Η «Μεγάλη Παρασκευή» του Στρατή Πασχάλη είναι ένα συνθετικό ποίημα, με άξονα τον θάνατο του μύθου, την περιπετειώδη εσωτερική διαδρομή του σύγχρονου ανθρώπου και την αναζήτηση διεξόδου μέσα από τη λυτρωτική δοκιμασία που χαρίζει ο έρωτας. Πατώντας πάνω στα χνάρια της δραματικότητας και του στοχαστικού λυρισμού της «Έρημης Χώρας», συνιστά ένα διαχρονικό ποιητικό παλίμψηστο αποσπασμάτων από ποιητικά έργα, ελληνικά και ξένα, με θέμα τον θρύλο του Νεκρού Θεού. Συγχρόνως, αποτυπώνει κι ένα προσωπικό βίωμα μηδενιστικού μετεωρισμού στα χρόνια της οικονομικής και της υγειονομικής κρίσης, με απώτερο στόχο την αγωνιώδη προσπάθεια για αλχημική μεταποίηση σε μύθο και ομορφιά των υλικών μιας κυρίαρχης πνευματικής και κοινωνικής δυστοπίας.
(Από την παρουσίαση του βιβλίου)
[ Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ ]
… between the violet and the violet…
Βιολέτες και μενεξέδες και μωβ τριαντάφυλλα
κι άλλες βιολέτες κι άλλοι μενεξέδες
κι άλλα κρίνα μέσα στα κρίνα
κι ανεμώνες και φρέζιες και γαρύφαλλα
και μικρά γαλάζια λουλούδια ανώνυμα
και χωνάκια βαθυκύανα και πάλι βιολέτες
και πάλι μενεξέδες και πάλι μωβ τριαντάφυλλα
μέσα στα κόκκινα τριαντάφυλλα
και στα λιγότερο κόκκινα τριαντάφυλλα
και στα περισσότερο κόκκινα τριαντάφυλλα
τα σχεδόν μαύρα τα βελουδένια
Βιολέτες μόνο βιολέτες μες τις βιολέτες
και μόνο μενεξέδες πικρού γαλάζιου
και βιολέτες ανάμεσα στις βιολέτες και τις βιολέτες
και πανσέδες και βιολέτες ενός άλλου μενεξεδένιου
και λευκές βιολέτες κι άγριοι πανσέδες
κι ήμεροι πανσέδες κι άσπρες βιολέτες
και πανσέδες ούτε άγριοι ούτε ήμεροι
μόνο πανσέδες
Και μικρά πορφυρά λουλούδια που δεν έχουν όνομα
κι άλλα πολλά λουλούδια που έχουν όνομα
κι άλλες βιολέτες πιο βιολέτες κι απ’ τις βιολέτες
και πάλι μενεξέδες και πάλι γαρύφαλλα
και πάλι κρίνοι και πάλι εκείνο το λουλούδι
το Μοναδικό
που δεν υπάρχει ούτε στα μπουκέτα
ούτε στα παρτέρια
ούτε στα ανθοπωλεία
και που είναι μια βιολέτα που δεν είναι βιολέτα
είναι το πάθος το πένθος το άνθος
θαμμένο μες στα λουλούδια αθέατο και νεκρό
το Απόν
[ ΤΣΕΧΩΦ ]
Αντί να ζούμε αληθινά, μεταφράζουμε τη ζωή
αντί να πεθαίνουμε πράγματι, μεταγλωττίζουμε τον θάνατό μας.
Ο νεκρός θεός θαμμένος στο βλέμμα του καθενός μας
κι η ζωή μας, ο τάφος του
κι ο καθένας μας όταν κοιτάζει τον άλλο στα μάτια
πασχίζει ανώφελα τον νεκρό θεό ν’ αναστήσει
εκείνος όμως έχει πεθάνει αποφασισμένος
να μην ξυπνήσει ποτέ.
Τι ατυχία. Τι φρίκη. Αυτό το πένθος το ατέλειωτο
αυτή η αγιασμένη ανάμνηση που τη σκεπάζει τώρα
ένα σύννεφο φτιαγμένο από βιολέτες,
βιολέτες, βιολέτες μέχρι τη θάλασσα
που κι αυτή απόκτησε απότομα απόχρωση βιολετιά
μια και θάφτηκε ο ήλιος πια
και τα σύννεφα απέναντι έγιναν
στέφανα μενεξέδων.
Έτσι είναι πάντα η λύπη. Χτίζεται με δάση
και με τρισάγια και προσδοκίες
για πολύ ματωμένα απογεύματα
κρυμμένα από σύννεφα καθημερινής παρακμής.
Όλα αυτά που μου λέτε ωστόσο είν’ εφιαλτικά
γιατί αντί να ζούμε αληθινά, μεταφράζουμε τη ζωή
σε θέατρο, μεταγλωττίζουμε το θάνατο
σε ποίηση….
Κι εγώ…. Κι εγώ…
Αχ, πόσο σας αγαπώ… Πόσο σας θέλω…
Κι όμως δεν μπορώ ν’ αγγίξω παρά μόνο
την άκρη των χρυσών σας μαλλιών
κι όλα τα υπόλοιπα να τα φανταστώ
αφού είναι δύσκολο να παίξει κανείς το ρόλο του στη ζωή
δύσκολο να παίξει κανείς τον ρόλο του
χωρίς να’ ναι ζωντανός χαρακτήρας,
χωρίς να’ ναι καν ζωντανός,
μα ούτε και νεκρός, αγαπητή μου !
***
[ QVO VADIS? ]
«Πού πηγαίνεις ;
Πού προχωρείς ;
Γιατί δεν γυρίζεις να με κοιτάξεις;
Μήπως πετρώσω από το βλέμμα σου ;
Ή μήπως γιατί έχεις στερηθεί ακόμα και το βλέμμα σου,
Κύριε ;»
Στη διάβαση σε περίμενα, Θε μου, και σ’ είδα απέναντι.
Στη διάβαση άναψε πράσινο, και δεν ήσουν εσύ.
Βλέμμα μετέωρο στην κοσμοσυρροή – παραίσθηση–
μαβί κάλεσμα του αγνώστου
θαμμένος μέσα του ο πεθαμένος θεός.
Τελετουργίες
του Διόνυσου, του Βάαλ
του Μήθρα, της Περσεφόνης.
Μυστήρια θαμμένα στο κοίταγμα αυτό
το τυχαίο μες στην οχλοβοή.









