Η ανατροπη του αρχαίου μύθου και η καρποφόρα συνέχειά-του

Θα το πω ευθυς εξαρχης: Θεωρω τον Ανδρέα Χατζηχαμπη ευρηματικο, ευρυμαθέστατο και ανήσυχο δημιουργο. Εννοω πως είναι ποιητης που δεν εφησυχάζει με ότι έχει κατακτήσει μέχρι σήμερα στον χώρο της ποίησης. Ποιητης που συνεχως θέλει να παιδεύει την ποίηση και να παιδεύεται απο αυτη. Δηλαδη του αρέσει να ερευνα τη βαθια, επομενως αφανη, ουσία-της και όχι να ψηλαφα τον αποξεραμένο φλοιο-της, παρόλο που ενδόμυχα πιστεύω πως είναι η ίδια η ποίηση που τον αναζητα για να τον αγγίξει με τη θεία αφη-της. Έτσι, ο ποιητικος-του λόγος που είναι έντονος, πλατυς και πολυκύμαντος σαν θάλασσα, υπερβολικα φορτισμένος και φορτωμένος με συναισθήματα και μνήμες, σπάζει τα στεγανα της καθιερωμένης ποίησης και αναζητα νέες μορφες έκφρασης και στιχουργικης.

Επιπλέον, με τις τρεις τελευταίες ποιητικες συλλογες που μας έχει δώσει, δηλαδη τον Οδυσσέα Αστέρη (2021), την Κραυγη της Αντιγόνης (2022) και το Δάκρυ της Περσεφόνης (2024), αποδεικνύεται και λάτρης της αρχαίας γραμματείας. Θέλω να πω πως η αστραφτερη πανοπλία της πνευματικης σκευης-του είναι μαστορικα θωρακισμένη απο τα υλικα της αρχαίας γραμματείας. Γιατι και στα τρία αυτα έργα που ανάφερα, ο ποιητης φαίνεται να κατέχει καλα τον αρχαίο μύθο του οποίου επιχειρει την ανατροπη και εργάζεται για την καρποφόρο συνέχειά-του, αναπροσαρμοσμένος όμως στη δικη-του ποιητικη αντίληψη. Κυρίως, με το ποιητικο-του ένστικτο διαπερνα τον αρχαίο μύθο και το δράμα για να στηλιτεύσει γεγονότα του καιρου-μας που στιγμάτισαν ανεπανόρθωτα τη ζωη-μας. Αξιοποιει, συγκεκριμένα, δημιουργικα τον αρχαίο μύθο και το δράμα για να μάς υπενθυμίσει πρόσφατα δεινα που σημάδεψαν τον ελληνισμο της Κύπρου. Με άλλα λόγια, η ποίησή-του περιέχει νύξεις για τη σύγχρονη Ιστορία του τόπου-μας, όπου αναδεικνύει σελίδες σκοτεινες, γεμάτες προδοσία, μίσος και πόνο αλλα, παράλληλα, για φρονηματισμο, αναδεικνύει και σελίδες φωτεινες, γεμάτες ηρωϊσμο, αυτοθυσία και δόξα.

Αυτο όμως, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει γιατι η ενασχόληση με την αρχαιότητα είναι τμήμα της ταυτότητας των σύγχρονων Ελλήνων λογοτεχνων, ποιητων και πεζογράφων. Εννοω πως η αρχαία ελληνικη λογοτεχνία, αλλα και μυθολογία, εξακολουθουν να έχουν ισχυ και επίδραση και στις μέρες-μας, όπου εμβολιάζουν αποτελεσματικα τη σκέψη και εν συνεχεία την τέχνη των σύγχρονων Ελλήνων λογοτεχνων. Το ίδιο ασφαλως και ο μύθος του Οδυσσέα, της Περσεφόνης και της Αντιγόνης, κυρίως στην εκδοχη του Σοφοκλη.

Να σημειώσω ακόμη πως η δημοφιλης ηρωίδα του Σοφοκλη εμφανίζεται συχνα στη σύγχρονη ελληνικη λογοτεχνία, είτε ως κεντρικο θέμα, είτε ως δευτερεύον. Για να περιοριστω στην ποίηση λέγω πως την Αντιγόνη τη βρίσκομε σε έργα τριων κορυφαίων Ελλήνων ποιητων: Του Γιάννη Ρίτσου και των δύο τιμημένων με το βραβείο Νόμπελ ποιητων-μας, του Γιώργου Σεφέρη και του Οδυσσέα Ελύτη. Τη βρίσκομε επίσης στην ποίηση του μεγάλου Κωστη Παλαμα αλλα και στην ποίηση του Νίκου Γκάτσου (όπως και την Περσεφόνη), του Ντίνου Χριστιανόπουλου, της Λείας Χατζοπούλου – Καραβία, του Κυριάκου Πληση αλλα και στην ποίηση της νεότερης Μαρίας Λάτσαρη.

