
21. SO LONG, MARIANNE: Ποιήματα στη Μαρία, Σμίλη, 2017, β’ έκδοση 2017, γ’ έκδοση 2018.
[Κάποτε πρέπει να υπήρχε μια γυναίκα. Ήταν μετρίου αναστήματος, μέτριου βάθους, μέτριας ζωής. Έτσι όπως είναι συνήθως οι ζωές των ανθρώπων. Μου έγραψε: «Μέσα στο άρωμα των ματιών σου είδα να σβήνουν οι τελευταίες ανάσες των Θεών». Την έλεγαν Μάριαν, Μαριάννα, Μαίρη, Μαρίλια, Μαίριλυν , Μαριλού, Μαριάμ, Μαρία. Αλλά μπορεί να ήταν και ο ίδιος ο κόσμος.
Μετά εξαφανίστηκε.]
Υπάρχει κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ την φαινομενική κατανυκτικότητα αυτής της ενότητας ποιημάτων στο 21ο βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου. Είναι οι σιωπές ενδιάμεσα που αιχμαλωτίζουν το κείμενο, το συγκροτούν σε σώμα και μετά το σπέρνουν στις σελίδες, τοποθετώντας το ως βίωμα ενικό στην κορυφή μιας μυθολογικής πυραμίδας. Είναι οι ακέραιες λέξεις που επιδαψιλεύουν εκείνον τον εξοπλισμό που χρειάζεται το ολομόναχο συναίσθημα. Είναι η αισθητική του υποθετικά εύκολου, του αυτονόητου, του διαρκούς. Που είναι και το πιο δύσκολο. Αυτό, όμως, είναι και η αγάπη: Η κατακτημένη από αληθινό άλγος υπομονή της διάρκειας. Ένα αιώνιο οικόσημο αυτοεκπαίδευσης, αυτομύησης, ένα μνημείο των εποχών που παρέρχονται, περιμένοντας να ολοκληρωθούν στην λήθη.
ΥΓ. Η αλήθεια είναι ότι αυτό το βιβλίο γράφηκε ακριβώς για την σχέση του Λέοναρντ Κοέν με την Μαριάν Ιλέν, στα χρόνια της Ύδρας και τα ερωτικά ποιήματα που περιλαμβάνονται σε αυτή την συλλογή αφορούν σε μια υποτιθέμενη ανταλλαγή ερωτικών μηνυμάτων ή ποιημάτων, μια προσομοίωση διαλόγου μεταξύ των δυο εραστών. Αφορμή υπήρξε ο θάνατος της Μαριάν Ιλέν στις 28 Ιουλίου του 2016, σε ηλικία 81 ετών και η μόλις προ δύο ημερών επιστολή του Λέοναρντ Κόεν προς αυτήν που πρόλαβε να διαβάσει και δημοσιεύτηκε παντού. Υπάρχει, όμως, και το προσωπικό βίωμα.
*
I
Τα ρούχα μου που βασάνιζες
Οι λέξεις μου που μιλούσες
Η αντίθετη λύπη μου
Τα ξυπόλυτα χέρια μας
Οι δαγκάνες του φθινοπώρου
Το απόρθητο σύνορο
Τα χρόνια χιαστί
Που λυσσούσαν
Η θάλασσα
Πριν την σφαγή
Τελεσίδικα μαζί σου
Αναπόφευκτα μπλε
Αναπόφευκτα ίδια
Αυτή η μικρή σύνοψη
Σε σειρές
Που δεν συνοψίζονται
*
Iii
Θα σε ξαναδώ
Στο βαθύ κόκκινο μιας νύχτας
Αποκλειστικής
Για να πλύνω τα μάτια μου
Με την ομορφιά σου
Και να πεθάνω αθώος
*
IV
Αν και ακόμα αγέννητη
Θέλω να σ’ αναστήσω
Να σε συνθέσω ξανά
Από υπερκόσμια υλικά
Να μην σβήνεις
Να μην προσπερνάς
Να μην φοβάσαι
Να σε χορτάσω
Χωρίς σκιά
Χωρίς άλλα ενθύμια θαύματα
*
VI
Το παρόν είναι ακατάλληλο τώρα
Τα γάντια υπήρξαν τέλεια
Το άγγιγμα ατελές
Κι εγώ
Στην αυλή του Θεού
Χωρίς σημερινό ίχνος
Σου αφήνω τα βλέμματα της ζωής
Στις κρυφές διχάλες των λόγων μου
Για να τα βρίσκεις
Και να τα φυλάς
Προσπαθώ με τις λέξεις
Να σε θυμηθώ
Και ξοδεύω
Άδικα δέντρα
Απελπισμένες πορείες
Και χώματα
Για να υποκαταστήσω κάτι
Που δεν ξανάγινε ποτέ
Στην ιστορία της μουσικής:
Τον τρόπο που με κοίταγες
Και γινόταν ξαφνικά Μάρτιος
*
VII
Η αγάπη δεν απομακρύνεται ποτέ
Απ’ το μέλλον της
*
IX
Σε παντρεύτηκα αργά σιωπηλά σωτήρια
Παντρεύτηκα τα οστά σου που έκαιγαν
Πήρα την οδύνη που έπεφτε απ’ το δέρμα σου
Σε μπάλες χιονιού
Και την ζέστανα μαλακά
Με την ανάσα μου
Παντρεύτηκα τις ρωγμές των μελών σου
Την άνοιξη εκείνων των γενναίων μαλλιών
Το κίτρινο καμπαναριό της ψυχής
Που σιγούσε
Και την τρύπα που είχε ανοίξει ο χρόνος
Έφτασα αμίλητος έως τα νύχια
Τα άναψα
Και πέρασα εκεί
Στα μικρά σου χάλκινα δάχτυλα
Δύο εκκωφαντικές βέρες
Η μία έγραφε σήμερα
Η άλλη αύριο
Εσύ μου είπες ποτέ
Και κατάλαβα ότι ήταν για πάντα
*
XI
Με σένα
Επισκεύασα μέσα μου
Το πρόσωπο του θεού
Σε όλες του τις θρησκείες
Ευλογήθηκα
Όταν σε κοίταξα για πρώτη φορά
Τώρα που εσύ δεν βλέπεις
Κι εγώ
Έχω μείνει εδώ
Να σε εύχομαι
Θέλω να είμαι σίγουρος ότι ξέρεις
Πως αγαπήθηκες
Από έναν άγιο
*
XII
Θέλω να σε αγγίξω ξανά
Για να γίνεις πιο όμορφη
Από τις απελπισίες των δαχτύλων μου
Πιο απέραντη απ’ τη θάλασσα
Που θα ξαπλώνει στα πόδια σου
Ανίσχυρη
Υποταγμένη στις επιδόσεις σου
Κανένας θάνατος
Ποτέ
Δεν μπορεί να είναι πιο όμορφος
Από σένα
*
XV
Έζησες σε όλα τα μέρη
Που ήμουν παιδί
*
XVII
Χθες ονειρεύτηκα πως ξανάρθες
Ήσουν σαν ηλικιωμένος κήπος
Που δεν απομακρύνθηκε ποτέ
Απ’ το μέλλον του
Έσκυψα και σε μάζεψα
Με εκείνη την βιασύνη στα δάχτυλα
