Είναι γνωστή τοις πάσι η σχέση ιατρικής, φιλολογίας και φιλοσοφίας και θα περιοριστώ να αναφέρω τα παραδείγματα του Αδαμάντιου Κοραή και του Ιωάννη Καποδίστρια. Θα καταγράψω, επίσης, τη φράση του Ιπποκράτη: Ιητρός γαρ φιλόσοφος ισόθεος. Αυτό το αόρατο νήμα που συνδέει την ιατρική με τη φιλολογία και τη φιλοσοφία θα επιβεβαιωθεί μέσα από το έργο του Καθηγητή Ιωαννίδη.
Ο Ιωάννης Π.Α. Ιωαννίδης απέχει παρασάγγας από τον κλασικό σύγχρονο επιστήμονα ο οποίος ασχολείται με ένα εξαιρετικά περιορισμένο αντικείμενο, με μια επιστημονική λεπτομέρεια η οποία, μεταξύ μας, συχνά είναι μικρής σημασίας. Δεν του ταιριάζει να γνωρίζει σχεδόν τα πάντα για το σχεδόν τίποτα. Είναι ταυτόχρονα σπουδαίος επιστήμονας και βαθύς διανοητής. Είναι η κλασική περίπτωση του «homo universalis» με τα πολλά ενδιαφέροντα, τα πολλά ταλέντα, τη βαθιά ευφυΐα, και τη βαθιά γνώση σε πολλούς τομείς, όπως οι θετικές επιστήμες, η φιλοσοφία, η παγκόσμια ιστορία, η μουσική, η τέχνη και η λογοτεχνία. Το ταξίδι του αναπολεί ένα πλούσιο πολιτισμικό σύμπαν. Ας μην λησμονούμε ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού διατρέχει κανείς τουλάχιστον τρεις φορές το ίδιο μονοπάτι: το επινοεί, το πραγματώνει και το καταγράφει επιστρέφοντας.
Το ταξίδι του καθηγητή Ιωαννίδη είναι πλούσιο. Ευφάνταστος, ονειροπόλος, τολμηρός, περίεργος και γεμάτος θάρρος, ο συγγραφέας αντιμετωπίζει κατά πρόσωπο την ίδια τη ζωή. Αγωνίζεται να εγκολπωθεί τη γνώση, να είναι ολοκληρωμένος, να οργανώσει το κατακερματισμένο χάος υπό τη φωτεινή ενότητα της σκέψης. Το κύριο του μέλημα είναι να απαιτήσει από τον εαυτό του και από εμάς να κατακτήσουμε τα πάντα: τον έρωτα, την αξιοπρέπεια, την τιμή, τη γνώση, την έλλογη σκέψη.
Διαβάζοντας το βιβλίο ο καθένας μας μπορεί να συνδιαλλαγεί μαζί του, γιατί η γραφή του κ. Ιωαννίδη είναι πρωτίστως βιωματική. Η γλώσσα του είναι ταυτόχρονα ριζοσπαστική και ενιαία. Ενιαία για όσους υπερασπίζονται την προτεραιότητα του κειμένου και την ανυπόγραφη σύστασή του, ριζοσπαστική, ωστόσο, που διαφοροποιείται από την ρητορική πίεση και το προσωπικό στιλ.
Οι «Αντικριστές Πολιτείες» μάς προσκαλούν να καταδυθούμε στην ίδια μας την ύπαρξη, να στοχαστούμε πέρα από τα κλισέ και την εφήμερη διάσταση της σκέψης μας. Ο συγγραφέας μάς μιλά με τρόπο που θα μπορούσε να συνοψιστεί σε μία παραλλαγή της γνωστής φράσης του Καρτέσιου: Σπαράσσομαι, άρα υπάρχετε. Μέσα από το βιβλίο αυτό, ο συγγραφέας χαρτογραφεί την αγωνία της γραφής και την αναπαράσταση ενός κόσμου που ακούει τους τριγμούς του, καθιστώντας το έργο διαχρονικό, αφού το πρόπλασμα κάθε καλλιτεχνικής δημιουργίας παραμένει για πάντα ανοχύρωτο.
