς κάτι που χρησιμοποιούμε· είναι αυτό μέσα στο οποίο γινόμαστε άνθρωποι. Διαβάζοντας σήμερα την Ευγλωττία Της Κοινής Γλώσσας, ανακαλύπτει κανείς έναν Δάντη διαφορετικό από τον οραματιστή της μεταθανάτιας περιπλάνησης. Εδώ συναντούμε έναν φιλόσοφο της γλώσσας, έναν στοχαστή της κοινότητας, έναν συγγραφέα που διαισθάνεται ότι η πραγματική εξορία δεν είναι πάντοτε η απομάκρυνση από μια πόλη, αλλά η απώλεια της δυνατότητας να μιλήσουμε με μια φωνή που να μας ανήκει. Ίσως γι’ αυτό η Ευγλωττία Της Κοινής Γλώσσας εξακολουθεί να μας αφορά τόσο βαθιά. Επειδή πίσω από τη μεσαιωνική της μορφή κρύβεται ένα διαρκώς επίκαιρο ερώτημα: πώς μπορεί ο άνθρωπος να βρει μια κοινή γλώσσα χωρίς να θυσιάσει τη μοναδικότητα της δικής του φωνής;

Τα μεγάλα βιβλία δεν μας προσφέρουν απαντήσεις· μας παραδίδουν τα ερωτήματα με τρόπο τόσο ουσιαστικό ώστε να μην μπορούμε πλέον να τα αγνοήσουμε. Το μικρό αυτό, ανολοκλήρωτο έργο του Δάντη ανήκει αναμφίβολα σε αυτή τη σπάνια κατηγορία.