Η πρόσφατη ποιητική _ ηλεκτρονική συλλογή του Νίκου Κωσταγιόλα, «Ακούγοντας Δάση», αποτελεί μια ώριμη, πολυσύνθετη και βαθύτατα φιλοσοφημένη κατάθεση, που διαπραγματεύεται την αιώνια σχέση του ανθρώπου με τη φύση, το χρόνο και τη γλώσσα.

Η συλλογή φέρει στο εσωτερικό της μια ισορροπία ανάμεσα στην αμεσότητα του προσωπικού βιώματος και στην κοσμική διάσταση της ύπαρξης, δημιουργώντας ένα τοπίο όπου η ποίηση λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ του ορατού και του αθέατου, του ιστορικού και του μυστηριακού.

 

Ο τίτλος Ακούγοντας Δάση καθορίζει από την αρχή τον προσανατολισμό της ποιητικής αναζήτησης. Το δάσος δεν είναι εδώ απλώς φυσικό τοπίο, αλλά σύμβολο της αρχέγονης σοφίας και της κρυφής φωνής της φύσης, μια φωνή «πίσω από τη φωνή», που απαιτεί προσοχή και ενεργό ακρόαση από τον ποιητή και τον αναγνώστη: «Το πρόσωπο πίσω από το πρόσωπο, η φωνή πίσω από τη φωνή και ας ακούσουμε επιτέλους τα δάση που ο λόγος, το πρόσωπο και η φωνή τους είναι μία και μοναδική». Η μεταφορική δύναμη του δάσους συναντά εδώ την εσωτερική πλησμονή, την αναζήτηση μιας γλώσσας που ξεπερνά τις συμβάσεις και εκφράζει την ίδια την «πλησμονή» της ύπαρξης, την αγωνία της συνέχειας και της μνήμης.

Η ποίηση του Κωσταγιόλα αντλεί από μια μακρά παράδοση του μοντερνισμού και του υπερρεαλισμού. Είναι εμφανείς οι επιρροές από ποιητές όπως ο Τ.Σ. Έλιοτ στην πολυφωνία και τη δομική πολυπλοκότητα, αλλά και ο Νίκος Εγγονόπουλος στο συνδυασμό της ονειρικής ατμόσφαιρας με τη λαϊκή θεματολογία και τη φιλοσοφική αναζήτηση. Διάχυτη η υπαρξιακή, εικαστική ατμόσφαιρα του Γιάννη Ρίτσου. Η γλώσσα του ποιητή συνδυάζει το λυρικό και το ρεαλιστικό στοιχείο, με μια εντυπωσιακή μουσικότητα και έναν πυκνό συμβολισμό. Η αναφορά στον χρόνο, τη θνητότητα, την ιστορία και την κοινωνία ενσωματώνεται μέσα σε εικόνες που φωτίζουν την ένταση ανάμεσα στη φθορά και την επιθυμία για νοηματοδότηση:

«Γιατί όσο κι αν γύρω καταρρέουν τα οχυρά / κι ο αλήτης κόσμος ασουλούπωτος καγχάζει / κάλλιο ν’ ακούγεται κι ένας κορυδαλλός / έστω ένα αμφίσημο αηδόνι / κόντρα στους ήχους απ’ τα κατεδαφιστήρια»

Εδώ ο κορυδαλλός και το αηδόνι μετατρέπονται σε σύμβολα ελπίδας και αντίστασης, ενώ το κατεδαφιστήριο υποδηλώνει την καταστροφή της πολιτισμικής και ηθικής βάσης.

Η συλλογή δεν αποφεύγει να αντιμετωπίσει την ωμότητα της ιστορικής πραγματικότητας και του ανθρώπινου πόνου. Το ποίημα The Blue Bus is Calling Us φέρει μια αμεσότητα και μια αδιάλλακτη ματιά στο αναπόδραστο τέλος: «…ένα γαλάζιο λεωφορείο με προορισμό / τ’ Ανύπαρκτο κι εσένα θα σε πάρει / όταν παρέλθουν πια οι σφριγηλές σου μέρες / και ξεκουφαίνει το παράπονο της σάρκας». Η εικόνα του λεωφορείου, της γαλάζιας διαδρομής προς το μη ορισμένο, είναι μια σύγχρονη μεταφορά της πορείας προς το θάνατο και την αφαίρεση της ύπαρξης, όπου το ατομικό και το συλλογικό διαπλέκονται μέσα στον καθημερινό ρεαλισμό, με στοιχεία κοινωνικού σχολιασμού και υπαρξιακής αγωνίας.

Η δουλειά του Κωσταγιόλα μπορεί να τοποθετηθεί μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της μεταμοντέρνας ποίησης που επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τη σχέση λόγου και πραγματικότητας, μέσα από τον αποσυνθετικό χαρακτήρα της γλώσσας αλλά και την επίμονη αναφορά σε μύθους και αρχέτυπα. Σε αυτό το πλαίσιο, η συλλογή αναπτύσσει έναν διάλογο με τους ποιητικούς προπάτορες όπως ο Καβάφης (στην εσωτερικότητα και το ιστορικό βάθος), ο Σεφέρης (στην ποιητική αναζήτηση της ταυτότητας) και ο Εγγονόπουλος (στην έντονη συμβολική εικόνα και τη μεταφυσική διάσταση). Η ανάγνωση της συλλογής απαιτεί μια γνώση των ιστορικών, πολιτισμικών και φιλοσοφικών αναφορών, καθώς και μια ευαισθησία στο μουσικό και υφολογικό παίξιμο, που δημιουργεί ένα αέναο παιχνίδι ανάμεσα στην έκφραση και την απόκρυψη, την παρουσία και την απουσία.  Εν κατακλείδι, το έργο «Ακούγοντας Δάση» είναι μια ποιητική συλλογή που επιτυγχάνει να συνδυάσει την προσωπική έκφραση με το συλλογικό αίτημα, το φιλοσοφικό βάθος με την κοινωνική ματιά.

 

 

 

Η γλώσσα του Κωσταγιόλα, γεμάτη αντιθέσεις και πυκνούς συμβολισμούς, δημιουργεί έναν κόσμο όπου η ακρόαση της φύσης γίνεται μεταφορά για την ακρόαση του εσωτερικού εαυτού και του ευρύτερου κόσμου. Το έργο του δεν αρκείται στην επιφανειακή ομορφιά, αλλά επιχειρεί μια βαθιά κατάδυση στη διαλεκτική ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, τη γλώσσα και τη σιωπή, την παράδοση και το καινούργιο. Οφείλω να τονίσω ότι η γλώσσα του Νίκου Κωσταγιόλα είναι πολυστρωματική, στοχαστική και απαιτητική. Αποφεύγοντας τη ρητορική ευκολία και τον επιφανειακό λυρισμό, χτίζει ποιητικές συνθέσεις με συντακτική πολυπλοκότητα, λεξιλογική πυκνότητα και υπόγεια φιλοσοφική φόρτιση. Ο στίχος του δεν παραδίδεται εύκολα στον αναγνώστη., τον προσκαλεί σε στοχασμό, σε δεύτερη ανάγνωση, σε αναψηλάφηση. Σε αυτό το γλωσσικό ιδίωμα, η ποίησή του διαλέγεται περισσότερο με τη γλωσσική ένταση και το ηθικό σκοτάδι του Paul Celan, παρά με τη στοχαστική διαύγεια των ποιητών της γενιάς του ’30. Το ποίημα γίνεται τόπος συνείδησης και μάχης όχι καταφυγή, αλλά μια επιτελεστική χειρονομία εναντίον της σιωπής. Η συλλογή, επιμελημένη και εκδοτικά, συνιστά σημαντική προσθήκη στην ελληνική ποιητική παραγωγή του 21ου αιώνα, και καλεί τον αναγνώστη σε έναν διάλογο που ξεπερνά τα όρια της λογοτεχνίας και αγγίζει το υπαρξιακό και το μεταφυσικό.