Που έχουν οι τυφλοί
Πήρα τα λουλούδια σου
Από το αμαξοστάσιο των θνητών
Το δέρμα τους ήταν σαρκώδες
Είδα τον λούτρινο μίσχο
Να αναρριχάται αργά
Από μέσα μου
Σαν κισσός
Έφτασε στο λαρύγγι μου
Σε κατάπια
Και βγήκες απ’ τα μάτια μου
Όπως το παράξενο φως
Που γεννήθηκε
Για να εξιλεώσει τον κόσμο
*
XXI
Υπήρχε ένας καιρός
Μέχρι να αλλάξεις το όνομά σου
Που όλα όσα μάθαινα για την αγάπη
Τα μάθαινα επειδή με κοιτούσες
Μ’ εκείνο το λανθασμένο κίνημα
Και τον άγγελο
Που ανέπνεε κάτω απ’ το πρόσωπό σου
Κρυφά
Σαν βάτραχος
Κρατώντας στα χέρια του
Ένα παγωμένο κουκλάκι
Δεν έχει αλλάξει αυτό
Τα φτερά είναι ίδια
Οι λέξεις πράσινες
Ο άγγελος στη σειρά
Έως την πόρτα σου
Μένουν οι τίτλοι
Έχω φωνή
Μόνο για να προφέρω το όνομά σου
Και να το κάνω καλύτερο
*
XXIV
Κάθε που βρέχει
Νομίζω πως ενώνονται τα σύννεφα
Σαν στρατός
Για να σε συναρμολογήσουν απ’ την αρχή
Τότε σ’ αγαπώ περισσότερο
Εσύ λιγότερο
Το σύνολο όμως
Είναι πάντα το ίδιο
Το ίδιο εμείς
*
XXVII
Καμιά φορά σκέφτομαι
Ότι όλο αυτό δεν είναι τίποτε άλλο
Παρά λογοτεχνία
Αλλά όχι
Πρόκειται για ζωή
Γιατί μόνο έτσι μπορεί να συνεχίζεται ο κόσμος
Μόνο έτσι μπορείς να τον αντέχεις
Ο χάρτης ψεύδεται αν δεν σε συμπεριλαμβάνει
*
IXXX
Ανεβαίνω και κατεβαίνω
Τις σκάλες του εαυτού μου
Για να σε βρω
Τα δάκρυά μου είναι κίτρινα
Είσαι παντού
Εκτός από σένα
Όλη εκ μέρους μου
Με την πλήρη συγκατάθεση του εαυτού μου
Εξαιτίας μου
Πραγματική όσο και η φαντασία μου
Σου πιάνω το χέρι και λιώνει
Κολλάει πάνω μου
Γίνεται γάμος
Ρεύμα ζεστό
Δέρμα κάτω απ’ το δέρμα μου
Όλα τα υπόλοιπα είναι νεκρός χρόνος
Σαν να γράφεις σταγόνες
Πάνω στην επιφάνεια του νερού
Δεν ξέρω άλλο τρόπο
Να σε επινοήσω στον κόσμο
Άλλωστε
Είναι αναμενόμενο
Να αγαπά κανείς έτσι
Την ίδια την αγάπη
*
XXXII
Ήρθες πάλι
Αναγνωρίζω τα βήματά σου στο χολ
Το χάδι ανάμεσα στις πατούσες σου
Και το πάτωμα
Ακούω το θρόισμα που κάνουν τα χέρια σου
Προσπαθώντας να με αγγίξουν
Βλέπω το βαθούλωμα στο στρώμα
Που κάθεσαι
Μια τρύπα ζωής
Το παρατηρώ για ώρα προσεκτικά
Μετά καταλαβαίνω ότι δεν κάθεσαι
Απλώς κοιμάσαι
*
XXXIII
Αν θες
Μπορώ να φορέσω τα μάτια σου
Να βλέπουμε τουλάχιστον
Τον ίδιο κόσμο
*
XXXIV
Στρέφομαι πάλι προς την φωτογραφία σου
Σου ζητάω ακόμα να ζήσεις
Δεν ξέρω αν μιλούν οι φωτογραφίες
Ή αν αρκούνται στα ψίχουλα
Πάντως εγώ θα μπουσουλήσω
Θα τα μαζέψω σπυρί σπυρί
Θα ενώσω τα χρόνια σου
Και θα φτιάξω έναν άφωνο σιδηρόδρομο
Ένα σμήνος από σιδερένιες πεταλούδες
Μια ατέλειωτη σειρά από υστερόγραφα αγάπης
Δύο πράσινες βιβλιοθήκες από λέξεις
Μια κρούστα αληθινού ύπνου
Ένα στρογγυλό οικοδομικό τετράγωνο κήπων
Μια γενέθλια πόλη αγγέλων
Μια συρμάτινη χώρα
Έναν ολόκληρο μαραθώνιο από βλέμματα
Έναν αθώο κόσμο καινούριο
Κι εκεί θα ετοιμάσω ένα βασίλειο για σένα
Ή μια νέα απώλεια
Δική μου
Αφού όπως και αν το κάνεις
Η αγάπη
Μόνο να συνεχίζεται μπορεί
*
XXXVI
Γεννιέσαι από αγάπη
Σε γεννάω εγώ
Μετά πεθαίνω
Και με γεννάς εσύ
Ξανά
Ανταποδίδοντας ένα μέρος του θανάτου
Στην γέννηση
Αυτό το αέναο θαύμα
Που συνεχίζεται
Το λένε αγάπη
Σπάνιους ήρωες
Ή αλλιώς εμείς
*******************************************************************************************
-
ΑΥΤΟ ΤΟ ΡΟΚ ΔΕΝ ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΠΟΤΕ, Απόπειρα, 2018 (Τρίτη έκδοση σε έναν ενιαίο τόμο που περιλαμβάνει τα δυο παλαιότερα βιβλία “Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου” και “Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα”).
*
ΔΥΟ
Τα χρόνια που έρχονται θα ’ναι ακόμα πιο δύσκολα, πιο οδυνηρά. Και τα ταξίδια περισσότερα.
Όσο περισσότερο πλησιάζω, τόσο περισσότερο απομακρύνομαι, τόσο χάνομαι στα στενά.
Φοβίζει η απόσταση καμιά φορά.
Θολώνουν τα βλέμματα στην απεραντοσύνη του δρόμου, πεισμώνουν τα όνειρα.
Οι εποχές τώρα σκυφτές, παρακαλούν να τους χαρίσω τα παιδιά μου.
Κι εσύ, κουκίδα στο χάρτη, πας. Ξεμακραίνεις όλο και πιο πολύ.
Άραγε κάτω από ποιον αστερισμό στεγνώνουν τ’ όνειρά μας, πού ’ναι τα καλοκαίρια που υποσχέθηκες, πού ’ναι τα φώτα, οι γιορτές, αχ πού χαθήκανε όλοι, πού πήγανε όλοι, λείπω μόνο εγώ απ’ το χορό… ήμασταν χρόνια χαμένοι, χρόνια κυνηγημένοι, ήμασταν χρόνια τυφλοί…
Σβηστά φώτα,
σβηστή μουσική,
σβηστός,
έσβησα.
Όταν η μουσική τελειώσει, σβήσε το φως.
Θα σβήσω μακριά σου.