Για να επιστρέψω και πάλι στον Α. Χατζηχαμπη και στο ποιητικο κείμενό-του, όπως αυτο το διαβάζουμε στη συλλογη Η κραυγη της Αντιγόνης, η ηρωίδα του Σοφοκλη καταγράφεται εδω ως το δυναμικο αντίστοιχο με τις χαροκαμένες και μαυροντημένες γυναίκες, μάνες και συζύγους, της κυπριακης τραγωδίας. Σε αυτη τη σύγχρονη εκδοχη του ιστορικου γίγνεσθαι, η Αντιγόνη, όπως και στο αρχαίο δράμα, εκπροσωπει την αντίσταση στη βία, στον πόλεμο και την τυραννία.

Ουσιαστικα, ο Α. Χατζηχαμπης έχει εμπνευσθει και έχει δημιουργήσει μία ευφάνταστη και μεγαλόπνοη τριλογία, που διακρίνεται για τη θεματικη, εννοιολογικη και υφολογικη συνοχη-της, στην οποία έχει δώσει τη μυθικη ονομασία Αρχαία βροχη. Για την ακρίβεια, η τριλογία αυτη φανερώνει πως ξεκίνησε σαν ένα ποίημα εν προόδω, το οποίο στην πορεία εξελίχθηκε και απλώθηκε, σε όγκο και ποιότητα, για να ολοκληρωθει επιτυχως με τη σύνθεση το Δάκρυ της Περσεφόνης.

Επεδίωξε όμως, μέσα σε αυτη την ευρύχωρη σύνθεσή-του, που αποτελείται απο 95 σελίδες και 67 ποιητικα μέρη, να στεγάσει και όλες τις ποιητικες μορφες που δημιούργησε, όπου τώρα τις βρίσκομε να συνδιαλέγονται, νηφάλια και εποικοδομητικα, υπο την εποπτεία πάντοτε ενος χορου ποιητων, εκθέτοντας και αναλύοντας οικεία κακα. Έτσι, μέσα στα ποιήματα αυτης της συλλογης, όπως είπα, ανιχνεύονται περισσότερο θλιβερες καταστάσεις και εκτίθενται ιστορικα, κοινωνικα και πολιτικα γεγονότα, παρα σκιαγραφούνται ανθρώπινοι χαρακτήρες.

Σε αυτο το τελευταίο μέρος της τριλογίας όμως, διαπιστώνω πως και η ποιητικη τέχνη, για την οποία ο Α. Χατζηχαμπης επιποθει να είναι όσο πιο άρτια γίνεται, διαγράφει και αυτη μία θαυμαστη κλιμακωτη ποιοτικη ανέλιξη, με αποτέλεσμα να συναντάμε και να διαβάζουμε μία αρκετα μεστη και ενδιαφέρουσα ποίηση, επιχρυσωμένη κάποτε, ως βυζαντινη εικόνα, και με το θρησκευτικο ιδεώδες-του. Είναι ποίηση που διακρίνεται για την αμεσότητα, τη ζωντάνια, τη δύναμη και την ειλικρίνειά-της, που εντυπωσιάζει πραγματικα τον αναγνώστη-της.

Έχω την άποψη, αλλα αυτο μόνο ο αδέκαστος χρόνος μπορει να το επικυρώσει, πως η τριλογία Αρχαία βροχη, θα αρκούσε απο μόνη-της να εντάξει τον Α. Χατζηχαμπη στη χορεία των μεγάλων Ελληνοκυπρίων δημιουργων, γιατι είναι ένα έργο που φέρει τη σφραγίδα της βαθιας ελληνικότητας και ιερότητας, επομένως της ίδιας της διαχρονικότητας. Γιατι ο χρόνος, ας μην το ξεχνάμε, έχει μία δικη-του αδήριτη δικαιοσύνη.

