Ξέρες ενδοσκόπησης

Πάει καιρός που οι ποιητές κανακεύουν τις λέξεις τους.
Τις ανατρέφουν με μουσική και με ορθοφωνία —
χασμωδία καμιά μην μειώσει το τεχνικό αποτέλεσμα.

Γυρεύουν τις σπάνιες και άφθαρτες,
που η άνεργη ανάγκη δεν ακούμπησε
κι ούτε ο χειρώνακτας μόχθος έχει λερώσει.

Έπειτα τις συρράπτουν αναπάντεχα
σε εξεζητημένες πόζες,
μακριά
από το αναχρονιστικό «νόημα»
και τους ενοχοποιημένους σκοπούς —
ο ένας τον άλλον συγχαίροντας.

Κι έτσι λιγοστεύουν τα σχοινιά–ποιήματα
απ’ τα άφωνα βάθη της αδικίας να μας τραβήξουν
και λίγο φως στους έγκλειστους να υποσχεθούν.

Έτσι ξεχνιούνται οι κρίκοι–ποιήματα,
να δέσουν τον έναν με τον άλλον σε ανάχωμα
κόντρα στη βία των καιρών.

Πάει καιρός που ακάρφωτες μένουν οι λέξεις —
αυτάρεσκες, να κολυμπούν σε ξέρες ενδοσκόπησης.

 

****

Ανάσταση

Δεν έχω τίποτε να πω για αυτό το θέμα.

Φτωχή βιβλιογραφία και η βιωματική γνώση ανύπαρκτη.
Από την άλλη ξέρω — σωρό πια — απέθαντους ανθρώπους.

Τους θάψαμε και στο συχώριο φάγαμε με μάτια κατακόκκινα
— φασόλια και ψαρόσουπα —
παρέα με φαφλατάδες, υποκριτές και άσχετους.

Μα εκείνοι, αγαπημένοι πάντα,
κυκλοφορούν κανονικά στις μέρες μας,
μονάχα που σταμάτησαν να μεγαλώνουν.

Τον πρώτο καιρό φέρουν τους επιδέσμους τους,
την τραχειοτομία ή τον ίκτερο.
Άλλοι έχουν μώλωπες, εγκαύματα,
κι άλλοι απόμειναν μισοί, σκιά του εαυτού τους.

Ωστόσο είναι γιατρός ο χρόνος, το γνωρίζετε,
και γρήγορα ανακάμπτουν.
Κι όλα είναι όπως πριν,
με εξαίρεση εκείνη την οπή
που ανοίγει ο πόνος πάνω μας.

Είναι ο καθρέφτης που γυαλίζονται
και το ηχείο της φωνής τους.

 

****

Πρωινό ξύπνημα

Δεν σηκώνομαι αχάραγα όπως παλιά.
Είμαι σίγουρη πια πως δεν προλαβαίνω
να χτίσω παρόν.
Ούτε να αλλάξω τις αναμνήσεις μπορώ.

Περνούν τα περασμένα, κομμένα στιγμιότυπα,
που ανακατεύουν του χρόνου τη σειρά
και το στομάχι μου.

Μάτια κλειστά, μάτια ανοιχτά, τα ίδια βλέπω:
οικείους νεκρούς, ξεθυμασμένους φίλους,
εχθρούς κατάπτυστους.

Στο ενδιάμεσο, τη μάνα μου
με το δάχτυλο-αντένα·
όλο για τα πρωινά πουλιά μου μίλαγε.
Κι εγώ όλο σκουλήκια μάζευα
για να με τρώνε.

Εωθινά σχέδια στο ταβάνι μου
παρελαύνουν με άνεση χρόνου.
Γρίλιες–ροζέτα, γρίλιες–ροζέτα.

Έχει μια καθησυχαστική ηρεμία η παραίτηση,
όμοια με κείνη του κρεμασμένου
φωτιστικού.

 

****

Αληθώς σοι λέγω

Είναι καιρός που τα βράδια ανεβαίνω
μια κλίμακα αγκομαχώντας
και μόνο στο κεφαλόσκαλο βυθίζομαι
στου ύπνου το κενό.

Αχάραγα πάλι, σκάω στο χειροπιαστό
με τόση απόγνωση που λέω:
θαύμα το ότι έζησα.

Μια μέρα ωστόσο όσα με το μυαλό μου πρόβαρα
θα έρθουν να με ντύσουν
στερνή φορά και τελεσίδικη.

Κι είναι που και να μάθω
αδύνατο θα είναι να πω
αν περνούν καμήλες από το μάτι βελόνας
κι άμα ληστές αμετανόητοι
σαπίζουν στους σταυρούς.

Άχρηστη η πληροφορία της αιωνιότητας.
Της άμοιρης ζωής το πλιάτσικο
έτσι κι αλλιώς δεν αναιρείται.