Δέσμιος, στείρα θλίψη

στη μέθη του καλοκαιριού,

αναπολώντας με θεία αφέλεια

παλιά ψιθυρίσματα

αγκαλιές, λάγνα βλέμματα,

διψασμένα χείλη

γρίφος αν μπορείς να συντρίψεις τα όρια

για να μείνει αυτό που αξίζει.

Αρμυρίκια,

άνυδροι αμμόλοφοι

ώρα που ασυλλάβιστες οιακτές

γεμίζουν γλαροπούλια,

η μυρωδιά των κέδρων

στάδιο μύησης σε νιότη ανέμελη

ώρα που η ψυχή

μεταλάβαινε θεό

και έρωτα κορφιάτικο.

Έγνεθε ο πελαγίσιος αέρας ξέπλεκα μαλλιά

χαμήλωνε ο ορίζοντας

σημάδευες στα πρώτα σύννεφα

το χρυσό και το κόκκινο

γίνονταν τα χρώματα νερά

έγερνες στην άμμο

κορτάροντας κύματα

στο ζεστό ήλιο

σαν άναβε

κεριά τα δάχτυλα ο πόθος,

πρωτόπλαστος και παντοδύναμος

καμμιά επιθυμία

δεν ήταν ανάγκη να ξεπεραστεί

έφεγγαν

όλα τα μαλάματα

μέσα σου,

τότε που η Όστρια

στην ανορθόγραφη ζωή

σε ήθελε να ονειρεύεσαι το αδύνατο.

 

Τώρα, στ’ ασβεστωμένα σκαλοπάτια,

ανθίζουν οι ξεχασμένες μέρες

στις αναμνήσεις

στη σκέψη σου,

αφορμή ένα λευκό φανελάκι

στο απέναντι μπαλκόνι,

δυο μανταλάκια ελέγχουν,

κάθε του κίνηση

κι ας θέλει ο άνεμος

να…

Άστο καλύτερα,

δύσκολο να ορίσεις την ελευθερία

όταν υπάρχουν, μανταλάκια.

 

Ρεμβάζεις από το παράθυρο

φωτισμένα καράβια, μακριά,

τολμάς, έστω αυτό,

«τα πράγματα συμβαίνουν

γιατί οι άνθρωποι παίρνουν αποφάσεις»

εσύ το είπες,

«και προβαίνουν σε πράξεις, ανόητες…»

η ηχώ

από τη μέσαφωνή

κάνεις πως δεν ακούς.

 

Μελτέμι,

εκπλήρωση ένα κοριτσίστικο γέλιο,

διδάσκει και διδάσκεται

η απόσταση,

συνεχίζεις να ρεμβάζεις

αιρετική ματιά πάνω στο γιασεμί,

χαϊδεύει

αμαρτωλά την ήττα

με πάθος την πρώτη δίψα

αναμάρτητα τη θύμηση

δοξαστικά τον έρωτα

εκπλήρωση ένα κοριτσίστικο γέλιο

το φυλαγμένο εντός.

 

Πίσω από την πάντα κλειστή πόρτα

η νέα σύντροφος

δοσμένη στη μάχη με τον χρόνο,

στον καθρέφτη

βλέπει τη φθορά

βουλιάζει και χάνεται

ερήμην σου.

Σκληρή θυγατέρα της έπαρσης

η ματαιοδοξία,

τάμα στην αλαζονεία η ξιπασιά

μυστικά ένοχα,

άχρωμες παρωχημένες ιστορίες

για να έχει

συνέχεια η τυραννία της,

νομίζει…

Αύριο στην παγίδα που έστησε, αύριο

«maximus in minimis»

αυτό να τολμήσεις να πεις,

να τής πεις

«maximus in minimis».

 

Έχει ασκηθεί

να διαλέγει θύματα

κοίτα,

καμαρώνει, ποζάρει,

οργή ποτισμένη με μίσος,

ανάσα πνιχτή,

χαμογελώντας σαρδόνια

πάλι νομίζει,

πως τάχα έχει εκτοπίσει κάθε δική σου

του παρελθόντος εγγραφή.

Ανασηκωμένο στόμα

ετοιμάζεται να πει

κι άλλα ψέματα

όσο σωπαίνεις εσύ,

μα εσύ,

οφείλεις να ζήσεις.

 

Βραδιάζει, ξημερώνει

αλλάζει χρώματα

και φως ο ουρανός,

επιστρέφουν οι μέρες, οι νύχτες

οι εποχές,

αλλά, όχι πάντα οι φίλοι,

ούτε οι παλιές αγάπες,

όλα ίδια και όλα αλλιώς.

Αγκυλώνεσαι στην ίδια θέση

ναι, ρεμβάζεις από το παράθυρο

πρώτα το άπατο χάος,

τα νυχτολούλουδα σε παρασύρουν

μύρα στεριανά,

μετράς

τους γύρους των καιρών

συνεχίζεις να σωπαίνεις

μια μαύρη κάμπια

σέρνεται στο μάρμαρο

βυζαίνεις τον δείχτη

πικρός ο καρπός της απάτης

πυκνώνουν οι θύμησες,

το ξέρεις,

οι λέξεις δεν αποτελούν εγγύηση

για να καταλάβει.

 

Λιγοστεύει η ζωή

πανσέληνος απόψε

στις κορφές των κυπαρισσιών

διανυκτερεύει

αλλήθωρο τοεγώ,

το δικό της πομπώδες «εγώ»,

η σιωπή σου τελετή λήξης,

όχι, δεν θα υπάρξουν

νέα επεισόδια,

συγκλονίζει η αμηχανία

και η διστακτικότητα

ν’ αρνηθείς τη φθορά.

Τέλεψε

η φιέστα και η εφήμερη δόξα

ενός λεπτού ακινησία

στα βλέφαρα,

πεπρωμένα λάθη, πετρωμένα.

 

Αμφιβολίες, προσδοκίες,

μισός αιώνα στην πλάτη,

δεν έμαθε,

και δεν θα μάθει

νομίζει,

πολυσύνθετη και σπουδαία

νομίζει…

Στο μέτρημα χάνεται η προσποίηση

από συμφέρον σε συμφέρον,

πέφτουν οι μάσκες

ξεπούλησε πλανόδια σχέδια

και χίμαιρες.

Περαστική είναι…

 

Θυμάσαι,

ζυγιάζεις αντοχές, γδυτές αλήθειες

πάγωσαν οι προσμονές

δαγκώνεις τα χείλη

κυνική αποκάλυψη

ο Αύγουστος

κινδυνεύει ο έρωτας,

η αγάπη,

η αγάπη στο κατώφλι,

το κατώφλι της, έχει προ πολλού

χρεωκοπήσει

κι ας είχε ελευθέρας στην καρδιά σου.

Ω ναι! το καλοκαίρι,

το καλοκαίρι

προσφέρει άλλες εμπειρίες

στην αληθινή νιότη,

δεν αντιλέγω

το λευκό φανελάκι φιλεύει τη σκέψη

αλμύρα, σ’ ένα άλλο στήθος,

νοερά το άγγιγμα,

δίδαγμα αναστάσιμο της σάρκας

όταν γράφει το κύμα φιλιά.

 

Σπαταλιέσαι, όνειρα ενέχυρα

στην ατζέντα της

διαβάζεις ναυάγια,

έφτασες στην άκρη,

εκείνη,

αγνώριστη, ξένη

την αγκαλιάζεις

αρμέγεις αδιαφορία,

πόσες και πόσες υποσχέσεις

πίστεψες πως είχαν μέλλον

πριν σβηστούν…

στην ατζέντα της.

 

Γυρίζουν αλύπητα οι ωροδείχτες,

από τη ζήλεια στο φθόνο,

με την αγρύπνια της στοργής

περιμένεις την άχραντη σύμπτωση,

βραχύβιος έρωτας,

στην αστοργία της φλόγας

οι πεταλούδες καίνε τα φτερά.

Κατά κανόνα

η ίδια η ζωή λύνει τα διλήμματα

αύριο,

όχι σε άλλες

οξειδωμένες μέρες.

 

Φωτογραφίες

επιτηδευμένα ωραίες,

να φαίνεται,

το είναι δεν ενδιαφέρει,

ω ναι!

εξαιρετικά

διαπιστευτήρια

κάποιες πειραγμένες εικόνες,

δήθεν

στο μαζί, λίγοι στο εμείς,

για να μην ξεχνάς

ό,τι έχει ματαιώσει,

με το μειδίαμα της απληστίας

με το παγωμένο προσωπείο

θητεία στην υποκρισία,

αυτό είναι.

 

Γάμος πολυτελείας

αμάντευτος «Τιτανικός»,

ειρωνικό το τέλος πλησιάζει

προλαβαίνεις

εσύ, που ψάχνεις τα νήματα

να συνδεθείς

με ό,τι άφησες αθώο στο χτες,

σκόπιμη απόψε η περιπλάνηση,

εσύ, που κάνεις πρόβες στο μπαλκόνι

για την απονομή των Όσκαρ

παραβλέποντας θυμό και διάψευση,

έχεις φτάσει στη ρίζα της μνήμης σου

αναμφίβολα,

εσύ που επαναστάτησες

κι έγινες δούλος.

 

Αναίτια αγενής,

τελικά ο ρόλος της

αυθεντία στο να ξεγελάει,

ανίκανη να αγαπήσει,

να μοιραστεί

φύκια η μπερδεμένη της ζωή,

επιμένοντας απεγνωσμένα

να έχει την πρώτη θέση

λανσάρει μεταξωτές κορδέλες

τα φύκια, τα φύκια, τα φύκια.

Πρώην ερωμένη,

νυν σύζυγος, πάντα ματαιόδοξη

αρνείται

αποτυχία, απιστία, προδοσία,

πνίγεται, αποστηθίζοντας

στη φαντασία της χειροκροτήματα,

σωσίβιο η αλήθεια

μα δεν την καταδέχεται.