Ο ίδιος άλλωστε ο ποιητης, μ’ ένα λιτο αλλα αρκετα διαφωτιστικο εισαγωτικο κείμενό-του, φρόντισε να πληροφορήσει (ή να μυήσει;) τους αναγνώστες-του για την όλη κοσμοθεωρία-του, η οποία καθοδηγει πρώτιστα τη ζωη και την τέχνη-του∙ θεωρία που είναι τόσο απλη και που εύκολα μπορει να κατανοηθει απ’ όλους τους αναγνώστες-του. Στην πραγματικότητα, με αυτη τη εισαγωγη, θέλησε ν’ ανοίξει ένα παράθυρο στο εργαστήριο-του για να πληροφορηθούμε πως συνέλαβε τη ιδέα για αυτη την τριλογία και πως δούλεψε για να την φέρει σε πέρας.

«Οι ποιητικες μορφες», γράφει, «που πρωτοεμφανίστηκαν στις δύο προηγούμενες ποιητικες συνθέσεις, ο Οδυσσέας Αστέρης και η Αντιγόνη συνδράμουν τώρα μαζι με την Περσεφόνη και γεννουν αυτη τη νέα ποιητικη σύνθεση Το δάκρυ της Περσεφόνης. Καθεμία κουβαλα τον δικο-της ποιητικο μύθο, της δικη-της κλίμακα εστίασης για να δει τον κόσμο. Άλλοτε την ατομικη κλίμακα του εσώτερου κόσμου (Οδυσσέας Αστέρης), άλλοτε την κλίμακα της πατρίδας και του τόπου (Αντιγόνη) κι άλλοτε την παγκόσμια και οικονομικη κλίμακα του κόσμου και της φύσης (Περσεφόνη). Ο ομηρογενης Οδυσσέας Αστέρης συμμετείχε στην Κραυγη της Αντιγόνης και τώρα Οδυσσέας Αστέρης μαζι με την Αντιγόνη συμμετέχουν στο Δάκρυ της Περσεφόνης. Οι τρεις ποιητικες μορφες κουβαλουν στους ώμους τα νάματα του πανάρχαιου μύθου, τον προσκυνουν, τον συνεχίζουν και, συνομιλώντας, συνθέτουν το πικρο δάκρυ του κόσμου και της φύσης, Το δάκρυ της Περσεφόνης».

Είναι προσχεδιασμένο, λοιπον, στη σύνθεση Το δάκρυ της Περσεφόνης ν’ ακούμε και πάλι τη σπαραγμένη φωνη της Αντιγόνης, που μιλα για τη βία του ανθρώπου ενάντια στον άνθρωπο, που καταφέρεται ενάντια στον πόλεμο και εκείνων των σκοτεινων δυνάμεων που τον προκαλουν αλλα και να καταγγέλλει και να καταδικάζει τους άφρονες, δηλαδη αυτους που με τις ενέργειές-τους μοίρασαν στα δύο την πατρίδα-της.

Κατα βάθος και κατα κύριο λόγο, ο ποιητης επιδιώκει να μιλήσει και απο το καινούργιο βήμα που περίτεχνα έστησε, δια στόματος ασφαλως της Αντιγόνης ή, πιο σωστα, με τη διαμεσολάβηση της φωνης της Αντιγόνης, για την τραγωδία της Κύπρου, της γενέθλιας πατρίδας-του. Γι’ αυτο και στους στίχους-του περνάει έντεχνα για άλλη μία φορα το δράμα του κυπριακου λαου, όπως αυτο διαιωνίζεται απο το μαύρο εκείνο καλοκαίρι του 1974, που άφησε πίσω-του χιλιάδες νεκρους, αγνοούμενους, πρόσφυγες, εγκλωβισμένους, χαροκαμένες μάνες και συζύγους, αλλα άφησε πίσω-του και μία σχεδον διχοτομημένη πατρίδα. Γράφει:

 

…τα ξέρω καλα τ’ αντίσκηνα της προσφυγιας.

Έχω διαβει τους δρόμους της φωτιας-σας,

έχω ανέβει τα χαρακωμένα βουνα του Γολγοθα-σας,

έχω βιώσει την πίκρα της σκλαβιας-σας.

Ψάχνω τα λημέρια της ποθητης ελευθερίας,

ψάχνω τα στενα της ακριβης δικαιοσύνης…

σ. 14

 

Και στο ποίημα «Η επιστροφη του αγνοουμένου» διαβάζουμε και αυτους τους συγκλονιστικους στίχους:

 

Επέστρεψα, μάνα,

είμαι εδω,

σήμερα κατέβηκα

απο τη μαυρόασπρη φωτογραφία

μπρος στο θλιμμένο καντήλι-σου,

όπως πάντα εκλιπαρούσες.

