Δηλώνει αιώνιος μέτοικος στην χώρα του θανάτου!

 

 

Σε παλαιότερα κείμενά-μου είχα σημειώσει πως ο δυνατος κρότος απο τη μπιστολια που τίναξε στον αέρα τα μυαλα του Κώστα Καρυωτάκη, του αυτόχειρα ποιητη, εκείνο το σημαδιακο δειλινο της 21ης Ιουλίου του 1928, στην Πρέβεζα, αντηχεί ακόμη στο σύμπαν, μετα απο ένα σχεδον αιώνα, και καταδυναστεύει απελπιστικα τη σκέψη και την ποίηση των νέων Ελλήνων ποιητων, γεγονος που γεννάει και ένα ηθικο πρόσημο που αγγίζει το ευρύτερο αναγνωστικο κοινο.

Αυτο, δυστυχως, ήταν το πρώιμο συμπέρασμα που αποκόμισα απο την επαφη και τριβη-μου τα τελευταία χρόνια με την ποίηση δύο τριων, κατα τ’ άλλα υποσχόμενων, δημιουργων. Βέβαια, δεν αγνοω, πως η ποίηση, γενικα η κάθε δημιουργία, ενέχει μέσα-της στοιχεία θανάτου, στοιχεία φθορας. Εξαρτάται όμως, πως εκλαμβάνονται και με ποια διάθεση αξιοποιούνται αυτα τα στοιχεία απο τον κάθε δημιουργο.

Το θλιβερο αυτο συμπέρασμα, έρχεται τώρα να το επιβεβαιώσει αλλα και να μού το εδραιώσει ο Αντρέας Πολυκάρπου με την καινούργια ποιητικη συλλογη-του που κυκλοφόρησε στις αρχες αυτου του χρόνου (2025) απο τις εκδόσεις Σμίλη και η οποία φέρει τον αποκαλυπτικο, άκρως πένθιμο, τίτλο ΄΄Εις Άδου Κάθοδος΄΄.

Θέλω να τονίσω, ευθυς εξ αρχης και χωρις περιστροφες, πως ο Α. Πολυκάρπου εκφράζει, μέσα απο τη νεόκοπη ποίησή-του, μία ακατανόητη απαισιοδοξία και ένα εν δυνάμει, επικίνδυνο θα έλεγα, πεσιμισμο, στοιχεία νεοφανη στο έργο-του και τα οποία εύκολα μπορει ν’ ανιχνεύσει και ο οποιοσδήποτε αναγνώστης. Και αυτο γιατι όλη η καινούργια ποίηση-του είναι θεμελιωμένη και στηριγμένη πάνω σε θλιβερα συναισθήματα και ψυχοφθόρες λέξεις, όπως π.χ. οι λέξεις «θάνατος» και «Άδης», δίνοντάς-σου την εντύπωση πως ο νέος ποιητης έχει παγιδευτει στο «αόρατο δίχτυ του θανάτου», έτοιμος ν’ ακολουθήσει με περιπάθεια τον δρόμο που χάραξε ο Κ. Καρυωτάκης.

Ο διάλογος, εξάλλου, που αναπτύσσει, σε επίπεδο βάθους και ουσίας, με τον αυτόχειρα της Πρέβεζας, όπως αποτυπώνεται στα ποιήματα που τιτλοφορούνται «Διάλογος με τον Κ. Καρυωτάκη» και «Του θανάτου», είναι τεκμήρια τα οποία δεν πρέπει να διαφεύγουν της προσοχης-μας. Απεναντίας, πρέπει να τα υπογραμμίζουμε και να τα αξιολογούμε όταν σκιαγραφούμε την ψυχογραφία, βιολογικη και ποιητικη, του εν λόγω δημιουργου.

Αξίζει ν’ αναφέρω πως απο μία πρόχειρη καταμέτρηση που έκαμα στις σελίδες της καινούργιας συλλογης-του, συνάντησα 30 φορες τη λέξη «θάνατος» και 25 φορες τη λέξη «Άδης! Κοντα σε αυτες συνάντησα και μία σειρα απο άλλες λέξεις, σχετιζόμενες πάντοτε με το μυστήριο του θανάτου και το πένθος που επιφέρει, όπως π.χ. οι λέξεις νεκρος, πεθαμένος, τάφος, μνήμα, κόλαση, κιβούρι, σεντούκι, σάβανο, θανατικο, λιβάνι κ.α. Μάλιστα, ο ποιητης χαρακτηρίζει τη «γη ένα απέραντο κοιμητήριο» και ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται αιώνιος μέτοικος «Στη χώρα του θανάτου», διαλαλώντας ταυτόχρονα πως «Όλα στον θάνατο εγγράφονται».