Το πνεύμα του Καθηγητή Ιωαννίδη μας καλεί σε μια περιπέτεια δίχως βέβαιο τέλος. Η σύνδεσή μας με αυτό προϋποθέτει καρτερικότητα, εσωτερική δύναμη, αγώνα μέχρις εσχάτων. Προϋποθέτει ελευθερία και ελευθερία είναι, αν θέλετε, η ικανότητα να αρχίζει ο άνθρωπος κάτι μόνος του, της οποίας κατ’ ακολουθίαν ο αιτιολογικός προσδιορισμός δεν υπόκειται κατά τον φυσικό νόμο πάλι σε άλλη αιτία, που να την προσδιορίζει μέσα στον χρόνο.
Θα μου επιτρέψετε να αφιερώσω στον Καθηγητή Ιωαννίδη ένα κείμενο που αποτελεί διασκευή ενός κλασικού κειμένου, μιας Ουτοπίας, η οποία στη δυστοπική εποχή μας συμπυκνώνει την αγωνία των πνευματικών ανθρώπων.
Μεγάλος ο ανήφορος και ακόμα ούτε ένα σημάδι πως βάδιζε σωστά. Ούτε μια σταλιά από φως στον ορίζοντα, έτσι για ελπίδα, για να του φανερώσει πως το ρίσκο που είχε πάρει σπάζοντας τα δεσμά του άξιζε. Μια ιδέα του τριβέλιζε το μυαλό, όσο στεκόταν αλυσοδεμένος, πως αυτό που έβλεπε δεν ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να δει. Από μικρό παιδί θυμόταν τον εαυτό του αλυσοδεμένο να κοιτάζει μόνο προς τα εμπρός. Ολοένα και περισσότερο η ιδέα να σπάσει τα δεσμά του και να φύγει τον γοήτευε. Επιχείρησε να μοιραστεί την σκέψη του με τους άλλους. Κάποιοι ούτε που κατάλαβαν τι τους είπε, κάποιοι τον κοίταξαν με απορία και κάποιοι άλλοι τον κορόιδεψαν. Μιλούσες για πράγματα που δεν τα’ βλεπαν κι αυτοί γελούσαν . Μήπως είχαν δίκιο οι πολλοί; Μήπως είχε κάνει λάθος; Πόσο λογική ήταν η σκέψη του πως στο σπήλαιο δεν ήταν η πραγματική ζωή, ότι αυτή βρισκόταν κάπου έξω; Και άξιζε να αφήσει αυτό που είχε τόσα χρόνια συνηθίσει, για να αναζητήσει κάτι άλλο; Θα ήταν αυτό καλύτερο ή μήπως γρήγορα θα αναπολούσε το σπήλαιο; Αισθανόταν όμως την ανάγκη να το κάνει. Άκουγε μια φωνή να τον παροτρύνει να συνεχίσει. Τον ενθάρρυνε λέγοντάς του ότι αν επέμενε θα έβλεπε τα πράγματα σωστότερα, ότι θα συνειδητοποιούσε πως τόσον καιρό ζούσε σε έναν εικονικό κόσμο. Σε αναζήτηση του Αγαθού βρισκόταν και όφειλε να συνεχίσει.
Μια χαραμάδα φωτός φάνηκε στον ορίζοντα. Δεν είχε κάνει λάθος, υπήρχε διέξοδος! Η επιμονή και η πίστη του είχαν ανταμειφθεί. Άρχισε να επιταχύνει το βήμα του, αν και ο ανήφορος δεν του επέτρεπε να τρέξει. Το φως ολοένα και δυνάμωνε. Δεν ήταν πλέον δεσμώτης, μπορούσε να δει ποιο ήταν το πραγματικό φως, ο αληθινός κόσμος. Το μόνο που δεν είχε σκεφτεί ήταν πόσον καιρό θα χρειαζόταν, για να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Τα μάτια του είχαν «βολευτεί» στο ημίφως της φλόγας εντός του σπηλαίου. Πόσο γρήγορα θα συνήθιζε το φως του ήλιου, που ήταν πολύ πιο δυνατό, αλλά πραγματικό φως; Χαμογέλασε στη σκέψη αυτή. Θα αγωνιζόταν γι’ αυτό, τι είχε να φοβηθεί; Αφού είχε την υπομονή και την επιμονή να σπάσει τα δεσμά του, θα κατάφερνε να πείσει τα μάτια του να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις. Άλλωστε, στη ζωή προχωρά κάποιος με ρήξεις, αλλιώς τι νόημα έχει; Αλλιώς, κάθεται στο σπήλαιο και δεν ψάχνει τίποτε άλλο.
Πού να βρει τις κατάλληλες λέξεις να περιγράψει τον κόσμο που τον υποδέχτηκε, μόλις βγήκε από το στόμιο του σπηλαίου. Μολονότι τα μάτια του δυσκολεύτηκαν πολύ να συνηθίσουν στο φως, αυτό που αντίκρισε τον αποζημίωσε με το παραπάνω. Βρισκόμαστε μια ανάσα από το κάλλος και βολευόμαστε στην ασχήμια. Μια ανάσα από την ευτυχία και βυθιζόμαστε στη δυστυχία. Τι είναι αυτό που κρατά τους δεσμώτες στο σπήλαιο; Πόσο ισχυρή είναι η δύναμη της συνήθειας! Ακόμη ένα πηγάδι μέσα σε μια σπηλιά. Άλλοτε μας ήταν εύκολο να αντλήσουμε είδωλα και στολίδια, για να χαρούν οι φίλοι που μας έμεναν ακόμη πιστοί.
Οι δεσμώτες. Τους είχε λησμονήσει όλο αυτό το διάστημα που βάδιζε στον αληθινό κόσμο. Για μια στιγμή ο χρόνος κοκάλωσε. Εξακολουθούσαν να αγνοούν τι πραγματικά συνέβαινε, συνέχιζαν να ζουν μέσα στο σπήλαιο, μέσα στην άγνοια, μέσα στο ψέμα και μάλιστα είχαν την εντύπωση πως τα πάντα στο σπήλαιο ήταν ο αληθινός κόσμος. Πώς τους είχε ξεχάσει τόσον καιρό; Είχε την υποχρέωση να τους ενημερώσει, να τους προσκαλέσει να δουν κι αυτοί πως ο αληθινός κόσμος είναι έξω από το σπήλαιο. Δηλαδή, έπρεπε να επιστρέψει; Να βρεθεί ξανά στη φυλακή του; Να στερηθεί, έστω και προσωρινά, τον ήλιο και να ξανακυλήσει στο ημίφως της φωτιάς; Και αν οι υπόλοιποι δεν μάθαιναν την αλήθεια, θα ήταν τόσο μεγάλο το κακό; Δεν ήταν αρκετό που ο ίδιος ήξερε; Άλλωστε, εκείνος έψαχνε πολύ καιρό τρόπο να ξεφύγει, οι άλλοι δεν ενδιαφέρονταν καθόλου. Ας μη μάθουν ποτέ, δεν έγινε δα και τίποτα. Για ποιο λόγο αυτός όφειλε να τους ενημερώσει; Αυτοί δεν ήταν που όταν θέλησε να μοιραστεί μαζί τους την επιθυμία να σπάσουν τα δεσμά αδιαφόρησαν; Αν τώρα αντί να αδιαφορήσουν, του επιτεθούν, τι θα συμβεί; Γιατί να στερηθεί την αληθινή ζωή για εκείνους που δεν ήθελαν να ξέρουν κάτι περισσότερο από αυτό που άντεχε η ράχη τους; Γιατί να επιστρέψει στο φως των δαυλών, αφού είχε αντικρίσει τον ήλιο;
