Προσωπικά, επιλέγω να ξεκινώ ακόμη και τα βιβλία μου από το τέλος. Θεωρώ ότι όλο το στόρυ ενός βιβλίου, διαβάζεται με μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν το δεις σαν διαδρομή, σαν αργή κίνηση ή slow motion, όπως συνηθίζουμε να το λέμε, προς τα πίσω. Εξαρτάται από ποια οπτική γωνία το βλέπεις ή το διαβάζεις. Πόσο έντονο συναίσθημα σου βγάζουν οι λέξεις, οι διάλογοι, η τελευταία φράση του επιλόγου. Εξάλλου, στην αρχή του βιβλίου, η συγγραφέας έχει επιλέξει ανάμεσα στα άλλα, μια φράση του Ζαν Λικ Γκοντάρ που λέει: «Μια ιστορία πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά».
Στο « Άγιοι στην κόλαση» της Γκέλης Ντηλιά, επιλέγω μια φράση απ΄το προτελευταίο κεφάλαιο, γιατί η ιστορία που αφηγείται έχει happy end και αυτό στις μέρες μας έχει μεγάλη σημασία, όταν γύρω μας οι σχέσεις, η απονομή δικαίου, η αγάπη με τη στενή αλλά και την ευρεία της έννοια, είναι αμφισβητούμενα και ανατρέπονται εν ριπή οφθαλμού.
«Εγώ εδώ Βασίλη. Εσύ εκεί. Ένα τσιγάρο διαδρομή. Πάμε για φινάλε».
Φινάλε με happy end στην περίπτωση ενός μυθιστορήματος που όπως διαβάζω στο οπισθόφυλλο, «ένας αθώος περνά τη μετεφηβεία και την ενηλικίωσή του στην κόλαση της φυλακής», ακούγεται ως οξύμωρο.
Απόψε όμως αυτοσχεδιάζουμε, σύμφωνα με το θεατρικό έργο του Λουϊτζι Πιραντέλλο και το δικαίωμα του ερευνητικού αυτοσχεδιασμού μου το δίνει ελεύθερα και χωρίς καμία αναστολή, το ύφος που είναι γραμμένο το βιβλίο. Διαβάζοντάς το, σχημάτισα μια καθαρή και ξάστερη εντύπωση και αίσθηση. Η συγγραφέας του αφήνει ορθάνοιχτες διόδους, αποφεύγει τους λαβυρίνθους της ερμηνείας του, προφανώς οδηγούμενη από τον ίδιο τον κεντρικό της ήρωα και από την πολύ προσωπική της ματιά στα άδυτα της ψυχοσύνθεσής του. Γράφει ως συγγραφέας αστυνομικού μυθιστορήματος αλλά σκέπτεται ως χρονογράφος, ως καλλιτέχνης που θέλει να αποτυπώσει πινελιά την πινελιά, στην παραμικρή της λεπτομέρεια την επώδυνη διαδρομή ενός ανθρώπου που για εννιά ολόκληρα χρόνια βίωσε τον σκοτεινό κόσμο του εγκλεισμού. Είναι σαν να θέλει να ζωγραφίσει μπροστά σε ένα ανοιχτό παράθυρο, αλλά αυτό που βρίσκεται απέναντί της να είναι ένας άχρωμος τοίχος. Όμως εκείνη θέλει να δώσει στον πίνακά της προοπτική, που είναι η τέχνη να δημιουργεί ο ζωγράφος βάθος σε επίπεδες επιφάνειες που έχει μπροστά του. Αυτός πιστεύω ότι ήταν και ο συγγραφικός της στόχος, στο πρώτο της μυθιστορηματικό πόνημα. Η προοπτική μέσα από την ατέλεια, την ασχήμια.