 

Επέστρεψα, μάνα,

είμαι εδω,

μέσα στο ξύλινο μικρο κασόνι,

μιση σιαγόνα

και μισο οστο μηριαίο,

ό,τι απέμεινε απ’ τ’ όνειρο,

ό,τι απέμεινε απ’ τον χαμο.

 

Μα συ δεν είσαι ‘δω, μάνα,

δεν σε πρόλαβα,

μάνα της προσμονης,

δεν άντεξες,

μάνα της καρτερίας,

αναχώρησες

για το εικονοστάσι τ’ ουρανου

με τον ωραίο κήπο.

σ. 50

 

Σκιαγραφει όμως, με μαύρο χρώμα και με αδρες γραμμες, και το πορτραίτο των Ελληνοκύπριων εγκλωβισμένων:

 

Εγκλωβισμένοι

σημαίνει ξεχασμένοι,

σημαίνει βασανισμένοι,

σημαίνει πεθαμένοι,

για τον κόσμο του τίποτα,

για τον κόσμο της λήθης

σ. 63

 

Καυτηριάζει, βέβαια, με συγκλονιστικους στίχους και την έλλειψη οργάνωσης και τάξης απο μέρους τους κυπριακου κράτους, που οδηγει κάποιες φορες στο απαράδεκτο μπέρδεμα οστων αγνοουμένων, φθάνοντας στο θλιβερο σημείο να θάβονται οστα που δεν ανήκουν στα ονόματα των νεκρων που μνημονεύονται απο τους ιερεις στις κηδείες. Στο ποίημα «Εθελοντης αγνοούμενος» διαβάζουμε, ανάμεσα σε άλλους, και αυτους τους πικρους στίχους:

 

Ποιος στη χάρη-του τώρα,

να τονε θάψουν τρεις φορες,

σε τρεις κηδείες της σιωπης

σε τρεις τόπους της απουσίας.

 

Ποιος να πει στη μάνα

πως άλλον έκλαιγε γοερα

στο πρώτο και στο δεύτερο

«δεύτε τελευταίον ασπασμον»;

 

Ποιος να πει στον πατέρα

πως άδικα μοίρασε δυο φορες

τα μυριάδες ψιχία οδύνης

και τα πυρακτωμένα δάκρυά-του;

σ. 38

 

 

 

Στη σύνθεση Το δάκρυ της Περσεφόνης, εκείνο που κακοφορμίζει επικίνδυνα, σε Κύπρο και Ελλάδα. και το οποίο ο Α. Χατζηχαμπης στιγματίζει έντονα και αναδεικνύει με ιδιαίτερη έμφαση μέσα απο την ποίησή-του, είναι η ύβρης που επιδεικνύει ο σύγχρονος ανθρωπος απέναντι στη μητέρα-φύση. Γι’ αυτο και η Περσεφόνη μιλα με μία γλώσσα σκληρη για την ασέβεια που δείχνουν οι άνθρωποι απέναντι στη φύση, όταν δηλαδη την κακομεταχειρίζονται με τον πιο απαίσιο τρόπο. Συγκεκριμένα, όταν καίνε και υλοτομουν τα καταπράσινα δάση για οικονομικο όφελος, όταν αλλοιώνουν το τοπίο καταστρέφοντας τη γη με τα γιγάντια κτήρια που «καρφώνουν» απάνω-του, όταν οικοδομουν χωρις φειδω και μελέτη πολύανδρες πόλεις εκει που δεν έπρεπε, όταν δηλητηριάζουν με χημικα παρασκευάσματα τα εύφορα εδάφη αφανίζοντας την χλωρίδα και πανίδα-τους, όταν μολώνουν ή μετατρέπουν τις φυσικες ροες των υδάτων, όταν ρυπαίνουν και καταστρέφουν τις θάλασσες και τις ακτες με πλαστικα και άλλα χημικα απόβλητα που ρίχνονται στα γαλάζια νερα-τους.

Ακόμη, μιλά για τον εξέλιξη της τεχνολογίας και τον ψηφιακο κόσμο που εισήλθε απρόσκλητα και βίαια στη ζωη των ανθρώπων, τους οποίους αποπροσανατολίζει σε μεγάλο βαθμο και τους οδηγει σε άλλες σκοτεινες κατευθύνσεις, πέραν απο εκείνες που πρέπει να τους οδηγήσει το υπερούσιο φως της Μεσογείου. Γράφει στο ποίημα «Ψηφιακος κόσμος»:

 

Γυρνάω κατάκοπος

με το νεόκοπο σκοτάδι

απ’ τον περίπλουν της αδράνειας,

σ’ έναν κόσμο ψηφιακης λήθης,

εμποτισμένο με την αχλη της θλίψης,

σ’ έναν κόσμο ανύπαρκτο,

φτιαγμένο με επίπλαστες εικόνες

και θορυβώδες χάος,

σ’ έναν κόσμο ετοιμοθάνατο,

χτισμένο με φλύαρες σάλπιγγες

του ποθητου είναι

και ενος πελώριου τίποτα,

σ’ έναν κόσμο ανθρωποφάγο

με τις δηλητηριώδεις κατακρίσεις

των κορακιων

και τα αδίσταχτα ουρλιαχτα-τους.

σ. 46

 

Με άλλα λόγια, η Περσεφόνη του Α. Χατζηχαμπη μάς υποδεικνύει πως στις μέρες-μας έπαψε να υπάρχει η ερωτικη σχέση ανάμεσα στον σύγχρονο άνθρωπο και την φύση, όπως συνέβαινε παλαιότερα, με αποτέλεσμα να γίνει «στυγνος εκμεταλευτης»-της. Και όπως έγραψε ο αξέχαστος Κυριάκος Πλησης σ’ ένα υπέροχο δοκίμιό-του «Ο Θεος έπλασε τον άνθρωπο κυρίαρχο και της φύσης και των άλλων δημιουργημάτων. Του έδωσε το ελεύθερο και το αυτεξούσιο να διαμορφώσει τις σχέσεις-του μ’ αυτα. Αυτος, αντι να φερθει μεγαλόψυχα, πολιτεύτηκε δυναστικα∙ απο κυρίαρχος έγινε δυνάστης, απο σώφρων διαχειριστης της φύσης έγινε στυγνος εκμεταλευτης».

Ο Οδυσσέας Αστέρης στη σύνθεση παρουσιάζεται να εποπτεύει απο ψηλα (εξάλλου το λέει και τ’ όνομά-του, είναι αστέρι) και να μιλα σαν Μύστης ο οποίος προβλέπει ή βλέπει όσα το μάτι του απλου ανθρώπου δεν μπορει ν’ αντικρύσει μέσα στον αόρατο κόσμο που μας περιβάλλει, εφόσον το κέντρο της μύησής-του μπορει να γίνει οποιοδήποτε μέρος του σύμπαντος κόσμου. Γιατι κατα την ρήση του ιερου Αυγουστίνου, το Σύμπαν είναι μία σφαίρα που το κέντρο-της βρίσκεται παντου και η περιφέρειά-της πουθενα.

Απο την άλλη, ο «Χορος των ποιητων» είναι επιφορτισμένος να επιτονίζει με λυρικη διάθεση και ν’ αντηχει, όπως ένας δυνατος αντίλαλος, όσα επισημαίνουν και αναλύουν η Αντιγόνη, η Περσεφόνη και ο Οδυσσέας.

Αξίζει ν’ αναφέρω πως η γλώσσα με την οποία υφαίνει την ποίησή-του ο Α. Χατζηχαμπης είναι αρκετα πλούσια, ευρύστερνη, εύχυμη, ρέουσα σαν το καθάριο νερο και πολύχρωμη, όπως τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Όταν όμως η διάθεση του ποιητη γίνεται περισσότερο εξομολογητικη, τότε και η ποιητικη-του γλώσσα γίνεται περισσότερο πεζολογικη. Για ν’ αντιληφθείτε τι εννοω γλώσσα «αρκετα πλούσια» αρκει ν’ αναφέρω μόνο τα κοσμητικα επίθετα με τα οποία στολίζει τη θάλασσα, όπως τα συναντάμε στο ποίημα «Ύμνος στη θάλασσα»: πανωραία, πολύδροση, πάμφωτη, πολυάνεμη, λάμπουσα και μυριόφτερη.

Θα αναφέρω, και με αυτα θα ολοκληρώσω, και κάποια άλλα ιδιαίτερα κατα την άποψή-μου χαρακτηριστικα που παρουσιάζει η καινούργια ποιητικη δουλεια-του, τα οποία εύκολα νομίζω μπορουν ν’ ανιχνευθουν και απο τους αναγνώστες-του.

