ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Πάμπλο Αρμάντο Φερνάντες είναι από τους πιο γνωστούς Κουβανούς λογοτέχνες της γενιάς του (γεννήθηκε το 1930 και πέθανε το 2021).  Έζησε στις ΗΠΑ (όπου σπούδασε στο γνωστό πανεπιστήμιο Κολούμπια) από το 1945 ως το 1959 και μετά την κουβανική επανάσταση γύρισε στη Κούβα. Έχει τιμηθεί με το εθνικό βραβείο λογοτεχνίας της Κούβας το 1996. Έπεσα στο βιβλίο του με τίτλο Escalas de Ascenso (Κλίμακες Ανάβασης)  ένα καυτό μεσημέρι του Αυγούστου σε ένα βιβλιοπωλείο της Αβάνας πριν από κάποια χρόνια. Μού άρεσε το λιτό ποιητικό ύφος του και ο υποκρυπτόμενος λυρισμός των εικόνων του και έτσι αποφάσισα να μεταφράσω 7 ποιήματα της συλλογής του. Πάνω απ’ όλα κράτησα στην ποίηση του τα δομικά στοιχεία που συγκροτούν για μένα το ποιητικό σύμπαν:  Το όνειρο, την φαντασία, την μνήμη, την μέθη των αισθήσεων, τον εφιάλτη και την οπτασία.

 

 

ΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ (LOS PARPADOS DEL ALBA)

 

Ι

 

Λοιπόν, είναι οι τόποι;

Θα΄θελα να νομίζω ότι είναι ο χρόνος.

Κι αν και τα δυο ήταν

απλό παιχνίδι της φαντασίας;

Τότε , η ποίηση  πλάθει το σπίτι

που κουρνιάζει η φαντασία

και ξέρουμε γι αυτή

ότι τόποι και χρόνοι

είναι του σχήματος ακριβώς της καρδιάς

*

ΙΙ

Ξέρω ότι οι τόποι

στον ένα ή στον άλλο χρόνο,

κρατούν την ανάσα

και τα βήματα εκείνων

που πάνε να χτίσουν ένα σπίτι

ανοιχτό που το φως χύνεται

δεξιά κι αριστερά.

Και να προχωράς θα’ναι πάντα δυνατό.

 

*

ΙΙΙ

 

Χώρος και χρόνος;

Η νύχτα και ο άνεμος,

το τριαντάφυλλο και το καϊμάν

το ξέρουν μόνο.

Αν φτάσουμε ίσαμε τον ουρανό,

θα μάθουμε ποιοι είμαστε

και που πάμε.

 

(Σικάγο, 2 Μάρτη του 1997)

 

 

 

**********************************************************************************

ΧΕΡΙΑ ΠΟΥ ΚΡΑΤΙΟΥΝΤΑΙ (LA MANO A TODA MANO)

 

Είναι αυτή  η ώρα που το φως ξεκουράζεται;

Πρέπει να’ ναι, για να χαμηλώνουν

και να φτάνουν οι κουστωδίες του στο πορτὀνι,

να νοιώθουν και ν’αρχίζουν να μιλούν,

να μας λένε πως ήταν πρωτεϊκά

η έκλαμψη

να βρίσκεις τη λέξη στη γραφή.

Ήταν σκέτο σκιαγράφημα, το ουράνιο τόξο,

ιχνογραφημένο από νερά του αιθέρα,

από ξώκειλα  φτερά ….

 

 

(Αβάνα, 20 Ιούλη του 1998)

 

*************************************************

ΣΤΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ (EN LOS REINOS DEL SER)

 

Το νερό υψώνεται  και στη ροή του σκορπάει

ουσίες που το βράδυ πάλι τις  μαζεύει:

Σήμερα είναι η γιορτή που ξευγενίζει.

Χτυπάνε οι καμπάνες

κι ένα πουλί αιωρείται σαν ολοφάνερο σημάδι

γι αυτό που πρόκειται να συμβεί.

Στους τοίχους ζωή

που αναπαριστά στο γίγνεσθαι την ιστορία

αναγγέλλει ίχνη μετενσαρκώσεων αλλοτινών

των επικρατειών του Είναι.