«Πόσα ανήλικα παιδιά σαν τον Βασίλη που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, μπλέκουν και εξακολουθούν να κάνουν τρόπο ζωής την παρανομία και μετά την ενηλικίωση; Η συμμορία είναι η οικογένεια..», γράφει κατηγορηματικά σε ένα από τα τελευταία της, μικρά κεφάλαια και εγώ αναρωτιέμαι εύλογα πόσο μακριά απέχει η συγγραφική φαντασία από την πραγματικότητα. Η οικογένεια, όπως διάχυτα εμφανίζεται μέσα στις σελίδες του βιβλίου, έχει μια αμφίσημη έννοια. Είναι παράδεισος, αλλά και κόλαση μαζί. Αποκτάει, μέσα από τις αιχμηρές λέξεις που ιδρώνουν από την έντονη, ψυχική κατάθεση, πολλές διαστάσεις. Απλώνεται άλλοτε σαν ασθένεια και άλλοτε σαν ίαση στον ψυχισμό των ηρώων του μυθιστορήματος. Περιγράφεται, άλλοτε σαν «συμμορία» και άλλοτε σαν επώδυνη ανάμνηση. Έχει μια γλυκόπικρη γεύση η λέξη αυτή. Ίσως η ιστορία του βιβλίου να θέλει να οδηγήσει τον καθένα μας στον ομφάλιο λώρο μας, σ΄αυτούς που μας γέννησαν και έχουμε και εμείς γεννήσει με τη σειρά μας. Στην γενεσιουργό αιτία των πράξεών μας, ιδιαίτερα όσων μας στιγματίζουν.
Η Ντηλιά, διεισδύει με την πένα της. Κάνει χρήση όλων των εκφραστικών μέσων ποιητική αδεία. Και το αναφέρω αυτό γιατί όντας η ίδια ποιήτρια, αφήνει τον ποιητικό ρυθμό να ρεύσει άφθονος σε πολλά σημεία των κειμένων της. Δεν χρειάζεται να σκύψει κανείς με μικροσκόπιο, είναι διακριτά, είναι αυτό που λέμε ότι τα λέει, τα γράφει «έξω απ΄τα δόντια». Δεν αφήνει πολλά περιθώρια να δώσει ο αναγνώστης διαφορετικές ερμηνείες. Η μυθιστορηματική φαντασία χρησιμοποιείται εκεί που πρέπει. Από εκεί και πέρα, κινείται μόνη της, χωρίς αυτήν. Ελεύθερο πνεύμα, προσωπικότητα αυτόνομη πλην σκεπτόμενη και ευαισθητοποιημένη σε θέματα προσέγγισης συνανθρώπων της που πάσχουν από τα ίδια τους τα πάθη και τη φύση του χαρακτήρα τους, γράφει έχοντας μπροστά της τα γεγονότα. Οι ήρωές της, συγκοινωνούντα δοχεία, οι τόποι δράσης τους αυστηρά επιλεγμένοι με ονοματεπώνυμο. Τίποτε δεν υπονοείται, για να μην αφήσει περιθώρια οποιασδήποτε παρερμηνείας. Ο λόγος της χωρίς ανάσα, κοφτός, άλλοτε δραματικός και άλλοτε φορτισμένος με μεγάλη ποσότητα πικρού χιούμορ. Τόσο πικρού, που προκαλεί συναισθηματικές δονήσεις σε όσους διαβάζουν το βιβλίο της. Προκαλεί; Λέει τα πράγματα με το όνομά τους; Επιδιώκει να αφήσει πίσω της, όσα προβληματίζουν και την ίδια, πέρα από τους ήρωές της; Αψηφά τις οποιεσδήποτε συμβάσεις; Πάντως, διαβάζοντας τις σελίδες της, έχω την αίσθηση ότι λειτουργούν ως δύο κόσμοι. Ως διπλή μαρτυρία, ως διπλή αφήγηση, ως δύο «εγώ». Η συγγραφέας; Έντονα παρούσα, συμπάσχει, ξεδιαλύνει υποθέσεις, δεν αφήνει την ιστορία να κάνει «κοιλιά». Δεν παρασύρεται σε κείμενα «σεντόνια», όπως λέμε εμείς οι δημοσιογράφοι. Οι προτάσεις της αυστηρά δομημένες, η χρήση των καλολογικών στοιχείων συνετή, αλλά η καυστικότητα σε όσα θέλει να θίξει, δεν έχει έλεος. «Καίει», και όποιον κάψει. Πάντως, αυτά που «καίει» τα έχει επεξεργαστεί καλά και, κάνοντάς τα «στάχτη», βοηθά να εξυγιανθούν όσα θα απομείνουν.
