Γέλιο
Εκείνη η φορά που γέλασες
έπεσες στο πάτωμα γελώντας
τότε και το δικό μου γέλιο πήρε φωτιά
ένα λαμπάδιασμα απ’τα γέλια και των δυο
μνήμη μεσ’ απ’ τις αποστάσεις αργότερα πολύ
όχι χαμένη όχι χαμένη εντελώς
σβησμένη απ’ την εποχή των παγετώνων
του θανάτου σου.
Όταν ζούσες
παρέμενε στον κόσμο
μεταξύ των πραγμάτων που ‘ναι φυλαγμένα
σε συρτάρια – γράμματα, ρούχα,
φωτογραφίες, που τραβήχτηκαν σ’ εκείνο το ταξίδι
που πήγαμε μαζί
όλα πλέον έγιναν
απ’ τη μια – τη δικιά σου μεριά – απόλυτη απουσία
απ’ τη δικιά μου, το κενό αυτό
που, μας λένε ότι, η φύση απεχθάνεται:
που τώρα η ανάμνηση του γέλιου μας
φτάνει γοργά να το γεμίσει.
********
Οι γονείς μου
Οι γονείς μου με φυλάγανε από κάτι αλητάκια,
που λόγια πετούσανε σαν πέτρες και σκισμέναφόραγανρούχα,
φαίνονταν μεσ’ απ’ τα κουρέλιατα μεριά τους, όπωςέτρεχαν στο δρόμο,
σκαρφάλωναν γκρεμούς και γδύνονταν στα ρυάκια της εξοχής.
Πιο πολύ κι απ’ τις τίγρεις φοβόμουν τους μύες τους, σαν σίδερο,
τ’ άγαρμπα χέρια τους και τα γόνατα που μου πίεζαν τις παλάμες,
φοβόμουν το τσουχτερό δείξιμο αυτών των αγοριών,
που μιμούνταν το ψεύδισμα μου, ακολουθώντας με στο δρόμο.
Ευέλικτοι, όπως ήταν, ξεπηδούσαν πίσω από φράκτες,
για να γαβγίσουν τον κόσμο μουσαν τα σκυλιά. Ρίχνανε λάσπη,
ενώ εγώ κοιτούσα απ’ την άλλη, κάνοντας ότι χαμογελούσα.
Να τους συγχωρήσω λαχταρούσα, μα δε μου χαμογέλασαν ποτέ.
****
Το μισό της ζωής
Στα μισά της ζωής του, πάει για ποτό
στο καφενείο του πάρκου. Πάνω
στα μακρόστενα, μαρμάρινα τραπέζια
φώτα και σκιές ταξιδεύουν, τοξεμένα απ’ τον ήλιο,
μεσ’ απ’ τ’ ανεμοδαρμένα φύλλα από ψηλά.
Σηκώνοντας το κουτάλι του, τ’ αφήνει να κουδουνίσει
τεμπέλικα πάνω στο ποτήρι, και σκέφτεται:
Ό χρόνος που πήρε ν’ ακουστεί, συνοψίζει
όλη μου τη ζωή, μέχρι τώρα, περιέχεται
μέσα σ’ αυτή τη στιγμή της κρούσης.
Όταν όμως φύγω από εδώ, ξεκινώντας
για το άλλο μισό της ζωής, που ακολουθεί,
κάθε στιγμή που ζω θα βαραίνει πάνω
στους σφιγμούς μου – δουλειά, πόλεμος, ανία, αγάπη –
κάθε μια, βιωμένη σαν ένας ολόκληρος κόσμος.
Κι όταν στο τέλος επιστρέψω
να κάτσω εδώ στο παλιό μου το στέκι
ανάμεσα σ’ αυτούς τους νέους, όπως τώρα
(Θα σκεφτώ: Είναι νέοι, όπως ήμουν εγώ τότε)
όλη η περασμένη μου ζωή θα φανεί σα μια σκιά
που ρίχνει ο ήλιος σ’ ένα λευκό μάρμαροεπάνω.










Το ποίημα «Το μισό της ζωής» αποτυπώνει με στοχαστική διάθεση μια κρίσιμη καμπή στην ανθρώπινη ύπαρξη: τη μέση ηλικία. Ο ποιητής τοποθετεί τον ήρωα σε μια καθημερινή σκηνή – ένα καφενείο στο πάρκο – αλλά μέσω αυτής της φαινομενικά απλής στιγμής, ανοίγεται ένα υπαρξιακό βάθος, όπου αναμετρώνται ο χρόνος, η μνήμη και η προσδοκία του μέλλοντος.
Είναι ένας στοχαστικός μονόλογος, μια λυρική διερεύνηση του χρόνου και της εμπειρίας. Μέσα από την απλότητα των εικόνων και την εσωτερικότητα της αφήγησης, ο ποιητής αναδεικνύει την ενδιάμεση φάση της ζωής όχι ως παύση ή κρίση, αλλά ως σημείο βαθιάς συνείδησης – ένα όριο όπου το παρελθόν συμπυκνώνεται και το μέλλον προβάλλει με βάρος και νόημα. Η σύνδεση του φυσικού τοπίου με τις εσωτερικές καταστάσεις προσδίδει στο ποίημα έναν υπαρξιακό λυρισμό, που μιλά άμεσα στην ανθρώπινη εμπειρία της χρονικότητας.