Δεν θα πάψεις να διηγείσαι τις χίλιες νύχτες

σ’ αυτές που προσμονή και όνειρο

υπαγορεύουν τον αριθμό ν’ ακολουθήσεις.

Ο καθεδρικός γιορτάζει

την μύηση άλλων ιεροτελεστιών.

Αθροίζουμε τις μνήμες

περασμένων προσδοκιών.

Όλα είναι εν τω γίγνεσθαι.

(Σάντο Ντομίνγκο, 27 του Φλεβάρη 2002)

 

          **************************************************

ΣΗΜΑΔΙ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΧΕΡΙ (SEÑAL SOBRE LA MANO)

 

Μου γυρίζεις τη ματιά σου

και λες:  «είμαστε όλοι του αιώνα που πέρασε».

Και δεν ξέρω, στ’ αλήθεια δεν ξέρω.

Αιώνες, περασμένα χρόνια;

Αυτά μας μετρούν αριθμούς;

Εκείνοι, που έκαναν

τους κόσμους που κατοικούμε

έφυγαν επίσης; για πού; Δεν ξέρω.

Αλλά άφησαν εδώ τα βήματα τους,

την αναπνοή τους, τη ματιά

καθηλωμένη σ’ ένα τοπίο,

σε άλλα μάτια, σε σώματα.

Ίσως  έμεινε εδώ αποτυπωμένο

το χαμόγελο μιας μελαγχολικής

ανάμνησης του χθες.

Και τώρα; Ποιοι είμαστε;

Χέρια και πόδια κάνοντας..

άλλο φως με σταματάει,

δε μπορεί να μας χωρίσει.

 

 

Αυτό είμαστε, άτομα, κύτταρα

του σώματος αυτού που λάμπει,  που καταυγάζει

κι όταν πυρακτώνεται τυφλώνει.

Είμαστε κάτι που πρέπει να μεγαλώσει,

να πολλαπλασιαστεί

κι αμέσως να’ ναι αυτό που τώρα η ματιά  βλέπει

σε άλλους,  να κομίζει αυτή τη μαγεία

που είναι το να υπάρχεις, να γυρνάς, να ζεις.

 

****************************************************

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΜΟΝΟΣ ΣΟΥ ΜΕΝΕΙΣ (DONDE SECRETAMENTE SOLO MORAS)

 

 

Πυραμιδικός,  ο  θόλος,  υψώνεται στα μάτια σου,

και είναι τόξα που σημαίνουν την έξοδο.

Μπορούσες το βλέμμα να υψώσεις στα πιο ψηλά,

παρόλα αυτά επιμένεις να βλέπεις τον ίσκιο

που προβάλλει ο τοίχος.

Θα μπορούσες να προχωρήσεις, να περάσεις τη γραμμή

που κρατιέσαι.

Γιατί; Τι σ’ εμποδίζει να ανακτήσεις

αυτό που πίσω αφήνεις;

Πονάει. Αν μπορούσες να είσαι σκόνη

που στον άνεμο σκορπίζεται, διαλύεται.

Αν μόνο ήσουνα πέτρα στο δρόμο.

Θα μπορούσες να ξαναβρείς  αυτές τις φωνές

που απόμακρα τραγουδάνε.

Κάνουν ακόμα κι οι φωνές την απόσταση;

Όλα τριγύρω σου φτιάχνουν άλλα μάκρη:

χρυσαφένια με τη λάμψη του θέρου,

αιδημοσύνη του γκρίζου απλώνεται ανάμεσα στα σύννεφα

 

ουρανού που θύελλες προμηνύει,

γλαυκό που δε διακρίνει απλωσιές του αέρα

και της θάλασσας,

πράσινο της βαλανιδιάς,  της λεύκας και του κυπαρισσιού.

Κατεβαίνει η σηκώνεται ο ήλιος στην ερυθρωπή σφαίρα του;

Είναι αυγή; Είναι το δείλι;

Ο κήπος και οι κυρίες της περατζάδας

θα μπορούσαν να γνέψουν ένα μέρος που δεν αναγνωρίζεις,

από ένα χρόνο που ήδη έχεις λησμονήσει.

Δεν ξέρεις αν  ο αριθμός έγραψε στα ρολόγια.

Κι αυτά ακόμα σαν τη σκόνη και τη πέτρα

στήνουν δικές τους αποστάσεις.

Ξέρεις ότι θέλεις μόνο,

έστω και για μια στιγμή

να ξαναβρείς τον εαυτό σου σε εκείνους που υπήρξες, σ’ εκείνους

στους αγρούς, τις μέρες του θερισμού,

τις μέρες του τρύγου

πότε πότε σε συνόδευαν,

σ’ εκείνους που μαζί σου βουτούσαν στη θάλασσα

που αφήνονταν στην κουβέντα

σε γνώριμους τόπους

και όπως στα όνειρα ανάμεσα στο είναι και την ανυπαρξία

 

ο δρόμος, το σπίτι, η μνήμη.

 

(Γρανάδα, 24 Οκτώβρη 1998)

 

 

**************************************************

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΑΓΑΘΟ (EL BIEN PRIMERO)

 

Δίνεις το νερό στις πηγές

για να τραγουδάνε

με τις φωνές  που πάντα σε ενθουσιάζουν.

Καμπύλες διάφανες, κρυστάλλινες,  δροσερές

αναβλύζουνε και χοροπηδούν  στη καλή τους χαρά

όταν κάποιος σιμώνει και τις περνά.

Κάνοντας τες να τραγουδάνε, δίνεις στις πηγές

τη σιγουριά ότι κάθε ροή αφήνει ίχνος

που μας εμψυχώνει στον πηγαιμό και την επιδίωξη

να αλώσουμε άλλα τείχη

που ύψωσε ο χρόνος

για να κάνει ανεξάλειπτη τη μνήμη.

Γι αυτό λάσπη και νερό, άμμος και ασβέστης

στο πέρασμα σου υποχωρούν

έτσι που η ανάσα σου

να σηκώνει μνημεία  που τα ίχνη μας πακτώνουν.

Έτσι και το λουλούδι σε αναγνωρίζει

στο χρώμα και το άρωμα του.

Ό,τι  στις κακοκαιριές αντερίζει

σε σένα γνωρίζει για ποιόν με ζήλο φυλάει

 

τα δώρα που προσμένουν τι θα σκαρφιστεί το φως

να κάνει τον κήπο

υπόσχεση ότι ακόμα και σκόνη

στην επικράτεια του είμαστε το άσμα:  φτερό και λουλούδι.

Αυτό το ορίζεσαι,  γυρίζοντας  μας τα βασίλεια

της απλοχωριάς  όπου νερό και αέρας μαυλίζονται

όταν σηκώνουνε την πόλη στον αιθέρα

με τις φωνές που πάντα την γητεύουν

στους δρόμους της και τις πλατείες

που ο έρωτας σου ξανακερδίζει.

 

 

(Γρανάδα, 27 Οκτώβρη 1998)

 

 

***************************************************************

ΤΩΝ ΠΑΛΙΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ  (DE ANTIGUOS SIGNOS)

 

                                                         (για τον Άνχελ Παλάσιος)

Κι’ όμως σε γοητεύουν τα μάκρη,

Πάντα οι παράλληλες στις ράγιες,

ακόμα και ξύπνιος, οδηγούν τα όνειρα σου.

Ήταν μια υπόσχεση, κάτι που στη μνήμη σου

έτρεχε πίσω σε άλλους τόπους και χρόνους

σ’ αυτούς που κάποιες φορές, σ’ ένα τραίνο

κάποιον αποχαιρετούσες, και λαχταρούσες

το γέλιο του, τη φωνή του και τη ματιά του,

το σύμπαν  των χρωμάτων και των μορφών

συναντήσεις διαδοχικές που ζωογονούσαν.

Τώρα,  όπως ο αέρας,  κάνεις τις δικές σου τροχιές

Με χρώματα και μορφές που σ’ αυτό το ταξίδι το κυκλοτερές

ξαναφαίνονται, για να δώσουν σε σένα τον ίδιο,

το άλλο που στα όνειρα, ακόμα και ξύπνιο,

σε έψαχνε σ’ ένα τραίνο …

Το ξέρεις,  είναι ένα:  μισό φως, μισό σκιά

που μοιράζονται τη γκάμα που χρωματίζει τα φρούτα

και τα διαβατάρικα νερά ξαναγυρίζουν  στην άμμο.

(Οπόρτο, 15 Οκτώβρη 1998)