Ειλικρινα, δεν θέλω να πιστέψω πως ο νέος αυτος ποιητης απέκτησε ξαφνικα ερωτικη έλξη με τον θάνατο. Πως ο θάνατος του έγινε έμμονη ιδέα και απαραίτητος οδηγος, γεγονος που θα τον οδηγήσει κάποια στιγμη σε σκοτεινα μονοπάτια ή σε απονενοημένες πράξεις. Δυστυχως όμως, ο στίχος-του «Μια ανάσα πάντα απ’ τον θάνατο με χωρίζει» δεν αφήνει κάποια φωτεινα περιθώρια στη σκέψη-μου. Μάλλον, προς αυτες τις μαύρες σκέψεις την κατευθύνει.

Κατα βάθος, θέλω να πιστεύω πως αυτη όλη η ποιητικη ελεγεία του θανάτου και του πένθους που μας έχει καταθέσει με την καινούργια συλλογη-του είναι απλως και μόνο μία σπουδη πάνω σε αυτο το ακατανόητο μυστήριο, μάλλον για να προκαλέσει συγκίνηση. Γιατι, όπως έλεγε και ο Ezra Pound, μόνο η συγκίνηση διαρκει στη ζωη-μας. Δηλαδη, επεδίωξε να ιστορήσει και να σημάνει τον θάνατο, ίσως για να διερευνήσει πλατύτερα και βαθύτερα την απεριόριστη δράση-του αλλα και ν’ αποκρυπτογραφήσει σαφέστερα το απροσδιόριστο της ύπαρξής-του, λύνοντας με αυτο τον τρόπο και δικα-του ερωτήματα και υπαρξιακα προβλήματα που πιθανον να τον βασανίζουν. Εννοω ερωτήματα που του θέτει η ύπαρξη του θανάτου.

Αν παρ’ ελπίδα, όμως, η συναναστροφη του Α. Πολυκάρπου με τον θάνατο είναι βαθύτερη, δηλαδη έχει αποχτήσει ερωτικο χαρακτήρα (γεγονος που θέλω, όπως είπα, να το αποκλείσω) και έχει αφεθει να κατοικηθει απο τους εφιάλτες-του ή, για να το πω πιο απλα, έχει παραδοθει αμαχητι και έχει αφήσει τον ύπουλο και μοχθηρο θάνατο να εισέρχεται μέρα τη μέρα βαθύτερα στις φλέβες-του, τότε αυτόματα ο ποιητης εναντιώνεται και σε μία βασικη αρχη ή, καλύτερα, σε μία διδασκαλία του Χριστιανισμου, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος δεν πρέπει να επιθυμει τη συμφιλίωση με τον θάνατο, γιατι ο θάνατος είναι εχθρος του ατόμου. Γιατι ο θάνατος αφαιρει τη ζωη, δηλαδη το πολυτιμότερο αγαθο που χάρισε ο Πανάγαθος Θεος στον άνθρωπο. Γιατι η ζωη, κατα τον Διονύσιο Σολωμο είναι «το μέγα καλο, και πρώτο»!

Επομένως, ο ποιητης, αν είναι αληθινος ποιητης, τότε με την αληθινη ποίησή-του πρέπει να φανερώνει τη ζωη, με τις χαρες και τις χάρες-της, και όχι να εξυμνει τον θάνατο. Και είναι αρκετα σκληρο, πιστεύω, για ένα νέο άνθρωπο να χάνει το δικαίωμα της ζωης, πριν τη ζήσει.

Παρα ταύτα, έχω διαπιστώσει πως ο Α. Πολυκάρπου, έστω και με αυτες τις μαύρες λέξεις και τους μακάβριους στοχασμους-του, έχει κατορθώσει να μας δώσει δυνατους, περίτεχνους και διαβαστερους στίχους, άσχετα αν συνιστουν, όπως είπα, μία ελεγεία του θανάτου και του πένθους. Με άλλα λόγια, αρθρώνει ενα λόγο στιβαρο. Όμως, ως νέος δημιουργος που είναι, πρέπει να γνωρίζει πως αυτος ο λόγος χωρις έρμα, αναπόφευκτα βουλιάζει και μαζι, βέβαια, παρασύρει στο βυθο και τον δημιουργο-του.

Σταχυολογω και δίνω μία σειρα απο τέτοιους στίχους που έχουν στο επίκεντρό-τους τη λέξη «θάνατος». Στίχοι που συγκροτουν μία ποίηση, για την οποία δανειζόμουνα μία ξένη φράση για να την χαρακτηρίσω κι εγω, «του ομιλούντος θανάτου»:

 

Μα εγω τον αδελφο-του, τον θάνατο, αγαπούσα.