1ον – Η όλη δομη και το σκηνικο στήσιμο της συλλογης θυμίζει το τελετουργικο εκκλησιαστικης ορθόδοξης λειτουργίας, όπου χωροστατουν οι ιερεις, οι δεξιοι και οι αριστεροι ψαλτάδες. Σε αυτη τη θεόπνευστη λειτουργία δοξολογούνται απο τη μία οι αιώνιες αλήθειες και οι αξίες της ζωης και απο τη άλλη ξορκίζονται τα δεινα που βρήκαν τον τόπο-μας αλλα και η καταστροφικη μανία των ανθρώπων εναντίον της φυσης.

2ον – Κάποια ποιήματα της συλλογης έχουν το ήθος, το ύφος και τη δύναμη των χορικων της αρχαίας τραγωδίας. Υπο αυτη την έννοια το κείμενο προσφέρεται για σκηνικη παράσταση ή για ανάγνωση υπο τη μορφη αναλογίου.

3ον – Παρόλο που όλη η σύνθεση βασίζεται πάνω στο διάλογο, εντούτοις δεν πρέπει να μας διαφεύγει και ο εσωτερικος διάλογος που υπάρχει εντος κάποιων ποιημάτων, γεγονος που επιφέρει ζωντάνια, συγκίνηση και γενικα καλύτερη λειτουργικότητα στα ποιήματα.

4ον – Όπως στις δύο συνθέσεις που προηγήθηκαν, έτσι και σε αυτη, ο ποιητης για να δημιουργήσει κάποια ποιήματα χρησιμοποιει το κυπριακο ιδίωμα, γεγονος που υποδηλοι, υποθέτω, απο μέρους του ποιητη το ενιαίο και αδιαίρετο της χιλιόχρονης ελληνικης γλώσσας αλλα και την αγάπη-του για το κυπριακο ιδίωμα.

5ον -Υπάρχουν στη συλλογη απόηχοι απο το δημοτικο τραγούδι, που αυτο μπορει να εκληφθει πλέον ως πάγια τακτικη του ποιητη. Λίγοι αλλα αισθητοι απόηχοι όπως λόγου χάρη ο στίχος καβάλα απα στο όνειρο/ καβάλα απα στον Χάρο, σ. 51, γεγονος που υποδεικνύει τη διακειμενικότητα που επιθυμει να έχουν τα ποιητικα κείμενά-του.

-Τελευταίο και εντελως καινοφανες στοιχείο στην ποίησή-του, είναι η κρυφη, μάλλον η δειλη, ερωτοτροπία-του με το λογοτεχνικο είδος του υπερρεαλισμου, στην εξευγενισμένη όμως μορφη που του έδωσε ο Ο. Ελύτης, ίχνη του οποίου εντοπίζονται για πρώτη φορα, νομίζω, σε αυτη τη συλλογη-του, όπως π.χ. οι στίχοι

 

Μέσα στο υπερούσιο φως

με συλλαβίζουν οι άνεμοι

με τραγουδουν τα βουνα

σ. 70

 

και

 

Βαδίζω με τον χειμώνα στα μαλια,

ανάμεσα στις νεογέννητες μυρτιες της Αχερουσίας

σ. 82

 

Επεδίωξα-και ελπίζω να τα έχω καταφέρει-με όλα αυτα που κατάθεσα πιο πάνω να φανερώσω πως ο Α. Χατζηχαμπης έχει παράξει μέχρι σήμερα μεγάλο, σπουδαίο και με ειδικο βάρος ποιητικο έργο. Έργο που είναι καμινευμένο στο χυτήριο της πλατιας παιδείας και του ασίγαστου πάθους-του για την γνήσια ποίηση. Έργο που ευωδιάζει απο αγάπη και φως και μυρώνει τους ανθρώπους, τις στεριες, τις θάλασσες και τους παρελθόντες χρόνους του τόπου-του. Είναι, με άλλα λόγια, ένα τραγούδι βαθύλαλο που αναδίνει και τη ψυχικην θερμοκρασία του δημιουργου-του τη στιγμη που το αποτύπωνε στο χαρτι.

 

*Ο συγγραφέας του κειμένου ακολουθει κανόνες του μονοτονικου συστήματος που εφάρμοζε ο αξέχαστος Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεβρινος.