Αναμνήσεις για τις, πάντα ζωντανές, απογοητεύσεις
Συχνά πυκνά, μέσα στον καθημερινό λόγο και στην αργκό των συμβάσεων του κοινωνικού συνόλου, μικρές λέξεις όμοιες με ξόρκια και μικρά τοτέμ που ξορκίζουν εξίσου το κακό χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν τις θεωρούμενες ως «παραβατικές» συμπεριφορές, όπως και τις αντίστοιχες «παραβατικές» ομάδες ατόμων. Είναι μια διαδικασία που γίνεται, κατά κόρον, από τις αρχαίες κοινωνίες μέχρι και σήμερα, κατά πως λέει και ο Αγκάμπεν στο κλασικό πλέον έργο του Homo Sacer. Έτσι, ακόμη και στις τέχνες και δη στην πεζογραφία και στην ποίηση, ακόμη και όταν επιλέγεται μια πιο «εναλλακτική θεματική», συνήθως αποφεύγεται η έντονη γραπτή εκπροσώπηση αυτού του φαινομένου και δη στον τίτλο του βιβλίου.
Αυτό το φαινόμενο «σπάει», ήδη από τον τίτλο που επιλέγει, η Αθανασία Δρακοπούλου στην πρόσφατη ποιητική συλλογή της με τον χαρακτηριστικό τίτλο, Οι αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου (εκδ. Τύρφη, Θεσσαλονίκη 2024). Το «κωλόπαιδο» ως μια αρνητική έννοια, δηλαδή ως το παιδί που προκαλεί ταραχή ή το απροσάρμοστο στους κανόνες της οικογένειας και της κοινωνίας, υιοθετείται εδώ σε ένα πλαίσιο που το μετατρέπει από συνεχές θύτη ή και θύμα σε ένα απλό και ανεξάρτητο ον – μακριά από τους όποιους θετικούς ή αρνητικούς χαρακτηρισμούς. Γίνεται ένα άτομο, πλέον, που ζει εξίσου στην κοινωνία και τη βιώνει πλήρως. Μια νέα νοηματοδότηση της λέξης υπάρχει, λοιπόν, στη συλλογή με ένα πιο ευαίσθητο τόνο, όπως θα δούμε παρακάτω, πιο ολιστικό κοντά στη ζωή και στον κόσμο.
Ήδη από το πρώτο ποίημα της συλλογής με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Απροετοίμαστη» μας δίνεται απλόχερα η αρχική σκέψη της ποιήτριας για τον κόσμο, έναν κόσμο μέσα στον οποίον ο άνθρωπος γίνεται μια ύπαρξη «γνωστή», εν τέλει, μέσα από τις ατέλειες και τα αντίστοιχα προτερήματά του. Ένας κόσμος που ελέω του κυκεώνα της προσφοράς και της ζήτησης, μας κρατάει κολλημένους στη βελόνα των «πενταετών πλάνων» – πάντα υπολειπόμενοι πίσω από την «κόκκινη κηλίδα» της ζωής .
Όλα αυτές οι εικόνες συνοδεύονται από στους στοχασμούς της ποιήτριας για το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης, όπως περιγράφεται έμμεσα στο ομότιτλο ποίημα της συλλογής. Μια νέα εποχή μέσα στην οποία έχει χαθεί η τραγικότητα της ζωής και η επαφή με την υγρασία του ζωογόνου χώματος και ο άνθρωπος, παρ’ όλες τις νέες εξελίξεις, δεν έμαθε ακόμη το πραγματικό νόημα της ελευθερίας (βλ. ποίημα «Λύκοι του Γενάρη»).
Η ποίηση, μέσα στο πλαίσιο αυτό, γίνεται ένας πόνος που υπήρχε και θα συνεχίσει να υπάρχει, ένας εσωτερικός και απόλυτος πόνος, πριν το μπήξιμο των καθημερινών καρφιών πάνω μας, κάθε ώρα, κάθε στιγμή και κάθε δευτερόλεπτο που περνάει με χρονοδιακόπτη, όπως βλέπουμε στο ποίημα «Τα βλέφαρα». Μια ποίηση που δεν αποδέχεται, εν τέλει, τον συμβατικό όρο «ποίηση», καθώς καλπάζει και αυτή μαζί με τα άγρια άλογα στα σπάργανα του χάους του κόσμου. Όπου, δεν χωρούν δίπολα αλλά μια απόλυτη κοσμογονία του γίγνεσθαι.
Εξάλλου, στο τέλος της ημέρας το ποίημα παραμένει ένα μικρό παιδί που παίζει αφηνιασμένο από τη χαρά του στο νερό, γι’ αυτό και πάντα διαφεύγει ως ολότητα από τον συγγραφέα που προσπαθεί να το αποτυπώσει. Στην τελική, πάντα, στα σπάργανα της ατομικής πανωλεθρίας, μιας αθεράπευτης ψυχής, τα ποιήματα που αυτή παράγει προσπαθούν να τις διαφύγουν (βλ. ποίημα «Μέσα μου άλογα»).
Κλείνοντας, όπως καταλαβαίνουμε, δεν πρόκειται για μια απλή συλλογή, για μια απλή αφήγηση, απομνημόνευση περιστάσεων ή τέλος πάντων για μια απομαγνητοφώνηση εσωτερικών φωνών. Αντιθέτως, έχουμε να κάνουμε με ένα ποιητικό «άνοιγμα», μια ποιητική γραφή που ξεφεύγει από τον απλό εαυτό και γίνεται κάπως καθολική – με έναν υπαρξιακό τρόπο. Κάτι που μας επαναφέρει στον τίτλο, θυμίζοντάς μας όσα είπε ο Ηλίας Πετρόπουλος για το «περιθώριο», το σε κάθε εποχή θεωρούμενο «υπόκοσμο» και το σε κάθε εποχή θεωρούμενο «κωλόπαιδο», που εν τέλει είναι ένας βασικός παράγοντας δημιουργίας κουλτούρας και πολιτισμού. Εξάλλου, σε μια εποχή που οι κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες αυξάνουν τις όποιες ανισότητες, «περιθώριο» θεωρούνται σχεδόν όλοι όσοι δεν ταυτίζονται με τα αποδεκτά στεγανά τής κυριαρχούσας αντίληψης.









