«Μετά από τη μπαλάντα του θανάτου, αυτή την αφόρητη χωρογραφία και χορογραφία, λέω του αναγνώστη, δώσε μου το χέρι, ή δώσε ένα χέρι μπας και βγούμε κάπου πιο πέρα, κάπου έξω απ’ όλη αυτή την καταστροφή»
Στην ποίηση του Ορφέα Απέργη, ο χρόνος και ο τόπος συγχωνεύονται σε ένα πεδίο όπου η ζωή και ο θάνατος συνυπάρχουν. Το Τύφλαντ (Εκδόσεις Νεφέλη) δεν είναι απλώς ένας τόπος· είναι μια τοπιογραφία της μνήμης και της απώλειας, ένας χάρτης σιωπών, παιδιών που δεν βρέθηκαν ποτέ και φωνών που δεν έχουν σώμα. Μέσα από την πυκνή και βαθιά γλώσσα του, η ποίηση γίνεται εξερεύνηση, καταγραφή της αδικίας και ταυτόχρονα πρόταση συντροφικότητας· ένα κάλεσμα να κοιτάξουμε τον άδικο θάνατο στα μάτια, χωρίς να τον εξιδανικεύουμε και να ακούσουμε τη σιωπή που φωνάζει.
-Ο τίτλος «Τύφλαντ» είναι αινιγματικός και πυκνός σε νόημα. Τι θέλατε να εκφράσετε με αυτόν; Τι σημαίνει αυτός ο «τόπος» για εσάς;
Πριν αρχίσω να επεξηγώ και να βομβαρδίζω με «πυκνά νοήματα» –το τοπίο είναι ήδη βομβαρδισμένο από αιώνες ερμηνευτικής, και η «αυτοερμηνευτική» είναι η πιο άχαρη– θέλω να παρακαλέσω όποιαν και όποιον διαβάσει το Τύφλαντ να το διαβάσει σαν εξερεύνηση. Δηλαδή να μπει μέσα σε αυτό σα να εξερευνά έναν τόπο. Έτσι τον εξερευνώ κι εγώ. Οπότε το βιβλίο αυτό, που είναι για έναν τόπο, είναι και το ίδιο τόπος, όπως σε εκείνη την ιστορία του Μπόρχες (που προέρχεται από τον Λιούις Κάρολ) όπου ο χάρτης γίνεται τόσο λεπτομερής που στο τέλος φτάνει να ισούται με την επικράτεια κι έτσι εξαφανίζεται – τόσο δύσχρηστος και απλωμένος είναι. Θέλω το Τύφλαντ να ισούται με την επικράτεια που περιγράφει. Ένας φοβερά οξύνους αναγνώστης, ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης, μου το είπε αυτό «τοπίωση», νομίζω είναι δικός του ο όρος. «Το βιβλίο αυτό είναι μία τοπίωση», έτσι μου είπε. Άρα βυθιστείτε, λέω, μέσα σε αυτήν την επικράτεια, και δείτε το βιβλίο σαν μια συντομογραφική εκδοχή των Γεωγραφικών κάποιου Στράβωνα, ή της Περιήγησης κάποιου Παυσανία. Ο αρχαίος Στράβων είναι που μιλάει για γεωγραφία (εννοώντας τη φυσική γεωγραφία, τη φύση όπως την καταγράφει ο ίδιος) και για χωρογραφία (εννοώντας την πολιτική γεωγραφία θα λέγαμε σήμερα, δηλαδή τα των κατοίκων, τα ήθη και έθιμα που λέγαμε παλιά στο σχολείο, αυτά που κάνουν οι άνθρωποι σε αυτόν τον τόπο). Αυτό προσπάθησα και με το Τύφλαντ, να είναι μια φυσική και πολιτική γεωγραφία – ποιας γης, όμως, ποιας επικράτειας; Της επικράτειας του θανάτου.