Θα μου επιτρέψετε εδώ να κάνω χρήση, όχι αλόγιστη, δέκα μικρών φράσεων του βιβλίου που προσωπικά με άγγιξαν με τον ρεαλισμό τους και έγιναν η αφορμή να κάνω πολλές σημειώσεις με το μολύβι μου πάνω στο βιβλίο.
1. «Η μαμά αγωνιούσε για το πώς πήγε η συνέντευξη . Υπήρχε περίπτωση να μην πάει, όπως έπρεπε; Mέχρι και ο δήμαρχος είχε μεσολαβήσει. Όλα ήταν μιλημένα»
2. «Πόση τεχνητή τροφή έχω καταναλώσει; Μήπως ήρθε η στιγμή να μάθω να μαγειρεύω;»
3. «Τις σοβαρές αποφάσεις μου τις παίρνω μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Κατά βάθος αυτές παίζουν τάβλι στον προθάλαμο του εγκεφάλου μου και περιμένουν το πράσινο φως για να πραγματοποιηθούν. Νικοτίνη τέλος.»
4. «Αν σε αγαπήσει κάποιος, σώζεσαι και ζουν αυτοί καλά κ΄εμείς καλύτερα».
5. «Η πιο αγαπημένη φιγούρα των παιδιών είναι η ανθρώπινη»
6. «Τα χρώματα της ίριδας πόσους ποιητές, συγγραφείς και καλλιτέχνες δεν έχουν εμπνεύσει, αλλά ως λουλούδια μόνο ο Van Gogh τις έχει ζωγραφίσει τόσο ρεαλιστικά που νομίζεις ότι το ιώδες μπλε τους προέρχεται από το πινέλο ενός λογικού και όχι ενός που έκανε λοβοτομή ο ίδιος στον εαυτό του πάνω σε μια επιληπτική κρίση».
7. «Αν και η ψυχική νόσος είναι αόρατη, όπως λένε, το να ξεμάθεις τις παγιωμένες κινήσεις στη ρουτίνα, δεν είναι εύκολο»
8. «Δεν αντέχεται η αλήθεια. Είναι δύσκολο να την αποδεχτείς, γιατί αυτό σημαίνει ελευθερία και είναι πολλοί που δεν ξέρουν πώς να ζήσουν ελεύθεροι. Καλύτερα στην ασφάλεια της άγνοιας, να μην εγκυμονούν κίνδυνοι και κανένα πετραδάκι να μην αναστατώνει τα ατάραχα νερά της ύπαρξης».
9. « Έχω φάει σε καλά εστιατόρια, σε ταβέρνες και μεζεδοπωλεία. Σαν το σημερινό μαγαζί όμως, που μου λέει σταράτα «είσαι η μούσα μου», δεν υπάρχει. Ενα μουσικό κουτί παίζει τη μελωδία της ευτυχίας και η μπαλαρίνα κάνει πιρουέτες στριφογυρίζοντας σαν ζαλισμένη γύρω από τον άξονά της».
10. Εδώ, θα μου επιτρέψετε να επικαλεστώ τις σελίδες του έντυπου αυτού βιβλίου που μυρίζει μελάνι έντονα θυμίζοντας ότι η τεχνολογία, οι νέες μορφές έκδοσης, οι λεγόμενες e– book, δεν είναι πάντα ο ενδεδειγμένος δρόμος, για να διαβαστεί με μικρότερο κόστος και με πιο εύκολο τρόπο ένα μυθιστόρημα.
«Θέλω να τον αγαπήσω…..».
Ένα βιβλίο που με έκανε να χαμογελάσω και να διασκεδάσω.









