Η «Γεωγραφία του έρωτα και άλλων αισθημάτων» της Ναυσικάς Χαραλαμπίδου είναι ένα βιβλίο που επιχειρεί μια ιδιότυπη χαρτογράφηση του συναισθηματικού κόσμου, μετατρέποντας τον έρωτα και τις παραλλαγές του σε τόπους με όρια, διαδρομές και επικίνδυνες κλίσεις. Μέσα από τη μεταφορά της γεωγραφίας, η συγγραφέας προσεγγίζει τα αισθήματα όχι ως σταθερές καταστάσεις, αλλά ως δυναμικά πεδία εμπειρίας, όπου η λογική συχνά υποχωρεί μπροστά στην ένταση του βιώματος. Με λόγο ποιητικό και στοχαστικό, που κινείται ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη φιλοσοφική παρατήρηση, η συγγραφέας μιλάει στο Ποιεῖν για τον έρωτα, τη μοναξιά, την αγάπη και την ευθραυστότητα των συναισθημάτων. Η Γεωγραφία του έρωτα και άλλων αισθημάτων κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ενύπνιο.
-Γιατί επιλέξατε τη λέξη “γεωγραφία” για να χαρτογραφήσετε τον έρωτα και τα συναισθήματα; Τι σας οδήγησε να χρησιμοποιήσετε χάρτες και τόπους ως μεταφορά για τα αισθήματα;
Αρχικά, δεν θυμάμαι να επέλεξα τη λέξη «γεωγραφία». Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι έγραψα ένα κείμενο με τίτλο «Ο τόπος του έρωτα». Έγραψα κι άλλα, σκόρπια, και πολύ αργότερα τα ονομάτισα: «Εσύ, θα είσαι ο τόπος του πόθου», «εσύ, η Μεθόριος της ενοχής», κ.ο.κ. Η έννοια του τόπου, ως εσωτερικού σκηνικού του ζώντος εγώ με απασχολούσε χρόνια, όπως φαίνεται.
Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι κάποια στιγμή κατάλαβα ότι όλοι αυτοί οι τόποι μαζί, δεν μπορεί, είναι μια γεωγραφία. Και τότε στρώθηκα να συμπληρώσω τα παλιότερα κείμενα και να γράψω καινούργια. Κάπως έτσι βρέθηκα να φαντάζομαι χάρτες, να επινοώ κλιματολογικές συνθήκες και να ορθώνω βουνά.
-Τι σημαίνει για εσάς η ίδια η χαρτογράφηση των συναισθημάτων; Είναι ο έρωτας ένας τόπος που μπορούμε να κατανοήσουμε πλήρως ή παραμένει πάντα ένα μυστηριώδες και ανεξερεύνητο αίνιγμα;
Η χαρτογράφηση των συναισθημάτων, των δικών μου και των άλλων, είναι μάλλον ο τρόπος μου να βάζω σε τάξη το χάος της ύπαρξης.
Κατά βάθος πιστεύω ότι όλα τα συναισθήματα είναι μυστηριώδη, επειδή τμήματά τους πηγάζουν από ασυνείδητους τόπους του εαυτού χαμένους στο απόλυτο σκοτάδι. Μάλλον κανένα συναίσθημα δεν το καταλαβαίνουμε πλήρως. Απλώς ο έρωτας προσφέρεται περισσότερο για να αντιληφθούμε αυτή τη συνθήκη. Ίσως ο έρωτας είναι λίγο μεγαλύτερο αίνιγμα, επειδή είναι πάντα ορμητικός και φουριόζος. Καταλαβαίνουμε πάντα λιγότερα κι εξαπατόμαστε πιο εύκολα όταν υπάρχει βιασύνη.