Το «Τύφλαντ», λέει στη σελίδα του ψευδότιτλου μια μικρή σημείωση, «είναι από το γερμανικό Tiefland, που σημαίνει τα ‘χαμηλά εδάφη’, τα ‘πεδινά’, ο ‘κάμπος’, αλλά μπορεί να σημαίνει και ‘γη βαθιά’: tief είναι το βαθύ και land είναι η γη στα γερμανικά. Οπότε το βιβλίο είναι μια γεωγραφία της ζωής άρα και του θανάτου του κάμπου, ένα επεισόδιο ζωής και θανάτου. Το γράφω στα ελληνικά γιατί με βολεύει η γραφή με «υ» του «Τύφλαντ», το «υ» αυτό δίνει το βάθος, είναι σα πηγάδι, σαν μία χώρα όπου βασιλεύουν οι τυφλοί και ακόμα και ο μονόφθαλμος δεν μπορεί παρά να γίνει δούλος κι υποτακτικός τους – την ιδέα αυτή τη συνάντησα στο εξαιρετικό διήγημα «Η χώρα των τυφλών» του Χ. Τζ. Γουέλς, αυτού που έγραψε και τον Αόρατο Άνθρωπο. Περιγράφοντας μια χώρα τυφλών κάπου στις Άνδεις, ο Γουέλς μετατρέπει τη γεωγραφική του περιήγηση σε πολιτική γεωγραφία, δηλαδή τελικά σε αλληγορία. Αυτό το νόημα ίσως έχει και η επεξήγηση του όρου του Στράβωνα: η πολιτική του γεωγραφία ξεφεύγει από τα ήθη και έθιμα και γίνεται πολιτική πράξη εντός του πεδίου, γίνεται δήλωση φρονημάτων, γίνεται διαμαρτυρία για την πολιτική και τα αποτελέσματά της. Έχει αυτό το κακό συνήθειο η πολιτική, όπως έλεγε ένας παλιός – το λέω πάντα σε όσους μου λένε ότι «δεν ασχολούνται»: και να μην ασχολείσαι μαζί της, ασχολείται αυτή μαζί σου – ή, διαστρέφοντας λιγάκι τον Κέννεντυ:
«Don’t ask what you can do to your country, ask what your country can do to you”, δηλαδή «Μη ρωτάς τι μπορεί να κάνεις εσύ στη χώρα σου, ρώτα καλύτερα τι μπορεί η χώρα σου να κάνεις σε σένα». Να ένα μοτίβο πολιτικής καταστροφής, και καταστροφικής πολιτικής, που ήθελα να θίξω γράφοντας για τη χώρα του «Τύφλαντ».
Από κει και πέρα, το Τύφλαντ έχει, ως όρος, και πολλή ακόμα πραγματολογία, αφού είναι και ο τίτλος μιας όπερας, που την τραγούδησε (μέσα στην Κατοχή) μέχρι και η Κάλλας! Αυτά τα λέω στις σημειώσεις, που αρχίζουν μετά τη μέση του βιβλίου, αλλά μέσα από τις οποίες «ξεφυτρώνουν» καινούργια ποιήματα («ξεφυτρώνουν» σχεδόν κυριολεκτικά, αφού, είπαμε, το βιβλίο είναι το ίδιο μια γεωγραφική επικράτεια, είναι ένα «πεδίο δράσης», όπως φανταζόταν τα ποιήματα, εκεί γύρω στο 1960, ο αξιοθαύμαστος ποιητικός πρωτοπόρος Ρόμπερτ Ντάνκαν, που τέτοια ποιήματα κυρίως έγραψε – εκτεταμένα, πολυφωνικά, πολύτροπα ποιήματα-πεδία, όπου δρουν οι γλώσσες πολλών ανθρώπων σχεδόν ταυτόχρονα, ή τουλάχιστον σειραϊκά). Λέει λοιπόν το βιβλίο στις σημειώσεις: «Η λέξη αποτέλεσε και τον τίτλο διάσημης όπερας του 1903, του Γερμανού Eugen d’ Albert, η οποία βασίστηκε στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Καταλανού Àngel Guimerà Terra baixa, που σημαίνει ακριβώς το ίδιο, δηλαδή ‘χαμηλά εδάφη’, στα καταλανικά. Το αρχικό θεατρικό, όπως και η εξ αυτού γερμανική όπερα, αποτελούν ώριμα δείγματα του καλλιτεχνικού ρεύματος του Νατουραλισμού, δηλαδή ενός εξημμένου Ρεαλισμού, ο οποίος μεγεθύνει και υπερτονίζει τα ανθρώπινα πάθη, παρουσιάζοντας τους ανθρώπους ως ζωώδεις φύσεις που άγονται και φέρονται από τα ένστικτά τους».
-Η ποιητική σας συλλογή είναι αφιερωμένη «Στους νεκρούς των Τεμπών, τους νεκρούς μας». Τι χωράει, για εσάς, μέσα σε αυτό το «μας»;
Θέλει δουλειά πολύ για να φτάσεις στο «μας», αυτό που τα χωράει όλα. Είναι φύσει αδύνατον. Αλλά πάντα αυτό προσπαθεί η τέχνη. Αυτή η σισύφεια προσπάθεια, αυτή είναι η τραγωδία της τέχνης: το ανέφικτό της. Είναι η προσπάθεια να κάνεις τον χάρτη σου τόσο λεπτομερή που καταλήγει να γίνεται ίσος με την ίδια την επικράτεια, άρα παύει να υπάρχει – πας να τον ανοίξεις και ο αέρας τον κάνει χίλια κομμάτια.

Στη Φωτογραφία ο Κώστας Βιδάλης
– Σκεφτόμουν ότι ο τίτλος «Κόκκαλα δεν έχει» είναι σοκαριστικός στην κυριολεξία του. Πώς γράφει κανείς για μια απώλεια τόσο απόλυτη, που δεν έχει ούτε σώμα να θρηνήσει;
Μέσα σε αυτό το τοπίο θανάτου (που είναι πάντα και τοπίο ζωής, εξ ανάγκης, και αναγκαστικά), μέσα σε αυτή την τοπίωση (που είναι σαν αρρώστια ενός τοπίου, σαν ένα άρρωστο τοπίο), τα κόκκαλα… – τι να πω για τα κόκκαλα; Μένω σιωπηλός.
Το ποίημα που αναφέρετε περιγράφει έναν θάνατο πολύ παλιότερο, μια θανάτωση, μια εκτέλεση, του δημοσιογράφου Κώστα Βιδάλη, δημοσιογράφου του Ριζοσπάστη, που είχε πάει να καταγράψει την κατάσταση τη Θεσσαλία, αρχές του εμφυλίου, όταν οι τοπικές συμμορίες «εθνικοφρόνων» αλώνιζαν. Από αυτούς τη «βρήκε» ο Βιδάλης, που δεν άκουσε τις προειδοποιήσεις να μην μπλέξει και πήγε να καταγράψει. Μα θα μου πείτε σήμερα: «Δημοσιογράφος του Ριζοσπάστη, ε; Χμμμ». Καταλαβαίνω τη δίκαια κριτική προς τον κομμουνισμό που και αυτός έστησε πολλά αποκρουστικά «τοπία θανάτου». Αλλά πολλοί και πολλές εκεί μέσα ήταν αγνοί σαν το χιόνι στα ψηλά βουνά, πάλλευκοι, αμόλυντοι – αφελείς μπορεί, αλλά αμόλυντοι. Τέτοιος ήτανε θαρρώ και ο Βιδάλης, δημοσιογράφος – ίσως η καλή δημοσιογραφία να είναι μια από τις τελευταίες μας ελπίδες. Ο Μάγερ (κανονικά Μέγιερ προφέρεται) ήτανε Ελβετός φιλέλληνας και συντάκτης της εφημερίδας «Ελληνικά Χρονικά», της πρώτης έντυπης εφημερίδας του Αγώνα, που τυπωνόταν στο Μεσολόγγι από την 1η Ιανουαρίου του1824 ως τις 20 Φεβρουαρίου του 1826. Στα φύλλα της περιγράφονταν τα της πολιορκίας του Μεσολογγίου – άλλο ένα τοπίο θανάτου, μια χωρογραφία εντελώς πολιτική. Ο Μάγερ λοιπόν (που πέθανε στην έξοδο του Μεσολογγίου, αυτός κι η οικογένειά του) ήταν που έλεγε ότι «Η δημοσίευση είναι η ψυχή της δικαιοσύνης», το έχουνε βάλει και στον τοίχο, στα γραφεία της Ένωσης Συντακτών, Ακαδημίας 20 ενταύθα. Βέβαια η φράση αυτή, που γράφτηκε πρώτη φορά στα ελληνικά σε άρθρο των «Ελληνικών Χρονικών» του Μάγερ, στις 23 Ιουλίου 1824, είναι δάνειο από τον πολιτικό φιλόσοφο Τζέρεμυ Μπένθαμ: «Publicity is the very soul of justice». Ναι, publicity – να ένα αίτημα: δημοσίευση, «δημοσιότης» το είχαν γράψει αρχικά στην εφημερίδα του Μάγερ.
Αυτά όλα σιγοκαίνε στο υπέδαφος της χώρας Τύφλαντ. Ας μην πούμε περισσότερα. Αλλά επειδή στο τέλος το πτώμα του Βιδάλη το σκυλέψανε αυτοί που τον σκοτώσανε και έμεινε άταφο, του φάγανε τη γλώσσα τα σκυλιά – ή μήπως αυτοί που τον σκύλεψαν του την κόψανε τη γλώσσα, να μη μιλάει ούτε από τον Άλλο Κόσμο; Παλιές ιστορίες θα πείτε – αλλά… Αλλά. Έτσι τελειώνει το ποίημα:
«…είδε ένα παιδί το σώμα με τη ματωμένη φανέλα ξυπόλητο άταφο/[σαν τάγμα],το χέρι του κομμένο στον καρπό[που έγραφε, το αριστερό]ριγμένο παραδίπλα [είπε ένας ότι του είχανε κόψει και τη γλώσσα] ξέραν το μέρος οι χωριάτες γιατί πήγαιναν σκυλιά και γύριζαν με κόκκαλο στο στόμα [είπ’ ένας ότι τού ’φαγαν τη γλώσσα] ξέραν το μέρος φιδοστριφογύριζαν απάνω του τα όρνια μέρες και μέρες, ώσπου μια γριά Σουλτάνα πήγε και περιμάζεψε ό,τι έμενε [είχανε μείνει λίγα λίγα μένανε] και τα ’βαλε σε τάφο άσχημο.) Εδώ ειμαι άταφος χλωρός και κόκκαλα δεν έχω.»
Η γλώσσα του Βιδάλη είναι που δεν έχει κόκκαλα. Αυτή η γλώσσα θα ήθελα να συνεχίσει να μιλάει μέχρι που να μάθουμε – ναι, να δημοσιευτεί, όλη η αλήθεια. Η αλήθεια για όλα τα άταφα που τους πήρανε μέχρι και τα κόκκαλά τους, για όλα τα άταφα που δεν έχουν πια γλώσσα να μιλήσουνε εκτός απ’ τη δική μας.
-Μέσα στη συλλογή, τα παιδιά που «δεν βρέθηκαν» μοιάζουν να γίνονται φωνές χωρίς σώμα. Πώς μπορεί η ποίηση να σταθεί απέναντι σε μια τόσο άγρια σιωπή; Και τι μπορεί να ψιθυρίσει εκεί όπου λείπουν τα πάντα;
Τα παιδιά εμφανίζονται να παίζουνε με το θάνατο. Να παίζουνε το θάνατο. Σαν όλα μας τα παιχνίδια, παιδιά, να είναι νεκρικά. Η ποίηση θέλω αυτόν το θάνατο, που τον έχουμε για παιχνίδι, να συνεχίσει να τον τραγουδάει κανονικότατα. Μην μπα και καταφέρουμε κάτι ν’ αλλάξουμε. Μοναδικό μας όπλο η γλώσσα μας. Γι’ αυτό μ’ αρέσει τόσο κι ο Ορφέας – κι ας του κόψανε το κεφάλι, αυτός συνέχισε να τραγουδάει. Το τραγούδι είναι η τραγωδία, όμαιμα και ομόρριζα. Φριχτή μετωνυμία. Αβάσταχτη. Ωδή του τράγου.
-Συγκλονιστικός ο παρακάτω στίχος: «παιδιά με βγαλμένα τα μάτια παίζουνε κανονικά / με τα παιχνίδια τους…» Η σπαρακτική αυτή εικόνα ακροβατεί ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον εφιάλτη. Είναι η αθωότητα πιο σκληρή όταν επιμένει να συνεχίζεται μέσα στον τρόμο;
Κυριολεξία είναι αυτή η εικόνα – ή δημοσιογραφική καταγραφή αν προτιμάτε. Ξέρουμε ότι αυτά τα παιδιά στον κάμπο της Θεσσαλίας, και παντού αλλού, με τον Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, μάθανε να παίζουνε με μασούρια και φυσίγγια και όπλα, και συνέχισαν να παίζουνε ακόμα και με βγαλμένα χέρια ή πόδια ή μάτια. Αυτά έχει ακούσει ο Βιδάλης και πάει να τα ερευνήσει και τον συλλαμβάνουνε και τον εκτελούν. Αυτά τα παιδιά τα δοσμένα, τα εθισμένα στο θάνατο (να τα «ήθη και έθιμα» της πολιτικής γεωγραφίας της χώρας Τύφλαντ) έρχονται τόσες δεκαετίας αργότερα να συναντήσουνε τα άλλα παιδιά, τα δοσμένα κι αυτά σ’ ένα δικό τους θάνατο – να ο διαρκής μηχανισμός της καταστροφής. Γι’ αυτό η ποίηση, λέω, δεν πρέπει να είναι σύγχρονη με το άχρονο (που ’λεγε ένας –νεκρός τώρα– ποιητής που θαυμάζω, ο Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος), μάλλον πρέπει να είναι σύγχρονη με το χρόνιο – σαν τραγούδι της χρόνιας αρρώστιας που μας τυραννάει. Μέχρι, δηλαδή, κάτι ν’ αλλάξει, ώστε να κάνουμε πια ποιήσεις για το άχρονο.
-«Για σας το γράφω αυτό / αλλά δεν ξέρω πού να το στείλω». Γράφετε για αποδέκτες που δεν υπάρχουν πια — ούτε σώματα, ούτε τάφοι, ούτε ίχνη. Τι σημαίνει για εσάς το να γράφετε χωρίς παραλήπτη;
Έτσι αρχίζει το ποίημα «Τελευταίο βαγόνι, κατευόδιο». Τα πίσω βαγόνια ζήσανε για να πούνε τι συνέβη. Παραλήπτης είναι αυτός που θα το διαβάσει. Ό,τι γράφουμε, έτσι κι αλλιώς, μποτίλια στο πέλαγος είναι. Κι αυτός κι αυτή που θα το διαβάσουνε έχουνε μέσα τους, έστω και λίγο, λιγάκι, κάτι από όλους τους νεκρούς του κόσμου. Έτσι και το «μας» που με ρωτήσατε παραπάνω: όλοι οι νεκροί είναι λιγάκι νεκροί μας. Κι όσο πιο άδικος και αφύσικος ο θάνατος, τόσο πιο ανθρώπινος. Εννοώ, ο άδικος θάνατος είναι έργο ανθρώπων. Γι’ αυτό μας πονάει τόσο, γιατί σιχαινόμαστε τον εαυτό μας, τη χρόνια αρρώστια μας. Δεν μας αντέχουμε.
-Υπάρχει η αίσθηση στην συλλογή σας ότι «όλα έχουν καταγραφεί», όμως τίποτα δεν έχει αλλάξει. Είναι αυτό το έργο ένας τρόπος να μην ξεχαστεί τίποτα;
Είναι μια πολιτική γεωγραφία, ναι, θέλει να τα καταγράψει όλα, την τόση ζωή που περιέχεται μέσα στον τόσο θάνατο. Μην έχετε καμιά αμφιβολία: τίποτα δεν ξεχνιέται. Είναι σαν το νεράκι. Κάπου θα βρει τόπο να περάσει. Και να μπει βαθιά στο χώμα, κάπου κάπως θα ξαναπρασινίσει τα χώματα, κι οι αμυγδαλιές θ’ ανθίσουν. Αλλά θέλει λίγο ακόμα για να συμβεί αυτό. Λίγο ακόμα.
-Πολλές φωνές μέσα στο ποίημα («Πού ’σαι σεσημασμένε, και ήρωα των χρόνων της απώλειας») προειδοποιούν: «Φύγε». Εσείς όμως παραμένετε. Τι σημαίνει για έναν ποιητή να επιμένει να μείνει σε έναν τόπο τραγωδίας;
Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Ποιητής θες να είναι αυτός που μένει. Κι όσοι φεύγουνε, ποιητές είναι. Αλλά με έναν τρόπο πιο άχρονο. Όπως ο Τεοφίλ Γκωτιέ που γράφει τα Σμάλτα και τις Καμέες, γράφει για τα μαρμάρινα σκαλοπάτια της Βενετιάς, ενώ το Παρίσι φλέγεται από την αδικία και την κοινωνική αναταραχή. Καλός ποιητής κι ο μένων, καλός κι ο φεύγων. Ποιος θα μας κρίνει;
-Στο ποίημα του Ρίτσου «Ποτέ δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά», τα παιδιά επιστρέφουν – στα όνειρα, στους διαδρόμους, στις σιωπές. Είναι νεκρά, αλλά παρόντα. Στη δική σας συλλογή, υπάρχουν παιδιά που δεν βρέθηκαν ποτέ – ούτε τα σώματα, ούτε τα κόκαλά τους. Φαίνεται να υπάρχει ένας ποιητικός διάλογος εδώ. Πώς διαχειρίζεται η ποίηση αυτή τη σπαρακτική μορφή απουσίας;
Τα νεκρά παιδιά φεύγουνε. Αυτό θέλω να πω καθώς γεωγραφώ τη χώρα Τύφλαντ. Κι αυτό είναι η μοίρα μας. Αλλά αυτό δεν μπορούμε να το δούμε στα μάτια. Είναι σαν ήλιος ο θάνατος. Glaring το λένε στα αγγλικά, δεν βρίσκω την ίδια λέξη στα ελληνικά, είναι ας πούμε εκτυφλωτικά άγριος, άγρια εκτυφλωτικός. Είναι ο ήλιος του θανάτου, που έλεγε κι ένα παλιό μυθιστόρημα. Είναι ο μαύρος ήλιος στον πιο ωραίο πίνακα του Χατζηκυριάκου Γκίκα, του 1947, που δείχνει κι αυτός ένα τοπίο μ’ έναν μαύρο ήλιο από πάνω του, ένα τοπίο γεωμετρικό και έρημο αλλά πολύχρωμο, μια απάνθρωπη πανδαισία – όπως ο θάνατος. Κι ο Ρίτσος, πόσο πιστά τραγουδάει το χρόνιο, κι ας τον ήθελε πάντα το κόμμα να τραγουδάει το ιδεολογικά άχρονο, το ας πούμε υγιές. Αλλά η ποίηση δεν μπορεί παρά να είναι η νοσηρότητα της γραφής. Ή τουλάχιστον και η νοσηρότητα, η χρόνια νόσος, η πολιορκία της σκέψης από τους νεκρούς μας.
-«Πιάσε το χέρι μου σφικτά και σκούπισε το κλάμα – / Και μες στις στάχτες αγκαλιά, και μες στη λάσπη αντάμα.» Καθώς η συλλογή κινείται μέσα σε σκοτεινές περιοχές της μνήμης και της απώλειας, ο καταληκτικός στίχος ξεχωρίζει σαν ένας σχεδόν ανεπαίσθητος ψίθυρος – μια πρόταση συντροφικότητας. Είναι αυτή μια μορφή αντίστασης ή κάτι άλλο;
Στο τέλος, μέσα από τις «Σημειώσεις» του βιβλίου φυτρώνει ένα ποίημα για τον κατακλυσμό. Σαν να ήτανε η θεομηνία του Δανιήλ (που μας τον είπανε Daniel!) μια τιμωρία, μια «φωνή Θεού», σαν να θέλει να ξεπλύνει το άδικο αίμα που φωνάζει, όπως στον αισχύλειο Αγαμέμνονα. Είναι ο ίδιος κατακλυσμός που σαρώνει και την «Τύφλαντ» του Νώεή του Βάγκνερ – το τέλος του καταστραμμένου κόσμου (ή τόπου, για να ’μαστε λιγάκι πιο σεμνοί), που τον καταπίνει ξανά το οργισμένο ποτάμι που φούσκωσε.
Αλλά μπαίνει στη μέση όλης αυτής της μεταφυσικής φαντασμαγορίας και μια φωνή που περιγράφει τα εξής:
«Δίπλα στις γραμμές, πριν απ’ το τούνελ, εκεί που φτιάσαμε το μικρό κλησιδάκι (ίδιο το κάναμε η Φανερωμένη μας) εκεί που καίμε το καντηλάκι τ’ άσβηστο (άχου βρε Αργυρώ), Εκεί, ως απάνω, αν αγαπάς, φτάσανε τα νερά απ’ τον κάμπο (μήνε μας στέλνει σημαδιά ο Πανάγαθος κι ένας μαλάκας (σχώρα με, Θε μου) έγραψε στα δίχτυα (μου το ’δειξε η Τασία – ούτε ο παπα-Γεράσιμος ο Πετρολέκκας, ο αρχιμαντρίτης δεν έχει τόσο ύφος) «Σοκ και δέος. Η μία τραγωδία συναντά την άλλη. Μίλησε ο Θεός».
Μέρος αυτού του τελειωτικού ποιήματος για τον κατακλυσμό είναι και το «μετά τον κατακλυσμό», όχι όπως στον Ρεμπώ, αλλά πιο αμήχανα. Αυτό το τελευταίο δίστιχο που λέτε είναι πολύ δύστυχο. Είναι αμήχανο, σαν knee-jerk reaction, σαν αντανακλαστική αντίδραση μέσα στο τοπίο του θανάτου: «Πιάσε το χέρι μου σφικτά και σκούπισε το κλάμα – / Και μες στις στάχτες αγκαλιά, και μες στη λάσπη αντάμα». Δεν ξέρω αν με πείθει. Αλλά ας πούμε ότι είναι μια απεύθυνση – είναι μια η λέξη του συρμού που δεν μ’ αρέσει, οπότε ας το πούμε καλύτερα το envoi, το στάλσιμο, όπως σε μια μεσαιωνική petite ballade του Φρανσουά Βιγιόν:
Μετά από τη μπαλάντα του θανάτου, αυτή την αφόρητη χωρογραφία και χορογραφία, λέω του αναγνώστη, δώσε μου το χέρι, ή δώσε ένα χέρι μπας και βγούμε κάπου πιο πέρα, κάπου έξω απ’ όλη αυτή την καταστροφή. Το στάλσιμο στη μικρή μπαλάντα τον Μεσαίωνα ήτανε τέσσερις στίχοι που απευθύνονταν σε δεύτερο ενικό στον πρίγκιπα που θα διάβαζε το ποίημα, που είχε στη δούλεψή του τον αυλικό-ποιητή. Εδώ το στάλσιμο είναι προς τον και την αναγνώστη – οι αυλικοί-ποιητές μάς τελειώσανε (ελπίζω). Ναι, το στάλσιμο είναι προς τον αναγνώστη – τι είναι η κάθε ανάγνωση αν όχι μια «πρόταση συντροφικότητας» που λέτε; Μπορεί κάποια στιγμή να νιώσουμε ότι η ανάγνωση είναι η τελευταία μορφή συντροφικότητας που μας απέμεινε.
Αλλά δεν πείθομαι εντελώς με το δύστυχο το δίστιχο. Γι’ αυτό, ενώ το βιβλίο το έφτιαξα το φθινόπωρο του 2023, θέλησα, το 2025, κάποια στιγμή, εκείνη τη μεγάλη στιγμή, που μου ζήτησε η 87χρονη μάνα μου να την πάρω απ’ το χέρι να πάμε μαζί με το τρένο στο Σύνταγμα καθώς το δίκιο συνέχιζε να φωνάζει ανικανοποίητο –με φως και με θάνατον ακαταπαύστως–, θέλησα να γράψω κι άλλο ένα στάλσιμο, που μπορεί να βρει σαν καλό νεράκι μονοπάτι να βγει σε μιαν άλλη, καλύτερη χώρα. Λέει αυτό το άλλο στάλσιμο (και συγχωρέστε μου, όσο να πεις, τον στρατευμένο τόνο – δεν ένιωσα να μπορώ να κάνω αλλιώς):
Εκτός απ’ το θάνατο
Παιδί μου, θέλω να σου δώσω να φας απ’ το ψωμί μου,
Παιδί μου, θέλω να σου δώσω να πιείς απ’ το δάκρυ μου,
Να σε πάρω αγκαλιά κι ας είσαι είκοσι χρονών λεβέντης και λυγερή,
και πάντα παιδί μου. […]
-Στη συλλογή δεν παρουσιάζετε τα θύματα σαν ήρωες, αλλά σαν ανθρώπους – μέσα από τις τελευταίες τους λέξεις, τις εύθραυστες, καθημερινές τους στιγμές. Τι σημαίνει αυτή η επιλογή για τον τρόπο με τον οποίο η ποίηση μπορεί να σταθεί απέναντι στην απώλεια;
Η άλλη όψη του θανάτου είναι η ζωή. Κάπου, στις σημειώσεις του, λέει ο Κωστής Παπαγιώργης: «Η στιγμή και η μνήμη του θανάτου είναι υπόθεση των ζωντανών». Γι’ αυτό μεγάλο μέρος του Τύφλαντ είναι η «κιβωτός της ζωής». Έτσι τα φαντάζομαι τα τρένα, σαν κιβωτούς της ζωής, γι’ αυτό μου κάθισε στο λαιμό αυτή η φρίκη με το τρένο των Τεμπών (και τον Βιδάλη απ’ το τρένο τον κατέβασαν για να τον σκοτώσουνε στον κάμπο της Λάρισας, λίγο πιο πέρα απ’ τα Τέμπη, στη Μέλια, ακόμα τον βλέπετε τον σταθμό του χωριού καθώς πάτε με το τρένο από τη Λάρισα προς το Βόλο). Αυτή τη ζωή που σφύζει μέσα στα βαγόνια του τρένου τραγουδάει και ο Λάρκιν, ο Άγγλος (το έβαλα το ποίημα του κι αυτό στο βιβλίο), που βλέπει, μονήρης και μελαγχολικός ο ίδιος, πάντα λιγάκι γέρος, τα νιόπαντρα ζευγαράκια να επιβιβάζονται στο τρένο του, που πάει για Λονδίνο – τα ζευγαράκια πάνε να ζήσουνε, αυτός πάει να πεθάνει. Αν όμως σκοτώσουμε αυτά τα νιόπαντρα ζευγαράκια που πάνε να ζήσουνε, τι μένει;
Ευχαριστώ που με φιλέψατε κι ας έχω άσχημο μαντάτο – έτσι κάπως το λέγανε παλιά άμα τους βάζανε να φάνε μετά από δρόμο πολύ που φέρνανε τα νέα στο χωριό.
-Εγώ σας ευχαριστώ πολύ!

****************
Ο Ορφέας Απέργης (Αθήνα, 1974) είναι ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και performer. Ποιήματα, μεταφράσεις και δοκίμιά του έχουν δημοσιευτεί μεταξύ άλλων στα περιοδικά Ποίηση, Ποιητική, Νέα Εστία και Books’ Journal από το 2006 και εξής.