Μαζι-του ήθελα στο χώμα να πλαγιάσω.

σ. 10

*

Θυμάμαι τα λουλούδια.

Τι όμορφα που ευωδίαζαν θάνατο.

σ. 14

*

Τα ακάνθινα των ανθρώπων λόγια στόλιζαν το κρανίο-μου.

Μια ανάσα πάντα απ’ τον θάνατο με χωρίζει.

σ. 18

*

Ωραία του Άδη η βλάστηση μεθοκοπα τις αισθήσεις.

Όμορφα που κρεμιούνται των αυτοχείρων τα σάπια κορμια.

σ. 22

*

Με μικρες της πεταλούδας μεβράνες

φτερουγίζει στην κάμαρά-μου

μαυροφορεμένος ο θάνατος.

σ. 32,

*

Στη χώρα του θανάτου αιώνια είμαι μέτοικος.

σ. 33

*

Αφέσου στον θάνατο.

Αυτος ξέρει απο τους πόνους να λυτρώνει.

σ. 39

*

Τον έζησα τον θάνατο στην κούνια-μου.

σ. 39

*

Την ώρα που αιθεροβατουν οι νυχτερίδες

και οι αυτόχειρες με την απόφαση

του επικείμενου θανάτου στα μάτια.

σ. σ. 49

*

Παιδια δεν μεγαλώνουν στη γη αυτη.

Αυτόχειρα όλα τράβηξαν για τις βουνοκορφες του θανάτου

σ. 53

*

 

Μετα την Ανάσταση δεν υπάρχει ποίηση.

Όλα στον θάνατο εγγράφονται

σ. 58

*

Στον Άδη, ψυχη-μου, στον Άδη.

Εκει σε προσμένω, με μια αγκαλια πενθιμο, μωβ λιβάνι.

σ. 60

*

-Σειρήνες δεν γνώρισα. Μόνο τον θάνατο.

-Μοναδικη για μένα συντροφια που κουβαλω

κρυμμένο στη χούφτα-μου.

σ. 64

 

 

[Φωτογραφία: Αντρέας Πολυκάρπου]

 

Με όσα ανάφερα πιο πάνω, όμως, τα οποία, όπως τόνισα, εκλαμβάνω ως μία εργαστηριακη άσκηση απο μέρους του Α. Πολυκάρπου για την ποιητικη αυτογνωσία-του, ας μην θεωρηθει πως δεν υπάρχουν και οι ωραίες, φωτεινες και ευχάριστες στιγμες στα καινούργια ποιήματά-του. Έστω και μεμονωμένες, αυτες προβάλλουν όπως τα χλωρα και δροσερα κλαράκια που αναφύονται μέσα απο την καμένη και κατάμαυρη γη!

Θέλω να σημειώσω πως, παρα το θλιβερο φορτίου που μεταφέρει αυτη η ποίηση έχει, εντούτοις, τη δύναμη να σου προσφέρει κάποιες στιγμες ανάσας, ανάτασης και χαρας, όπως αυτες μας δίνονται μέσα απο τις ζωντανες και ελπιδοφόρες εικόνες που άντλησε απο την πλούσια φύση, όταν αυτη βρίσκεται «στην καλη και τη γλυκεια-της ώρα», όπως θα έλεγε ο Δ. Σολωμος, αλλα και απο το άπλετο μεσογειακο φως, τον ακαταμάχητο ελληνικο ήλιο, τον καταγάλανο ουρανο και τις απέραντες δροσερες θάλασσές-μας. Και όλα αυτα στοιχειοθετημένα τώρα μ’ ένα διαφορετικο λεξιλόγιο, αποτελούμενο απο λέξεις που συνέλεξε απ’ όλο τον διαχρονικο πλούτο της ελληνικης γλώσσας. Δηλαδη λέξεις φωτεινες, φρέσκες, δροσερες, καθαρες, γλυκες και χαριτωμένες!

Παραθέτω, και με αυτο ολοκληρώνω, ένα ενδεικτικο απόσπασμα:

 

Μυρίζω, όμως, το άρωμα του κιτρόμηλου.

Στο στόμα-σου να στρίμωχνα

των κιτρομήλων θα ήθελα τα άνθη

και των κυμάτων το αλάτι.

Να σου θυμίζουν του νησιου-μου την οσμη

και των ανθρώπων-του τη γεύση.

Γλυφοι άνθρωποι που τους γλυκαίνει

το ροδόνερο και του κιτρόμηλου το άρωμα.

σ. 64

 

 

 

 

 

*Ο συγγραφέας του κειμένου ακολουθει κανόνες του μονοτονικου συστήματος που εφάρμοζε ο αξέχαστος Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεβρινος.