Ο Γιάγκος Πλατής ανήκει στις νέες ιδιαίτερες λογοτεχνικές – ποιητικές φωνές. Έκανε την πρώτη του εμφάνιση το 2020 μέσω των εκδόσεων Οσελότος με ένα τόμο μικρών πεζών με τίτλο «Σήμερα είπα να μη γράψω» κι εκεί ήδη φάνηκε πως ο νεαρός δημιουργός κάτι ξεχωριστό είχε να πει και δικαίως κέρδισε την προσοχή μιας μερίδας αναγνωστικού κοινού. Λίγο καιρό πριν, ο Πλατής πραγματοποίησε το επόμενο βήμα του παραδίδοντας την πρώτη του ποιητική συλλογή «Χάνοντας χρόνο», αυτή τη φορά μέσω των εκδόσεων Έναστρον που φιλοξενούν υπό τη στέγη τους νέους αλλά και καταξιωμένους εργάτες του λόγου σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.
Με σπουδές Κοινωνιολογίας στο Πάντειο και ΜΜΕ στο City University of London, ο Πλατής ασχολείται επαγγελματικά με την αρθρογραφία και με τη μουσική αλλά ασχολείται και με το σαγηνευτικό παιχνίδι των σκέψεων, της αφήγησης και της παρατήρησης σκιών, βλεμμάτων και καταστάσεων που αποκτούν υπόσταση μέσω των λέξεων -και του ρυθμού και της δύναμής τους- και γίνονται ιστορίες που αντικατοπτρίζουν όσα ζούμε, όσα νιώθουμε, φοβόμαστε, αρνούμαστε, παραδεχόμαστε, όσα ομολογούμε ή αποκρύπτουμε από τον εαυτό μας και τους άλλους -αιχμάλωτοι ελεύθεροι στη μικρή ζωή μας, παγιδευμένοι στον ιστό των παθών μας, των συναισθημάτων, των αδιέξοδων πόθων μας, των εσωτερικών μας εκρήξεων που μας ωθούν μακριά απ’ τον ρυθμό του κόσμου.
Στη συλλογή «Χάνοντας χρόνο», που περιέχει 32 ποιητικές ιστορίες για τον άνθρωπο και τα βάθη, τους βυθούς και τους ουρανούς του, ο Γιάγκος Πλατής καταθέτει έντιμα, καθαρά, μεστά και εύστοχα τ’ αληθινά μας, τα χαμένα / καμένα χαρτιά μας, τις εναλλαγές και τις συναλλαγές μας, τις κραυγές και τους ψιθύρους μας, την άνευρη ενηλικίωσή μας, τα παραμύθια εκείνα που χτίζουμε και μέσα τους ζούμε κι εκείνα που πουλάμε σε τιμή ευκαιρίας, τη μνήμη που μας μεθά και μας χτυπά σαν ηλεκτρικό ρεύμα, τα μάτια μας που ατενίζουν στωικά την αλλαγή σκυτάλης των εποχών. Κυρίως γραμμένα σε α’ πρόσωπο ενικού αριθμού -άρα εξομολογητικού ύφους- (με την παράλληλη χρήση του β’ ενικού και του α’ πληθυντικού), τα πεζοποιήματα / ποιήματα του «Χάνοντας χρόνο» πορεύονται στο σήμερα -συχνά με το βλέμμα στραμμένο στο χθες-, στη ζωή στο κλεινόν άστυ (το εσωτερικό και εξωτερικό, το κυριολεκτικό και μεταφορικό).
Το ποιητικό υποκείμενο κινείται μέσα στην πόλη και καταγράφει βήματα, ματιές, ανεπαίσθητες κινήσεις περαστικών – συνεπιβατών – αγνώστων – οικείων . Συχνά απευθύνεται στον εαυτό του, συχνά απευθύνεται σε ένα πρόσωπο που μαζί του μοιράστηκε στιγμές δύσης κι ανατολής, παύσεις και νότες, σύμφωνα και φωνήεντα, μαξιλάρι και άνεμο, απευθύνεται στο Θεό, στην κοινωνία, στον αναγνώστη που γίνεται κοινωνός των αφηγήσεών του, των ονείρων, της αποδοχής, της εμμονής του να στραγγίξει φως απ’ τη νύχτα κερδίζοντας χρόνο χάνοντάς τον.
Σε κάποια σημεία, υπαινικτικά, και σε άλλα σημεία, τολμηρά και με ειλικρίνεια, το ποιητικό υποκείμενο του Πλατή συστρέφεται γύρω από μια φωτιά που πάει να σβήσει, περιστρέφεται γύρω από μια χώρα που χάνει τη θρυμματισμένη της ταυτότητα αλλά το τέλος μοιάζει μ’ οφθαλμαπάτη κι όλα μπορούν να ξαναγίνουν ζωή όσο υπάρχουν μουσική, στίχοι, ποιήματα – συνθήματα γραμμένα στους τοίχους. Οι ιστορίες στο «Χάνοντας χρόνο» έχουν μνήμες -φιλιά και μαχαιριές, έχουν βήματα πίσω στο χρόνο γιορτάζοντας τ’ αδιέξοδο και την απουσία και τον χωρισμό και την επανένωση, έχουν εκείνο τον παιδικό εαυτό που συγκατοικεί με τον ενήλικα στο ίδιο σώμα και στέκεται πίσω απ’ το παράθυρο να αντικρίζει ζωή να κυλά, δαίμονες να χορεύουν, πουλιά που επιστρέφουν στον ουρανό τους μετά από ποινή φυλάκισης σε ένα κλουβί.
Ο ποιητικός αφηγητής είναι ίδιος ενώ έχει αλλάξει, δεν βγάζει άκρη και απ’ άκρη σ’ άκρη προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του εντός εσωτερικής περιδίνησης. Περιπλανιέται μέσα στη νύχτα των άλλων, περνά τα φανάρια με πορτοκαλί, βλέπει το ίδιο όνειρο, θρηνεί τη χώρα του, γυρεύει μια θέση στο ουράνιο τόξο του κόσμου, μονολογεί κι ομολογεί νίκες και ήττες, τραγουδά βραχνά για τη χώρα του που βρέχει γιατί είναι βροχή κι οι σταγόνες της ρημάζουν τα σπίτια, τα όνειρα, τις αγκαλιές, κάνει ποιήματα τη μοναξιά, την απώλεια, τη νέα τάξη πραγμάτων, τη γιορτή της απουσίας μετατρέποντας το προσωπικό αδιέξοδο σε συλλογικό.
Μια μοναχική υπαρξιακή αναζήτηση στο προσκήνιο. Και στο φόντο πρόσωπα που πέρασαν κι άφησαν πίσω τους ανεξίτηλο αποτύπωμα, περαστικοί που στάθηκαν στο διάβα του ποιητικού υποκειμένου για ένα τσιγάρο και δύο ποιήματα, οικείοι συνοδοιπόροι στους δρόμους και στις συγχορδίες του ατομικού και συλλογικού του (μας) βίου. Και με απλά προσεγμένα εκφραστικά μέσα, ο Γιάγκος Πλατής παραδίδει όλα τα παραπάνω σε ποιήματα εξομολογητικά, λυρικά, κοινωνικοπολιτικών υπαινιγμών, στοχαστικά, ποιήματα στεναγμών, ευχών, άηχων λυγμών, μετασχηματισμών, αποδοχής για το βαθύτερο εγώ /εσύ / εμείς μας μες στην αστρόσκονη του χρόνου.
«….ακόμα κι αν κινδυνεύεις να σε φάνε τα μεγάλα πουλιά, Καλύτερα είναι να πετάς παρά να ζεις με νεκρό βλέμμα.» (σελ. 28)
Ο Γιάγκος Πλατής σε αυτό το αξιανάγνωστο πρωτόλειο έργο του, μέσω των ποιητικών του αφηγήσεων, γίνεται ο καθρέφτης της κοινωνίας, των ανθρώπων και του καθενός μας. Με φανερή μουσικότητα (άλλοτε σαν μια μελαγχολική μπαλάντα κι άλλοτε σε alternative rock ήχο), με ελευθερία έκφρασης και βάθος, με ισορροπία μεταξύ εσωστρέφειας και εξωστρέφειας, με θεματικές του τις πληγές που δεν κλείνουν, τη συνομιλία μεταξύ εαυτού και χρόνου / κόσμου, με το βιωματικό περιεχόμενο του εσωτερικού ανθρώπου, με βιωματικό λόγο, άμεσο και αφοριστικό σε σημεία, με το ποιητικό υποκείμενο να θεραπεύει με τη γραφή του αισθήματα, αισθήσεις, μνήμες, επιθυμίες, συνομιλίες, ματαιώσεις -όλα σε μάχη συγχώνευσης και αλληλεπίδρασης- μας χαρίζει ένα γοητευτικό ποιητικό ψηφιδωτό συλλογισμών, ιστοριών και εικόνων που στροβιλίζονται απ’ το φως στο σκοτάδι κι απ’ το σκοτάδι πίσω στο φως. Και κάπως έτσι, δημιουργούνται ένα σχέδιο και οι κατάλληλες προϋποθέσεις να στρωθεί ένας ανοιχτός δρόμος που πάνω του θα βαδίσει ο Γιάγκος Πλατής κάνοντας τα βήματα του παρόντος του και προετοιμάζοντας τα επόμενα του αξιοπρόσεκτου μέλλοντός του.









