Παιδκό τραγούδι

Ζούμε στο δικό μας κόσμο,
έναν κόσμο που’ναι πολύ μικρός
για να σκύψετε να μπείτε
ακόμα και μπουσουλώντας:
το ενήλικο τέχνασμα.
Και παρόλο που διερευνάτε
με μάτι αναλυτικό
και κρυφακούτε την κουβέντα μας όλη,
με βλέμμα συγκαταβατικό,
δε μπορείτε να βρείτε τον πυρήνα
όπου χορεύουμε, όπου παίζουμε,
εκεί που η ζωή κοιμάται ακόμα
κάτω απ’ το κλειστό λουλούδι,
κάτω απ’ τα λεία κελύφη
των αυγών στο κοίλωμα της φωλιάς,
που περιγελά το ξεθωριασμένο μπλε
και του πιο μακρινού σας παραδείσου.

**

Ο Άλλος

Υπάρχουν νύχτες, τόσο ήσυχες,
που μπορώ ν’ ακούσω την κουκουβάγια
απόμακρα
να καλεί και μια αλεπού ν’ αλυχτά
από μίλια μακριά. Τότε είναι που μένω ξαπλωμένος
τις μικρές ώρες, άγρυπνος,
ακούγοντας το φούσκωμα της θάλασσας που γεννιέται
κάπου στον Ατλαντικό,
να υψώνεται και να χαμηλώνει,
να υψώνεται και να χαμηλώνει,
κύμα το κύμα στη μεγάλη ακτή
δίπλα στο χωριό, που ‘ναι
αφώτιστο κι ασυντρόφευτο.
Κι έρχεται η σκέψη
για κάποιον άλλο
που ‘ναι ξύπνιος κι αυτός,
αφήνοντας τις προσευχές μας να τον σκεπάσουν,
όχι έτσι, για λίγες ώρες,
αλλά για μέρες, χρόνια, αιωνιότητα.

 

**

Ενενηκοστά γενέθλια

Ανεβαίνεις το μακρύ δρομάκι
που χωράει αμάξι, αλλά καλύτερα σιγά-σιγά
με το πόδι, παρατηρώντας τη λειχήνα
να γράφει ιστορία στου γκρίζου βράχου
τη σελίδα. Δέντρα τριγύρω
στην αρχή, μα τ’ αντικαθιστά πράσινη φτέρη,
στο νυχτοπούλι στέγη. Δεν κελαηδάει τώρα
στην κάψα του μεσημεριού, μόνο αχνότερες
φωνές ηχούν, γαλαζόμυγα και σκνίπα
κι ο ψίθυρος από το ρέμα. Καθώς ο δρόμος ανεβαίνει,
θα σταθείς για μια ανάσα, και της θάλασσας μακριά
το σήμα θ’ αναβοσβήνει, μέχρι που να στραφείς ξανά
προς τ’ απότομο μονοπάτι, στηριγμένο στο σύννεφο.

Κι εκεί στην κορυφή εκείνη η γριά,
γεννημένη σχεδόν έναν αιώνα πριν
στην πέτρινη αυτή φάρμα, τον ερχομό σου περιμένει·
Περιμένει τα νέα απ’ το χαμένο χωριό
που νομίζει ότι ξέρει, ένα μέρος που υπάρχει
στη φαντασία της μόνο.
Της φέρνεις χαιρετισμούς
κι επαίνους που κράτησε τόσο πολύ
με το μαχαίρι του χρόνου να ξυρίζει το κόκκαλο.
Ωστόσο, καμιά γέφυρα δεν ενώνει τον κόσμο της
με τον δικό σου, το μόνο που μπορείς να κάνεις
είναι να γείρεις ευγενικά πάνω απ’ την άβυσσο
ν’ ακούσεις λόγια που κάποτε ήτανε σοφά.

 

**

Η θέα απ’ το παράθυρο

Σαν πίνακας έχει τοποθετηθεί μπροστά μας,
μα λιγότερο εύθραυστος, αγέραστος: τα χρώματα αυτά
ανανεώνονται καθημερινά με παραλλαγές
σε φως κι απόσταση, που κανείς ζωγράφος
δεν πετυχαίνει η καν προτείνει. Κι υπάρχει κίνηση,
αλλαγή, καθώς του σύννεφου τις μελανιές
τις γιάνει αργά η λιακάδα, ή χιόνι σκεπάζει
μια μουντάδα, αλλά χρυσάφι το βράδυ
να ευφραθεί η καρδιά. Στα τόσα χρόνια
το μεγάλο πινέλο δεν έχει ξεκουραστεί,
ούτε η μπογιά έχει στεγνώσει· κι όμως, ποιο μάτι,
κοιτώντας ψύχραιμα, ή όπως τώρα εμείς,
μεσ’ απ’ των δακρύων το φακό, είδε ποτέ
το έργο αυτό και δεν το βρήκε άψογο;

 

******************************************************************************************************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

 

Ο R. S. Thomas θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ποιητές της σύγχρονης Ουαλίας και γράφει για τους συμπατριώτες του με ένα ύφος που ορισμένοι κριτικοί συνέκριναν με το σκληρό και τραχύ έδαφος του τόπου του. Ο ποιητικός κόσμος που αναδύεται από τους στίχους του, είναι ένας κόσμος μοναχικών αγροκτημάτων και αγροτών, που υπομένουν τη σκληρότητα της ορεινής ζωής. Το όραμα του είναι ρεαλιστικό και ανελέητο. Παρά τη συχνά ζοφερή φύση των θεμάτων του, τις αμφιβολίες και την ειρωνεία, τα ποιήματα του είναι γεμάτα συμπόνια και αγάπη.
Γιος ναυτικού, ο Τόμας πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας σε διάφορα λιμάνια της Βρετανίας. Μετά το σχολείο η μητέρα του του πρότεινε να γίνει ιερέας. Όπως αφηγείται ο ίδιος: «Ντροπαλός όπως ήμουν, δεν πρόβαλα καμία αντίσταση». Το 1937 έγινε Αγγλικανός ιερέας. Μεταξύ 1936 και 1978, διορίστηκε σε διάφορες αγροτικές κοινότητες της Ουαλίας, που του έδωσαν μια άμεση γνώση της αγροτικής ζωής και του παρείχαν μια σειρά από χαρακτήρες και θέματα για την ποίησή του.