Τι είδους άνθρωπος περνιόταν από τη στιγμή που ζηλόφθονα ήθελε να κρατήσει την αλήθεια και τη γνώση για τον εαυτό του; Αν σκεπτόταν με αυτόν τον τρόπο, οι δεσμώτες θα έμεναν διαρκώς καταδικασμένοι. Δεν ήταν σε καμιά περίπτωση σωστό να τους αγνοήσει. Ανεξάρτητα από την αντίδρασή τους, όφειλε να επιστρέψει στο σπήλαιο, να τους διηγηθεί τι είχε δει και να τους παροτρύνει να τον ακολουθήσουν, για να ξεφύγουν από το απατηλό ψέμα και να δουν τον αληθινό κόσμο. Θα ήταν μεγάλη ικανοποίηση, αν έστω και ένας έδειχνε διάθεση να συντρίψει τα δεσμά της συνήθειας και να υποβληθεί στο μαρτύριο του ανήφορου, για να δει το φως. Ποσοτική δικαίωση δεν υπάρχει ποτέ, είμαστε σε αναζήτηση της ποιοτικής. Όσοι είναι και για όσο αντέχουν να είναι.
Το αποφάσισε. Θα τα θυσίαζε όλα, για να επιστρέψει στο σπήλαιο, να αφυπνίσει τους άλλους δεσμώτες. Αδέρφια του ήταν, εξαπατημένοι, όπως κι αυτός, μέχρις ότου αποφάσισε να σπάσει τις αλυσίδες. Οτιδήποτε κι αν συνέβαινε στο σπήλαιο, άξιζαν οι δεσμώτες αυτή τη θυσία. Ο δικός του σπαραγμός, αν τα πράγματα πήγαιναν άσχημα, θα επιβεβαίωνε την ύπαρξή τους. Κι αυτό κέρδος ήταν. Ίσως ήταν νωρίς ακόμα στον κόσμο, για να αφυπνιστούν οι δεσμώτες. Με τον τρόπο του θα είχε κι αυτός συμβάλει στη μελλοντική, έστω, αφύπνισή τους. Γύρισε την πλάτη του στον ήλιο και κινήθηκε προς την είσοδο της σπηλιάς.
Στο πρόσωπο και το έργο του εκλεκτού φιλοξενούμενού μας συναντώνται η παρρησία, η αμφισβήτηση, η διαρκής ανάγκη του αυτοπροσδιορισμού. Πρόκειται, χωρίς αμφιβολία, για μια επώδυνη διαδικασία. Στο στήθος μου η πληγή ανοίγει πάλι, όταν χαμηλώνουν τ’ άστρα και συγγενεύουν με το κορμί μου, όταν πέφτει σιγή κάτω από τα πέλματα των ανθρώπων .
Οι καιροί μας είναι παράξενοι και η σε βάθος παιδεία περιορίζεται σε κύκλους στενούς. Οι εν πολλοίς αποπνευματοποιημένοι σύγχρονοι άνθρωποι υποβίβασαν ακόμη και τις έννοιες στο επίπεδο της ευτέλειας. Το είδος της ζωής που λαχταρούν έχει, δυστυχώς, χαρακτήρα ποσοτικό και ο καρπός καταβροχθίζεται γρήγορα. Η εποχή μας είναι αφιλόξενη ως προς το πνεύμα.
Είναι βέβαιο ότι ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος και οι Μήδοι, επιτέλους, θα διαβούνε . Αλλά αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία. Δεν έχουμε παρά να κοιτάξουμε το βιβλίο και το έργο του Καθηγητή Ιωαννίδη.