-Μπορείτε να μας περιγράψετε τον τόπο του πόθου και την αίσθηση ότι εκεί δεν ισχύει κανένας νόμος λογικής; Τι νιώθει κανείς που βαδίζει σε αυτόν τον τόπο;
Στον τόπο του πόθου οι άνθρωποι στην ουσία είναι θηρευτές εν ώρα δράσης. Το μυαλό τους είναι πάντα στο θήραμα. Και λέγοντας μυαλό, δεν εννοώ ότι μπορούν να κάνουν λογικές σκέψεις, όπως τις ξέρουμε. Κάνουν έξυπνες σκέψεις, αν και συχνά ποταπές. Αν τυχόν περάσει τυχαία κάποιος από τον τόπο του πόθου, όπως, ας πούμε η Κοκκινοσκουφίτσα, εύκολα ξελογιάζεται και ποθεί επίσης παράφορα τον πόθο. Πιο συγκεκριμένα, η Κοκκινοσκουφίτσα πόθησε να θηρεύσει τον λύκο, γιατί την ξετρέλανε το χάδι στο άγριο τρίχωμά του. Και τελικά τα κατάφερε. Μάλιστα, είχε στρωμένο για χρόνια το τομάρι του λύκου στο σαλόνι της. Άλλωστε, τόσο προσηλωμένοι που είναι οι κάτοικοι στον πόθο, όλοι τα καταφέρνουν συνήθως. Ωστόσο, επειδή δεν υπακούν σε κανένα νόμο λογικής ποτέ δεν είναι πραγματικά ευχαριστημένοι.
-Παρά την αστάθεια και την αβεβαιότητα του τόπου του πόθου, γιατί θέλετε να του πλέξετε εγκώμιο; Τι ομορφιά κρύβει ανάμεσα στις φλόγες του;
Το μεγάλο πλεονέκτημα του τόπου του πόθου είναι αυτή η άγρια σύνδεση με τις αισθήσεις πέρα από λογική. Ο πόθος ακριβώς επειδή βραχυκυκλώνει τη λογική, λίγο όπως τα όνειρα, μπορεί πιο εύκολα να της ξεφύγει και να σκάψει υπόγειες στοές προς τα πιο σκοτεινά μυστικά του εαυτού. Ο πόθος μπορεί να είναι φλόγα που καίει τα σωθικά, αλλά είναι και πυρσός που φωτίζει τόπους αλλιώς χαμένους στο σκοτάδι.
-Πού βρίσκεται ο τόπος του έρωτα σε σχέση με τον τόπο της λογικής και πώς συνδέεται με τον τόπο του θανάτου; Μπορούμε να πούμε ότι κάθε έρωτας είναι ένας μικρός θάνατος;
Χαρακτηριστικό της λογικής στον τόπο του έρωτα είναι ότι καταγράφει απότομες αυξομειώσεις. Ας πούμε, αυξάνεται απότομα την ώρα που οι κάτοικοι επιχειρηματολογούν σε φίλους υπέρ ή κατά του έρωτά τους. Όμως, κάθε φορά που γυρίζουν στο σπίτι μόνοι, τα επίπεδα λογικής καταβαραθρώνονται με το που κλείνουν την πόρτα πίσω τους.
Πάντως, τόπο της λογικής, παρότι τον έχω ακουστά, ποτέ δεν τον συνάντησα, ούτε μακριά ούτε κοντά στον τόπο του έρωτα. Σκέφτομαι ότι ίσως και να υπήρξε κάποτε, αλλά ξεκληρίστηκε, επειδή πέθαναν όλοι του οι κάτοικοι από βαρεμάρα.
Στον τόπο του έρωτα, θάνατος από βαρεμάρα δεν έχει καταγραφεί ποτέ. Αντίθετα καταγράφονται αρκετοί θάνατοι από έρωτα. Κι αυτό επειδή ο τόπος του έρωτα συνδέεται με τον τόπο του θανάτου με μια κατηφορική λεωφόρο με πολύ επικίνδυνη κλίση. Έτσι, πολλοί απογοητευμένοι ερωτευμένοι, ιδίως νεαρής ηλικίας, άμαθοι στις απότομες αυξομειώσεις της λογικής, χάνουν τον νου και κατρακυλάνε στον τόπο του θανάτου.
Ωστόσο, κάθε χωρισμός, ανεξαρτήτως ηλικίας, έχει πάντα αξία μικρού θανάτου.
-Τι θέλετε να μας αποκαλύψετε με τα χωριά Άνω Ευτυχία και Κάτω Ευτυχία; Γιατί, παρά την αναζήτηση, λέτε ότι ο τόπος της ευτυχίας δεν υπάρχει;
Ήταν δύσκολο να γράψω για έναν τόσο φευγαλέο τόπο όπως η ευτυχία, έναν τόπο που όποτε σηκώνεται ο παραμικρός άνεμος γίνεται σύννεφο σκόνης και διαλύεται. Επινόησα, λοιπόν, ειδικά χωριά που τα συναντάμε σε όλους τους τόπους. Ήθελα έτσι να καλύψω δύο βασικές ιδέες για την ευτυχία: ότι μπορούμε να τη νιώσουμε ανά πάσα στιγμή, ακόμα και στις πιο αντίξοες συνθήκες· και ότι σημασία δεν έχει η διάρκεια της ευτυχίας, αλλά να τη νιώθουμε συχνά. Ύστερα, επινόησα την Κάτω Ευτυχία για να μιλήσω για την ευτυχία-ενθουσιασμό που νιώθουμε μάλλον πιο νέοι, αλλά και την Άνω Ευτυχία για να μιλήσω για ένα πιο ήρεμο αίσθημα ευτυχίας, όχι τόσο κραυγαλέο, ίσως μεγαλύτερης ωριμότητας. Γιατί ένιωθα ότι και οι δύο ευτυχίες, αν και διαφορετικές, είναι αληθινές.
-Πώς συχνάζει ο τόπος της ζήλιας στον τόπο του έρωτα και με ποιο τρόπο σκιάζει ή αλλάζει την ένταση των αισθημάτων;
Ο τόπος της ζήλειας έχει πολύ μεγάλη έκταση επειδή έχει πάρα πολλούς κατοίκους. Οι άνθρωποι ζηλεύουν με το παραμικρό, ειδικά τις εποχές που δεν είναι ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους. Μόνο μια μικρή επαρχία του τόπου της ζήλιας, πολύ περιορισμένη, είναι αφιερωμένοι στους Ζηλιώτες που προέρχονται από τον τόπο του έρωτα. Αυτοί όμως είναι οι πιο ευέξαπτοι. Για αυτό, ίσως, όταν ακούμε «ζήλεια» ο νους μας πάει στον έρωτα. Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι στην ουσία οι Ζηλιώτες, όταν ζηλεύουν φριχτά από έρωτα, είναι πάντα βέροι Ζηλιώτες και σπάνια αξίζουν τον τίτλο του ερωτευμένου.
-Ποιοι καταλήγουν στον τόπο της προδοσίας και πώς η παρουσία τους μας διδάσκει για την ευθραυστότητα και την αλήθεια των συναισθημάτων;
Νομίζω ότι όλοι καταλήγουμε στον τόπο της προδοσίας κάποια στιγμή. Αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή τα συναισθήματα είναι εύθραυστα για όλους. Τα συναισθήματά μας δεν τα αισθανόμαστε μέσα σε έναν ήδη δημιουργημένο εαυτό, αλλά αυτά δημιουργούν τελικά τον εαυτό, καθώς επικάθονται το ένα επάνω στο άλλο. Δεν είναι στέρεα, είναι δυναμικά, αλλάζουν. Μοιάζει να είμαστε ένας περιέκτης συναισθημάτων. Τα συναισθήματα έχουν κατακάτσει μέσα μας σε αλλεπάλληλες στρώσεις. Μπερδευόμαστε γιατί τις πρώτες στρώσεις δυστυχώς δεν τις θυμόμαστε· είναι σαν έναν σκληρό δίσκο που «χτύπησε». Τα στοιχεία, οι μνήμες είναι όλα εκεί, αλλά αποκλείεται να τα δούμε. Κι έτσι προσπαθούμε να τα βγάζουμε πέρα με ελλιπή στοιχεία. Μέσα σε αυτό το μπέρδεμα, προδίδουμε και προδιδόμαστε. Ως προς την αλήθεια των συναισθημάτων, δύσκολο να αποφανθείς ότι δεν ήταν αληθινά τα αισθήματα επειδή άλλαξαν. Το εσωτερικό δικαστήριο που στήνεται τότε για να εξετάσεις τα στοιχεία είναι πάντα πολύ οδυνηρή διαδικασία.
-Τελικά, πόσο μόνοι είμαστε στον τόπο του έρωτα; Πώς σχετίζεται αυτή η μοναξιά με τον τόπο της μοναξιάς;
Στον τόπο του έρωτα μπορούμε να είμαστε πολύ μόνοι, παρότι πολύ ερωτευμένοι. Και σε όλους τους τόπους μπορούμε να υποφέρουμε από μοναξιά. Νομίζω ότι το συναίσθημα της μοναξιάς είναι μια ψυχική κατάσταση που την παραλαμβάνουμε από την οικογένεια. Συνήθως, η μοναξιά και η ικανότητα για αγάπη, είναι συγκοινωνούντα δοχεία: η αγάπη αυξάνεται, η μοναξιά μειώνεται. Οπότε, για να πετύχουμε υψηλές επιδόσεις στην αγάπη πρέπει να μας ενοχλεί πολύ η μοναξιά. Γιατί μόνο τότε μπαίνουμε στον κόπο να δούμε τι θα τα κάνουμε με τα οικόπεδα μοναξιάς που κληρονομήσαμε. Κι επειδή, δεν έχω πει μέχρι τώρα καλή κουβέντα για τη λογική, νομίζω πως έφτασε η ώρα: η λογική, με την ευφυία, τη φαντασία, τον συγκροτημένο λόγο, κ.λπ., μπορεί να βοηθήσει να καταλάβουμε τη μοναξιά, να τακτοποιήσουμε τυχόν οφειλές, ίσως και να τις εξοφλήσουμε διά παντός.
-Γιατί οι άνθρωποι φαίνεται να επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη ξανά και ξανά; Είναι αποτέλεσμα του φευγαλέου και ασταθούς χαρακτήρα του τόπου του πόθου;
Γιατί άραγε δεν μαθαίνουμε από τα λάθη μας; Μα νομίζω επειδή δεν τα καταλαβαίνουμε πραγματικά. Μας λείπει ένα μεγάλο κομμάτι του συλλογισμού του εαυτού. Υπάρχει ένα πλέγμα υποσχέσεων, προτιμήσεων, επιθυμιών που μας διαμόρφωσαν παλιά και κυκλοφορούν μέσα μας μυστικά από εμάς, αόρατα, αλλά καθώς έχουν μυαλό πεισμωμένου παιδιού, επιβάλλουν τη θέλησή τους τελικά. Ο τόπος του πόθου δεν ευθύνεται καθόλου για αυτό. Αντίθετα, ο τόπος του πόθου απεγνωσμένα προσπαθεί να φέρει στην επιφάνεια όσα κρύβονται στα σκοτεινά υπόγειά μας.
-Πώς διαφέρει ο τόπος της αγάπης από τον τόπο του πόθου; Μπορεί εκεί η καρδιά να βρει σταθερότητα ή γαλήνη ανάμεσα στις φλόγες;
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο τόπος της αγάπης και ο τόπος του πόθου είναι διαμετρικά αντίθετοι. Ο τόπος του πόθου είναι συμβολικά ένα φλεγόμενο τοπίο, ενώ στον τόπο της αγάπης δεν υπάρχει κίνδυνος πυρκαγιάς. Όπως γράφω, στον τόπο της αγάπης «κάνει συνήθως καλοσύνη και υπομονή», επομένως στο τέλος κατασβήνονται χωρίς ζημιές τυχόν φλεγόμενα πάθη. Ο πόθος είναι φευγαλέος, η αγάπη ως στάση ζωής είναι μόνιμη, αλλιώς δεν είναι αγάπη.Ο πόθος είναι εγωιστικός, θέλει να ικανοποιηθεί αδιαφορώντας για τους γύρω· η αγάπη για να ικανοποιηθεί ικανοποιεί τους γύρω.
-Τι μαθαίνουμε για τον άνθρωπο μέσα από τους τόπους του βιβλίου – τον πόθο, τη ζήλια, την αγάπη, τη μοναξιά;
Ωραία ερώτηση. Μαθαίνουμε άραγε κάτι για τον άνθρωπο από τους τόπους του βιβλίου; Μακάρι! Την απευθύνω, λοιπόν, κι εγώ στους αναγνώστες. Αυτοί πρέπει να απαντήσουν.
***************************************************************************
Η Ναυσικά Χαραλαμπίδου γεννήθηκε στην Αθήνα. Πρόσφατα μετακόμισε την έδρα της στη Λειβαδιά. Από μικρή ασχολήθηκε με τις γλώσσες. Σπούδασε Γαλλική Γλώσσα και Λογοτεχνία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, και, ως υπότροφος, ισπανικό πολιτισμό στο Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα, στην Ισπανία. Εκπαιδεύτηκε στη Διερμηνεία Συνεδρίων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κι εργάστηκε για χρόνια στις Βρυξέλλες ως διερμηνέας. Σήμερα εξακολουθεί να εργάζεται ως διερμηνέας και μεταφράστρια, με γλώσσες εργασίας τα ισπανικά, τα γαλλικά και τα αγγλικά. Έχει δημοσιεύσει ένα διήγημά της στον συλλογικό τόμο «Η κρυφτή γυναίκα – Μικρές ιστορίες για το Νησί της Ερεσού».