Να επιστρέψω θέλω, να ’ρθώ ξανά, να βάλω στο αμάξι μια από εκείνες τις μπαλάντες των Aerosmith, το «Amazing» ή το «What it takes», ένα μαντιλάκι των Zeppelin στα μαλλιά, να ’ναι full moon, κατακαλόκαιρο, ανοιχτά τζάμια, η άσπρη γραμμή τού δρόμου να χάνεται απ’ την ταχύτητα,
όλες οι αποστάσεις ένα λεπτό και να ξανάρθω αιώνιος κύκλος,
να ακουμπήσω τις μέρες μου πάνω σου, στο βάρος τού κορμιού σου, να σε σφίξω απαλά, έτσι, όπως ψηλώνει ο καλοκαιριάτικος ήλιος, όπως μακραίνουν τα απογεύματα, όπως γέρνουν οι μήνες πάνω σου,
και καθώς θα τρέμεις κάτω από λευκές δέσμες Αιγαίου φωτός, να γίνω μόνιμος ένοικος των νότιων προαστίων σου, εκείνων των πολύ ιδιαίτερων διαμερισμάτων σου που συνήθως κατοικούν οι πρωτόπλαστοι και οι διαλεχτοί,
να πιω κι εγώ λιγάκι απ’ το κρασί των Θεών, να ψηλώσω, να πάρω φωτιά, να κονταροχτυπηθώ με τις μνήμες μου κι όλα να γίνουν θολά, ακαθόριστα, σαν καμένη φωτογραφία, για να μη βλέπω άλλο την ασχήμια,
να χωθώ βαθιά στα κυκλαδίτικα μάτια σου ναυαγός, να υγράνω τους έρωτες,
λίγο πριν το τελευταίο χάσιμο κι αυτής της σελήνης,
λίγο πριν ο χρόνος βουλιάξει μέσα μας και απομακρυνθούμε οριστικά,
λίγο πριν ακουμπήσουμε τα σύννεφα και γίνουμε φυσαλίδες,
λίγο πριν μεταμορφωθούμε σε πάγους και χαράξουμε πάνω τους πληγές,
λίγο πριν τα παραχωρήσουμε όλα στη μοίρα και κάνουμε πρόσω ολοταχώς,
γι’ αυτό, λίγο πριν, για να μη βλέπω άλλο την ασχήμια,
έλα, θα πω όλα τα γράμματα μαζί, θα μιλήσω με την εκπνοή των ανέμων,
μήπως και μπορέσουμε να συνθέσουμε τις τελευταίες μελωδίες των καιρών,
μήπως και καταφέρουμε να σφραγίσουμε τους καινούριους θριάμβους,
μήπως και προλάβουμε να εκτρέψουμε την τροχιά κι αυτής της Σελήνης,
γι’ αυτό, για να γίνουμε τοπία Αναγέννησης,
έλα, έλα, μωρό μου,
αχ αυτή η μαύρη, ηφαιστειογενής πύλη σου που μέσα της λιώνουν όλα τα κατακτητικά σχέδια, καίγονται όλες οι αποφάσεις, σταυρώνονται όλοι οι Χριστοί,
κοίτα, κοίτα πώς ξέρει και λικνίζεται στο μέλλον, πώς ατιμάζει τα βλέμματα, πώς φτάνει και ξεγράφει τους ορίζοντες μεμιάς, πώς χάσκει στην αιωνιότητα και σβήνει τους χρόνους, πώς τρελαίνει τα χρώματα, πώς ακουμπά στις φθορές,
αχ, Μιλένα, Μιλένα μου!
στη ζωή μου θα κρύψω τη ζωή μας σκηνές, σκηνές καρέ καρέ από ένα έργο που δεν ανέβηκε ποτέ, πριν προλάβουμε να διαβάσουμε τους ρόλους, οι υπότιτλοι του τέλους, αυλαία πριν καν ξεκινήσουμε, κατάλαβες μωρό μου;
ιστορίες σκηνών είμαστε, αμοντάριστων και άνισων, θολών σκηνών, χωρίς άκρη, μέση και τέλος, χωρίς πολλή διάρκεια,
όπως εσύ, όπως εγώ,
όπως εκείνη η ταινία της Agnés Varda Δίχως στέγη δίχως νόμο, όπως το βλέμμα σου εκείνη τη νύχτα,
εξωτερικά γυρίσματα ενός φιλμ που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, ήταν too much, μελαγχολικά στιγμιότυπα που τελειώνουν στο ανοιγόκλειμα των ματιών, στο travelling τού φακού κάποιου αόρατου σκηνοθέτη που βιάζεται,
a tale that wasn’t right, αυτό είμαστε,
ένα μαγικό παραμύθι των Helloween, το γλυκό παραμύθι τού ροκ εντ ρολ, μόνο που στα παραμύθια χρειάζεται γιαγιά στο τζάκι με άσπρα μαλλιά, αφηγηματικό ταλέντο και υπομονή, χρειάζονται παιδιά και μυστήριο για να κρατήσουν, ιδίως σ’ αυτά που δεν είναι σωστά, ιδίως σ’ αυτά που στο τέλος νικάνε οι κακοί και οι καλοί συντρίβονται,
it’s alright, we’ll stay friends, άλλωστε όλα τελειώνουν κάποτε, όλα ιστορίες είναι που κάποτε τελειώνουν,
το θέμα είναι να υπάρχουν παραμύθια, γιαγιάδες, παιδιά, ταινίες που να μένουν στη μέση, σκηνές ανολοκλήρωτες, ηθοποιοί, ιστορίες, ροκ εντ ρολ, ένα παραμύθι άλλωστε δεν είναι κι η ζωή; άλλοτε βιαστικό, άλλοτε απρόβλεπτο, πάντως παραμύθι,
ένα γοητευτικό παραμύθι που χάνεται μέσα σε ένα άλλο παραμύθι, πιο μεγάλο, που γίνεται της πουτάνας, δυσκολεύεσαι να το παρακολουθήσεις κι οι χρόνοι φθίνουν σαν ξέφτια από παλιό παλτό,
γι’ αυτό, για να φανεί ο επίλογος,
έλα, έλα, το μουνί σου με τρελαίνει, δεν μπορώ, θα χύσω βολβούς μέσα του να φυτρώσουν θεοί, θα το ξεκολλήσω να το κρεμάσω σταυρουδάκι στο λαιμό μου για να ξορκίσω τις μέρες που έρχονται γυμνές, υστερικές, κακόγουστες, μέρες αργίας, χωρίς εσένα,
να σου διηγηθώ χαμηλόφωνα τα τελευταία αποσπάσματα while my guitar gently weeps,
σοφία και αιώνια γαλήνη και αγάπη, αγάπη μου, αυτό θέλω, τελευταία χαρά μου,
ίσως να φτάνει μόνο αυτό, μια ματιά σαν βροχή,
μια τελευταία προσευχή…,
να σε ξεκάνω, να φύγω εντός σου, να φύγω μωρέ, να φύγω,
ούτε φαρμακεία δεν υπάρχουν για τις ψυχές που διανυκτερεύουν — έτσι διάβασα κάπου — να σταματήσει αυτός ο πόνος και να μη βλέπω την ασχήμια,
αχ! κορίτσι μου, έλα,
αφού time is on my side, αφού το ξέρουμε, αφού σκοτεινιάζει, αφού εσύ είσαι ζωγράφος ψυχών, γνωρίζεις το μυστικό που σκοτώνει, αφού η Τροία είναι μίλια μακριά κι η ωραία Ελένη θα ’ναι τώρα γριά, αφού σαλπάρουμε,
είναι και τα τραγούδια βλέπεις που περιμένουν, όσο αγαπάω μένω πίσω κι όλο μ’ αφήνεις να σ’ αφήσω, κυλούν σαν τα χρόνια γοργά, χάνονται αστραπιαία μπροστά στα μάτια μας και μένουμε μόνοι, έρημοι έρωτες σε 33,3 στροφές,
σου μοιάζει η σελήνη, πού να βρω γαλήνη,
στον Άδη ανατέλλω, πόσο σε θέλω,
πόσο σε θέλωωωω, αα-αα-αααα…,
α όχι, δεν είσαι γυναίκα εσύ, δεν μπορεί να είσαι γυναίκα, πλοίο είσαι, σε θυμάμαι καλά,
Μιλένα, Παρασκευή 29 Ιουνίου 1990, το καλοκαίρι με τα χιλιάδες χρώματα,
σ’ έχω πάρει πολλές φορές, μπρος πίσω η ίδια διαδρομή, Νάξος–Πειραιάς, μπρος πίσω, με εννιά μποφόρ βοριά στην άκρη του Κάβο Ντόρο, κρεμασμένος από ένα σκοινί και τα ελενίτ να σκορπίζουν στη θάλασσα,
είσαι πλοίο μεταμφιεσμένο σε γυναίκα και θες να σε παίρνω συνέχεια, μπρος πίσω κι εγώ δεν μπορώ, θέλω να φύγω, να κρυφτώ,
κι ας μη μετράω πια στις εποχές τη ζεστασιά του κόλπου σου, ας μην ξυπνάω κάθε πρωί με την αύρα της θάλασσας, ας μη χορταίνω τα χρώματα,
χρειάζομαι τη φωτιά σου για να καώ, να ξαναβρώ τις βόλτες σου,
αφού το βλέπεις, δύω στη σάρκα σου,
έλα,
μπρος πίσω, μπρος πίσω,
έλα,
το ξέρω πως δεν είμαι αυτός που πάνω του θα στηριχτείς, ούτε λεφτάς, πίσω γυρνάς, πιωμένο μες στα μπαρ να με βρεις, όμως εγώ θα σου μετρώ της πόλης το σφυγμό μ’ αγκαλιές, θα σου χαϊδεύω το μυαλό με χίλιες και μια νύχτα γλυκές…,
έλα,
χύσε,
χύσε,
χύσε μαζί μου,
είσαι πλοίο που φεύγει ντυμένο γυναίκα και πάνω του εγώ, αρμενίζω πειρατής στο πέλαγος του κορμιού σου,
σε παίρνω,
σε λιώνω,
σε στάζω,
σε σκίζω,
μπρος πίσω, μπρος πίσω,
μέχρι να βγάλει μέλι η μήτρα σου, μέχρι να σταματήσουν οι ώρες, μέχρι να αρχίσουν να ηχούν οι γκουαχίρες, τα τύμπανα του Jack Dejohnette, οι κουβανέζικες τρομπέτες των Buena Vista και να τρυπώσω βαθιά μες στο μπλε σου,
εκείνο το αχλύ, γλυκό μπλε που ρίχνει καμιά φορά ο Θεός για να κρύβεται.
Για να μη βλέπω την ασχήμια.
*
ΕΝΑ
Τα βιβλία συνήθως δεν μεταφέρουν μηνύματα. Αυτό το κάνουν με επιτυχία τα κινητά. Οι ταχυδρόμοι. Τα συλλαλητήρια του ΚΚΕ που ψηφίζεις. Παλιότερα, και οι πελαργοί. Ούτε καν λέξεις: Ρήματα, πρόσωπα, χρονολογίες, γεγονότα, οδόσημα.
Η εξαιρετική σημειολογία τους βασίζει την επιτυχημένη της συνταγή σε μια εσωτερική διασπορά λέξεων και εικόνων που σπαρταράνε στο σύμπαν σαν ανεξίτηλα όνειρα. Έχουν παράνομες μελωδίες και αγαπησιάρικους αναστεναγμούς. Είναι η σκόνη που αφήνουν οι άγγελοι τη νύχτα όταν πετούν χαμηλά.
Οι άγγελοι καμιά φορά επιζητούν να μας συναντήσουν. Κατεβαίνουν στη γη γιατί βαρέθηκαν, αφού δεν μπορούν να υπακούν άλλο σε εντολές που δεν καταλαβαίνουν. Περπατούν ανάμεσά μας αόρατοι, φοβούνται ότι θα τους τιμωρήσει ο Θεός. Γι’ αυτό πολλές φορές μαζεύονται και γλεντάνε σιωπηρά, προσποιούμενοι ότι δεν υπάρχουν. Χορεύουν ελαφρά πάνω στον πάγο και οι πιρουέτες τους μοιάζουν αδύναμες και εύθραυστες σαν ενοχές. Κάνουν τάχα ότι πονάνε, ότι δεν μπορούν.
Όμως ξεγελούν το θάνατο.
Είναι η σιωπή που ακούγεται στη διαπασών. Το αδυσώπητο χνάρι μιας παράξενης και αιώνιας οίησης.
Αγγελόσκονη, όπως τα βιβλία.
Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι τα βιβλία είναι φέιγ-βολάν. Θα ’πρεπε λογικά να έχουν στόχους, να υποστηρίζουν συνθήματα, να περιέχουν ιδέες, να παρουσιάζουν πρακτικούς οδηγούς συμπεριφοράς.
Μπερδεύουν τους συγγραφείς με ταξιδιωτικά γραφεία, με χάρτες χαμένων θησαυρών, με εγχειρίδια ψυχολογίας που εγκρίθηκαν από Πανεπιστήμια, με φιλοσοφικά ρεύματα που προηγήθηκαν της εποχής τους.
Εγώ μπερδεύω το ροκ εν ρολ με σένα, τους ανθρώπους με τους αγγέλους, την Patti Smith με την P. J. Harvey. Πώς να παρηγορηθώ μακριά σου; Με τι υποκατάστατο υποκαθίσταται η μοναδικότητα;
Μονόπρακτα όνειρα, πεισματικά ακίνητα, από τους Frumpy στην άκρη του πικάπ…
Ohhh it’s not easy all the time
when you’re standing on your side and I’m on mine, maybe you want me to act like a star
but just this night I’ve got a completely empty heart…
*
Χθες ονειρεύτηκα πάλι ότι άνοιξα μια τρύπα στο χρόνο προσπαθώντας να εξηγήσω τις ημερομηνίες που έλειπαν. Τις τράβαγα να ξεχειλώσουν, να γίνουν ελαστικές, για να μπορέσω να ενώσω τις άκρες τους, τράβαγε και ο Keith Richards μαζί μου κεντώντας πάνω στις παρτιτούρες τού «Under My Thumb» σχέδια κόκκινα, τράβαγε κι ο Lou Reed στο «My House», στις ροκ εν ρολ βοήθειες που ανασύρονται αυτόματα όταν οι βότκες δεν επαρκούν, όμως ο χρόνος είχε στυλώσει τα πόδια του για τα καλά και δεν έλεγε να μετακινηθεί ούτε βήμα. Τίποτα.
Για μια στιγμή τα ’χασα. Ο Μπατάιγ λέει ότι κάτι τέτοιες στιγμές έχουμε «μια επιθυμία να ζήσουμε σταματώντας να ζούμε και μια επιθυμία να πεθάνουμε χωρίς να σταματήσουμε να ζούμε». Η έλλειψη αποτελεί βασικό άξονα κάθε επιθυμίας.
Ο χρόνος αντιστεκόταν γερά. Δεν ήθελε να τρυπήσει. Την τελευταία στιγμή, και ενώ η απουσία σου έκαμπτε διαρκώς τις αντιστάσεις του, διασπάστηκε στα δυο με μια μεγαλοπρεπή έκρηξη.
Χωρίστηκε σε ασύμμετρα μέρη.
Έγινε κόκκινα κομμάτια ονείρων που ξεχύθηκαν στο δωμάτιο.
*
Θα ανοίξουμε μια πλωτή διώρυγα για ερωτευμένους, τα μάτια σου θα είναι πάλι κατάμαυρα και θα δεσπόζουν στους δρόμους, θα φοράς εκείνη την κοντή φουστίτσα που φορούσες στην Αίγινα, θα φοράω το μακό της Κεφαλονιάς, θα έχω μακρύνει τα μαλλιά μου πολύ, θα έχεις διαβάσει Ρολάν Μπαρτ, θα έχω αντέξει την πίεση των ημερών, θα μου έχεις αγοράσει ένα καινούριο βραχιολάκι, θα σου αφήνω cd τού Van Morrison κάτω απ’ το μαξιλάρι μαζί με σοκολάτες υγείας και σημειώματα «μ’ αγαπάς;», τα πρωινά θα μου σερβίρεις κέικ βανίλια με παγωτό σε στρογγυλούς δίσκους, θα έχω δερμάτινο παντελόνι, δερμάτινα βιβλία, δερμάτινο βλέμμα, ο χρόνος θα επιπλέει μέσα μας σαν φελλός, όταν ξημερώνει θα με παίρνεις αγκαλιά και θα πηγαίνουμε βόλτα στη θάλασσα, θα φτιάχνουμε γοργόνες στην άμμο, θα τις ζωντανεύουμε και θα μας ταξιδεύουν μακριά, τα βράδια, όταν θα πέφτει σκοτάδι πηχτό, θα με κολλάς στο σώμα σου σαν αυτοκόλλητο σηματάκι από παιδικό παιχνίδι, εγώ θα σου διαβάζω ποιήματα του Ελυάρ και δοκίμια του Ντεμπόρ και του Πας, θα είσαι απροσδόκητα όμορφη, θα είμαι απροσδόκητα τυχερός, θα βλέπω στα μάτια σου όλες τις συναυλίες των Who, θα βλέπεις στα χέρια μου όλες τις τροχιές των άστρων, δεν θα σταματήσεις ποτέ να αγαπάς τη σιωπή, δεν θα σταματήσω ποτέ να καπνίζω, δεν θα χρειάζεται πια να μιλάω, θα σου λέω στίχους από τραγούδια κι εσύ θα τα καταλαβαίνεις όλα, όταν ζαλίζεσαι θα σου αγοράζω σκουλαρίκια από πλανόδιους ή αλυσιδίτσες για τη μέση, όταν απελπίζομαι θα μου κλείνεις το μάτι και θα χαμογελάς πονηρά, τα όνειρα που θα κάνουμε θα τα αριθμούμε και θα τα κρεμάμε πόστερ στους τοίχους, θα πιστεύεις ότι ο έρωτας καταβροχθίζει το χρόνο, σε όλα τα παραμύθια θα πέφτει χρυσόσκονη ανακατεμένη με αθωότητα, τα ρολόγια στους πίνακες του Νταλί δεν θα λιώνουν γιατί ο χρόνος θα ’ναι αιώνιος, ένα απόγευμα θα χτυπήσει η πόρτα και θα μπει η Patti Smith, θα σου χαρίσει το άσπρο φόρεμα που φοράει στο εξώφυλλο του Wave, θα κρατήσω τα περιστέρια, οι επόμενες κόπιες του άλμπουμ θα εκδοθούν χωρίς περιστέρια και με την Patti Smith γυμνή, το «Dancing Barefoot» θα κοπεί απ’ τη λογοκρισία γιατί θα έχουν προστεθεί στίχοι που θα λένε για μας, θα συναντιόμαστε κρυφά στη χώρα των θαυμάτων κάτω από ουρανούς με μαρμελάδα και μεγάλα σοκολατένια βουνά, μέσα σε κίτρινα υποβρύχια, εκεί θα μας περιμένουν οι καρδιές του λοχία Πέππερ που δεν θα είναι μοναχικές, μανταρινιές από σελοφάν και η μικρή Αλίκη, μια μέρα με λιακάδα θα καβαλήσουμε το διαστημόπλοιο της αγάπης και θα χωθούμε στα σύννεφα, δεν θα φοβάσαι στις στροφές, θα φτιάξω ένα ροκ συγκρότημα και θα το πω «Διαμαντένια Προβλήτα», θα παίζεις μπάσο και θα γράφουμε τους στίχους μαζί, τα καλοκαίρια θα περιοδεύουμε σε τουρνέ, τους χειμώνες θα αγοράζεις τελάρα και θα ζωγραφίζουμε τις ψυχές μας, θα ζούμε ακόμα τόσο μακριά που θα μπορείς να απλώσεις το χέρι σου και να κατεβάσεις τον ήλιο, θα σου πω «το τέλος δεν είναι παρά μόνο η αρχή», θα μ’ αγαπήσεις ως την άκρη του χρόνου.
*
Κι έτσι αποκοιμήθηκα ενώ ο ήλιος ξεφλουδιζόταν.
**********************************************************************************
![]()
23. ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΗΘΟΥΣ, Απόπειρα, 2018 (Τετράπτυχο)
Ένα βιβλίο απαντά σε κανένα βιβλίο. Το απαλλάσσει από την κατηγορία της μνήμης του και το υστερογραφεί. Το απαλείφει, διαχέοντας το αυτονόητο νόημα. Όσο μπορεί να απαλειφθεί κάτι που δεν υπάρχει. Ύπαρξη και μη ύπαρξη σε αμφίδρομο δρόμο. Καιρός που έχει περάσει. Κάποτε υπήρχε, μάλλον, ένα βιβλίο που ήταν κανένα βιβλίο. Η αρτιότερη διατύπωση θα ήταν, του κανενός το βιβλίο. Η ιστορία των βιβλίων είναι θεμελιωδώς μια άσκηση ήθους. Ήθος, ύφος, και ύψος αναμετρώνται εδώ, σ’ αυτήν την έκδοση, με τον αδυσώπητο χρόνο. Καιρός που έχει περάσει. Αποκατεστημένος, ορθολογικά, ιδεολογικά, έντιμα. Με το ύφος που δεν είναι, το ήθος που πάντα ήταν, το ύψος που εννοείται. Ένα ποίημα σε δύο χρόνους για τον μεγάλο αιώνα που πέρασε. Το είναι και το μη είναι. Και τον καιρό που έχει περάσει, παραμένοντας δύο: Τον καιρό του ενός που είναι όλα και τον καιρό του κανενός που είναι τίποτα.
Καιρός που έχει περάσει.
*
[2 0 1 8]
Σου είπα ότι ήθελα να σε ξαναδώ
Δεν ήξερα για ποιό λόγο
Κανείς δεν ξέρει ακριβώς
Για ποιό λόγο γίνονται
Ή δεν γίνονται
Τα πράγματα
Και αν βρισκόμασταν
Θα ξεκινούσα να σου λέω
Ότι ήθελα να σε ξαναδώ
Απλώς δεν ξέρω τον λόγο
-Κανείς δεν ξέρει κανένα λόγο –
Και τα μάτια σου θα ήταν καρφωμένα στο πάτωμα
Και το πάτωμα θα αναποδογύριζε πάνω μου
Και το μπαρ θα ήταν σιωπηλό
Παρά τους ανθρώπους του
Και η μουσική θα ήταν περίπου
Ανάμεσα σε σένα και μένα
Και θα υπήρχε λόγος γι αυτό
Πάντα υπάρχει κάποιος λόγος
Απλώς δεν τον ξέρουμε
Και η σιωπή θα ήταν ανάμεσα
Μισή δική μου
Μισή δική σου
Και τα μαλλιά σου θα τα έκρυβαν όλα
Παρότι δεν θα υπήρχε τίποτα που να μπορούσε να κρυφτεί
Και μπορεί και να κουβεντιάζαμε
Όπως κουβεντιάζουν τα πουλιά
Πάνω στα σύρματα
Και μετά πετάνε
Αν βρισκόμασταν
Δεν θα υπήρχε μάλλον κανένας εμφανής λόγος
Ούτε και αφανής
Να βρεθούμε
Ίσως γι αυτό τελικά δεν βρεθήκαμε
Γιατί δεν υπήρχε λόγος
Αλλά θα έπρεπε
*
[2 0 4 6]
Τελικά ήρθες
Ίσως να σε οδήγησε εκείνος ο ανεπιτυχής δρόμος
Ή η αβάσταχτη μοναξιά των ανθρώπων
Που τυφλώνονται πάνω σε διεθνή χιόνια
Ήρθες για κάποιο λόγο που ήξερες εσύ
-Εγώ σίγουρα δεν ήξερα –
Εκτός κι αν δεν ήξερες ούτε εσύ ούτε εγώ
Και μετά άρχισα ακριβώς έτσι
Όπως μου φαινόταν ότι έπρεπε να αρχίσω
Ότι δηλαδή θα ήθελα να σε δω
Αλλά δεν ήξερα για ποιο λόγο
Και τότε εσύ πήρες τον λόγο
Και προσπάθησες να βάλεις τις ημερομηνίες μας στη σειρά
Με καθυστέρηση πολλών ζωών
Λέγοντάς μου
Ότι πάντα υπάρχει κάποιος λόγος
Που λείπουν οι άνθρωποι
Κι εγώ
Που δεν ήξερα τον λόγο
Ούτε βέβαια κι εσύ
Αρχίσαμε να φωλιάζουμε
Και αρχίσαμε να γελάμε
Και συνεχίσαμε αυτήν τη βέβαιη αθανασία της θάλασσας
Σαν σπονδυλική στήλη
Και συνεχίσαμε να μην ξέρουμε τον λόγο
Αφού πάντα υπάρχει κάποιος λόγος
Που δεν χρειάζεται να ξέρουμε
Και τα μάτια σου είχαν σηκωθεί απ’ το πάτωμα
Και το πάτωμα δεν αναποδογύριζε πάνω μου
Και η μουσική παρέμενε σιωπηλή
Αλλά όχι μεταξύ μας
Και η σιωπή δεν ήταν πια ανάμεσα
Αλλά ακριβώς στη ζωή μας
Και τα μαλλιά σου δεν έκρυβαν τίποτα
Αφού δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος
Να κρύψεις πια τίποτα
Καθότι πεθαμένη
-Οι νεκροί δεν κρύβουν πολλά-
Και μετά εσύ
Κι εγώ
Και τα χέρια μας
Φύγαμε
Δεν θυμάμαι ακριβώς που πήγαμε
Πάντως πήγαμε κάπου
Σ’ αυτή την έρημη διαδρομή
Αυτό είναι βέβαιο
Και εκεί
Όλα τα πράγματα ήταν ζωντανά
Οι άνθρωποι
Δεν πρέπει να πεθαίνουν ως άγνωστοι
Σου είπα ψελλίζοντας
Ιδίως οι πολύ γνωστοί
Ήταν όμως ήδη πολύ αργά
Αφού δεν ήσουν πια εσύ
Αλλά κάποια άλλη
Πολύ γνωστή άγνωστη
Που είχα με κόπο δημιουργήσει
Σ’ έναν ξεγελασμένο κόσμο
Μ.Χ.
Χωρίς όνομα
*********************************************************************

24. ΝΩ, Απόπειρα, 2020 (Μονόλογος)
Ένας άντρας μιλάει. Έχει φωνή και πρόσωπο. Όλα τα άλλα του έχουν αφαιρεθεί από μια γυναίκα. Ζει στην ρίζα ενός δέντρου, ασώματος, σε μια παραλία και αναρωτιέται διαρκώς για την ύπαρξη νοήματος. Ζωή και θάνατος δεν έχουν καμία διαφορά. Από την αρχή ως το τέλος το μόνο που φαίνεται να χωρίζει τον άνθρωπο από τον βιολογικό του θάνατο είναι ένα παραπέτασμα λέξεων. Αυτό που τον ξεχωρίζει από τους άλλους νεκρούς είναι η διάθεσή του να συνεχίζει. Οι σιωπές αποκτούν σχήμα και όγκο, η αφήγηση σε μαγνητίζει επιβάλλοντας σου την πειθαρχία που χαρακτηρίζει μια αναμονή χωρίς προσδοκία.
Το ΝΩ είναι η προσπάθεια ενός ανθρώπου να συνθέσει τα συντρίμμια του κόσμου και να βρει μια απάντηση στην ερώτηση της φωνής που ουρλιάζει μέσα του.
*
Κάποτε πρέπει να υπήρχε μια γυναίκα. Αυτό είναι νομίζω αρκετό για να αρχίσω. Αν θα μπορούσε να αρχίζει κάτι έτσι. Στην αρχή δεν ξέρεις. Μπορεί να υπάρχει και μπορεί να μην υπάρχει. Αρχή λέγεται. Κάπως θα πρέπει να αρχίζει. Να ξεκινάει. Γιατί, μάλλον, έτσι τελειώνουν τα πράγματα. Με κάποιες ασαφείς και γενικόλογες παρατηρήσεις για την κατάσταση στην οποίαν βρίσκεσαι. Βοηθούν αυτού του είδους οι σημειώσεις να καταλάβεις. Αυτές οι υπομνηματίσεις για το τέλος ή την αρχή. Αν και νομίζω ότι είναι εντελώς αδύνατον να καταλάβω. Να κατανοήσω τι ακριβώς συνέβη. Πώς βρέθηκα εδώ, γιατί δεν έχω μέλη, κοιλιά, στήθος. Πώς μπορεί να προέκυψε κάτι τόσο φριχτό; Μια τέτοια σφαγή; Πρέπει να το σκεφτώ. Αν μπορώ να σκεφτώ. Αν τα καταφέρνω ακόμα. Μπορώ. Με μια μικρή προσπάθεια θα μπορέσω. Θα μπορέσω να καταφέρω να το σκεφτώ. Εκτός κι αν δεν μπορέσω. Θα προσπαθήσω, πάντως. Προς το παρόν μιλάω και έχω κάποιες αόριστες υποψίες, που λειτουργούν περισσότερο ως απορίες. Οι απορίες όμως δεν θα με βοηθήσουν να κινηθώ και θα πρέπει από κάπου να ξεκινήσω. Κάπου θα υπάρχει μια αφετηρία. Μια αρχή πάνω στην οποία θα κυλήσουν τα γεγονότα. Η έναρξη αυτής της καινούριας κατάστασης, την οποίαν σύντομα ελπίζω να αρχίσω να περιγράφω. Αν βέβαια βρω τις κατάλληλες λέξεις. Αν καταφέρω να σκεφτώ τον τρόπο με τον οποίον προτίθεμαι να θέσω το θέμα. Το έχω πάντως εντοπίσει. Όπου κι αν είμαι, όπως κι αν βρίσκομαι, αν υποθέσουμε ότι κάποτε ήμουν αλλιώς, το έχω εντοπίσει. Ελπίζω να μπορέσω να ξεκινήσω λοιπόν από κάπου. Αυτό θα βοηθούσε και μένα και την κατάσταση στην οποίαν έχω περιέλθει. Θα διευκόλυνε αρκετά το ξετύλιγμα του κουβαριού. Είπα τώρα κουβάρι και νομίζω ότι πρέπει να μοιάζω με κουβάρι. Πρέπει να το πω. Καταρχήν, είμαι στρογγυλός και μικρός. Με έκαναν έτσι. Φαντάσου ένα μέτριο σε μέγεθος πορτοκάλι, με αρκετές ρυτίδες. Φλοιός, δηλαδή. Όλο το υπόλοιπο τι μπορεί να έγινε; Ποιοί μου το πήραν; Ποιόν τρόπο χρησιμοποίησαν για να μου το αφαιρέσουν; Πρέπει να τα σκεφτώ όλα αυτά καλά και να βάλω μια τάξη, πριν ξεκινήσω. Όμως, ήδη έχω αρχίσει να κουράζομαι μόνο με τη σκέψη ότι πρέπει να τα σκεφτώ, αφού θα πρέπει να τα έχω ήδη ζήσει. Κουράζομαι με την προσπάθεια που θα πρέπει να καταβάλλω για να ξεκινήσω, ξαναζώντας τα. Θα μπορούσα, ας πούμε, να τελείωνα κατευθείαν, κάνοντας μόνο μια μικρή αναφορά. Μια νύξη, μια αόριστη υπόθεση, που θα τελείωνε, χωρίς καν να αναπτυχθεί, με έναν αόριστο τρόπο. Να γράψω μια φράση. Ένα κατεξοχήν σχόλιο που θα τα περιλαμβάνει όλα και τέλος. Τέλος. Θα τελείωνα, αλλά τι; Το τέλος; Εδώ είπαμε ότι πρέπει να αρχίσω. Είναι αδύνατον να τελειώσεις κάτι αν πρώτα δεν το αρχίσεις. Ιδίως όταν έχεις τελειώσει εσύ. Έτσι λέω εγώ.
*
Εν τω μεταξύ, ας αρχίσω, γιατί απεχθάνομαι τις επαναλήψεις: Κάποτε πρέπει να υπήρχε μια γυναίκα. Αυτό μάλιστα. Αυτό είναι κάτι. Προχώρησα λίγο. Βλέπεις, σημασία έχει να προχωράς πάντα. Κι ας είναι τα πάντα ακίνητα. Ας πάσχουν πάντα τα πάντα από μια θηριώδη ακινησία των πάντων. Αυτό, αναμφισβήτητα, είναι ένα βήμα. Δεν ξέρω αν είναι μικρό ή μεγάλο βήμα, πάντως είναι ένα βήμα. Κάτι που να με κάνει να πιστεύω ότι θα συνεχίσω. Γιατί, σημασία έχει, κυρίως, να συνεχίζεις. Για την ακρίβεια, να συνεχίζεις ό, τι δεν συνεχίζεται. Σε κάθε περίπτωση, αυτό είναι ένα βήμα. Επιτέλους, ένα βήμα. Τώρα, όμως, ακριβώς, ξέχασα τι είναι βήμα. Δεν είναι λίγο αυτό. Επιτέλους, ένα βήμα. Ένα βήμα δεν είναι παρά ένα βήμα. Μπορεί, η προσπάθεια για ένα ακόμα βήμα. Κι ένα ακόμα βήμα. Τρώγοντας έρχεται η όρεξη. Αυτό μπορεί και να με κάνει να πιστέψω ότι μοιάζει εύκολο σαν βήμα. Όχι μόνο μοιάζει, είναι εύκολο. Λοιπόν: Κάποτε πρέπει να υπήρχε μια γυναίκα. Ε, ορίστε. Σχεδόν τα κατάφερα. Σχεδόν τελείωσα. Σχεδόν το είπα. Τίποτα δεν είπα. Τίποτα ακόμη δεν είπα. Όλο λέω και δεν λέω τίποτα. Δεν νομίζω να αρκεί αυτό. Ως αρχή, μπορεί να είναι καλό. Αλλά μόλις είπα ότι αυτή είναι η χειρότερη αρχή. Ας το βελτιώσω. Ας το προχωρήσω λιγάκι, για να είμαστε δίκαιοι. Μια εισαγωγή δεν λέει ποτέ τίποτα. Είναι μια εισαγωγή. Σημασία έχει να πω αυτό που έχω να πω. Αυτό που νιώθω επιβεβλημένο πως πρέπει να πω, για να μου φύγει το βάρος. Όμως, τα είπαμε αυτά. Έχω ξεχάσει πια πώς λέγεται. Πώς μπορεί κανείς να πει με λέξεις κάτι που δεν υπάρχει. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Σαν να μην ήταν. Όμως, ακούστηκε. Ο εαυτός μου. Μάλλον. Αυτός ακούστηκε μόνο. Ίσως να μην υπήρχα ούτε εγώ. Το ίδιο κάνει. Κανείς δεν υπάρχει εδώ για πολύ. Είναι μόνο οι λέξεις που καίνε. Αυτές, πολύ. Τις βαρέθηκα. Ζητούν να χαλάσουν την αλήθεια της πληροφορίας. Αλλόκοτες, αβάσιμες, αβαρείς πληροφορίες με λέξεις. Διάφορα μηνύματα. Που πληροφορούν. Περνούν σαν σαύρες από μπροστά μου και εξαφανίζονται. Πρέπει να προλάβω να τις διασώσω. Να βάλω μερικές στη τσέπη μου. Έχω μια σακούλα εδώ. Την έχω κρατήσει. Θα κρύψω κάποιες για τον επόμενο αιώνα, να έχω αποδεικτικά στοιχεία. Τον επόμενο, ή τον μεθεπόμενο. Αργεί ακόμα αυτή η ζωή. Μέχρι να έρθει θα μοιάζουν καινούριες, αλλά το ίδιο μάταιες. Ενώ μιλάω μέσα μου πέφτουν συνέχεια κάποιες φωτογραφίες. Είμαι υποχρεωμένος να τις στεγνώνω με την βοήθεια του ανθρώπου από την Γαλιλαία και να τις εμφανίζω πάλι αλλού. Σταυρός κι αυτός. Μου κρατάει το χέρι. Εκείνος. Εγώ δεν έχω χέρι. Φαίνεται μόνο το δικό του, που είναι διπλό. Και διαφανές. Ίσως είναι και το δικό σου. Αναφέρω συνέχεια ονόματα. Στην πλειοψηφία τους γυναικεία. Το σωστότερο θα ήταν Μάριαν. Αυτό θα ήταν το σωστότερο. Όμως, πώς ξέρω ποιό θα ήταν το σωστότερο; Ό, τι δεν ονομάστηκε θα είναι σωστό, μάλλον. Θα είναι καθαρό. Κάτι θα υπάρχει καθαρό, θα το ήθελα. Ας υπάρχει. Κάτι. Ας είναι τα μάτια μου. Ή η φωνή μου.
*
Χθες περπάταγα με τις ώρες. Με ποιο τρόπο περπάταγα; Μάλλον, κυλούσα, γιατί έχω στρογγυλό σχήμα. Κυλούσαν δίπλα μου αυτοκίνητα, λεωφορεία, άνθρωποι, κρεβάτια, δωμάτια, φώτα, ο ουρανός, ένας πρίγκιπας. Κρατούσε στα σάπια δόντια του ένα στήθος. Σάπιο κι αυτό. Σαν πεθαμένο φίδι ήταν. Κουλουριασμένο. Το γνώριζα αυτό το στήθος. Το είχα δει. Το θυμόμουν. Ήταν της Παναγίας. Από κει τάιζε τον Χριστό. Κι εγώ περπάταγα. Συγγνώμη, κυλούσα. Αν θυμάμαι καλά, γιατί όλο ξεχνάω. Το ένα μου πόδι προπορευόταν. Στην φαντασία του νόμιζε πως πήγαινε πιο μπροστά απ’ το άλλο. Το αριστερό, που ακούει την καρδιά. Το άλλο ακολουθούσε. Έκανε ότι του έλεγε το διπλανό του. Πάντα είχα μια καλή σχέση με τα πόδια μου. Όταν τα είχα, γιατί σίγουρα τώρα έχω μόνο στόμα και φωνή, τα πόδια μου ήταν σαν παιδιά μου. Με οδηγούσαν συνέχεια εκεί που έπρεπε. Ήταν τεράστια η αγωνία τους από το ένα στο άλλο. Αλλά μου τα έκοψαν. Δεν έχω πόδια. Δεν πρέπει να υπάρχουν πια. Γιατί έχω σκοτωθεί. Όταν έχεις πόδια περπατάς. Υφίστασαι. Τι ήθελα να πω; A, ναι. Ότι μια γυναίκα με σκότωσε. Ή ένας ίσκιος. Το ίδιο μπορεί να είναι. Μάλιστα. Ένας ίσκιος μπορεί να είναι μια γυναίκα. Μπορεί μια γυναίκα να είναι μια σκιά. Πώς λέμε Φύση; Ήταν όμως αφύσικο το γεγονός. Συνέβη αφύσικα, με κοίταξε πολύ. Με αφύσικο τρόπο. Για πολλά χρόνια με κοίταζε. Όχι βαθιά, αφύσικα. Τα μάτια της ήταν ψάρια. Είχαν διχάλες και κίτρινη ουρά με λέπια. Μετά από χρόνια πυροβόλησε. Μπορεί να ήταν και ο κόσμος. Δεν ξέρω. Αφού έχω πεθάνει. Φυσικά. Όταν πεθαίνεις δεν έχεις μνήμη. Δεν θυμάσαι τίποτα.
*
Λέμε μετά αιώνιο. Και το λέμε αιώνιο. Ας το λέμε. Υπάρχει αιώνιο; Τώρα που πέθανα, μάλλον. Δηλαδή, ναι. Πες αιώνιο. Πες. Πριν ήταν όλα προσωρινά. Και πρόσκαιρα. Όλα άλλαζαν. Δεν μπορώ τις αλλαγές. Δεν μου αρέσουν. Έχω ανάγκη από μια σταθερότητα, μια σιωπή. Αυτή η άγνωστη λέξη. Στο ίδιο άγνωστο κείμενο ζούμε όλοι. Περιβάλλοντος χρώματος, περιβάλλοντος χώματος, περιβάλλοντος συναισθημάτων. Ωχ! Είπα την λέξη συναισθημάτων τώρα και σαν να έζησα λίγο. Σαν να τρεμόπαιξαν τα μάτια μου. Αλλά, όχι. Ιδέα μου θα ήταν. Όσοι πεθαίνουν δεν έχουν μάτια. Έχουν μόνο παρελθόν και μέλλον. Που τους τα έκλεψαν. Το είπα και προηγουμένως αυτό, ας με συγχωρήσετε. Ξεχνάω και επαναλαμβάνω συνέχεια τις ίδιες φράσεις στην προσπάθειά μου να τις πω. Θα μπορούσε αυτό κανείς να το χαρακτηρίσει εμμονή. Ή μανία. Ακόμα και σταθερότητα. Τώρα που το σκέφτομαι, θα χρειαζόμουν λίγο περισσότερη σταθερότητα. Και περισσότερο χώρο. Αυτό θα χρειαζόμουν. Αισθάνομαι περιορισμένος εδώ, αλλά το εδώ βρίσκεται αλλού. Είναι κι εδώ και αλλού. Μιλάω πρωτίστως για το δικό μου εδώ. Που είναι εκεί αλλού. Πρωταρχικά μιλάω εκ μέρους μου. Αν καταλαβαίνετε τι λέω. Το εξηγώ αυτό. Λέω πως ίσως οι νεκροί υπολογίζουν περισσότερο στη σταθερότητα. Βασίζονται. Αν κρίνω απ’ τον εαυτό μου. Αν γίνεται να το κρίνω αυτό. Αλλά πάλι, όλοι οι νεκροί δεν είναι ίδιοι. Όπως και όλοι οι ζωντανοί. Μάλλον, οι ζωντανοί είναι όλοι ίδιοι. Το ίδιο νεκροί. Θέλω να πιστεύω ότι είμαι ένας εξαιρετικός νεκρός που ζει. Όσο ζει. Όσο του άφησαν να ζει. Όχι ένας ίδιος, ένας άλλος νεκρός. Τί διάκριση όμως είναι αυτή; Κάποιος που θέλει να ξεχωρίζει, έστω και πεθαμένος; Τελικά, ίσως και να μην είμαι πολύ νεκρός. Γιατί πώς μιλάω αφού έχω πεθάνει; Δεν ξέρω. Δεν μου έχουν πει ακόμα τίποτα.
*
Μάλλον, μου άφησαν μόνο την φωνή για να λέει. Αυτή δεν την υπολόγισε η γυναίκα που ήταν ο κόσμος. Κάποτε πρέπει να υπήρχε μια γυναίκα που ήταν ο κόσμος. Σαχλαμάρες. Αυτά λέω και ύστερα κολλάω. Και βρίσκομαι τώρα εδώ κάτω. Ή εδώ πάνω, όπως το δει κανείς. Τι σημασία έχει; Σημασία έχει να αγαπάς. Ναι, αυτό ήταν ταινία. Αυτό το θυμάμαι. Να και κάτι που θυμάμαι, αυτή η ταινία. Σημασία έχει ν’ αγαπάς. Κάτι μας είπες τώρα. Η αγάπη είναι σημασία. Η αγάπη είναι θεός. Η αγάπη είναι σκιά. Νομίζω ότι έχω χάσει την σκιά μου και αυτό θα ήταν πολύ σοβαρό. Μπορεί και την σημασία μου. Σε αυτό θα οφείλονται όλα. Πρέπει να την ξαναβρώ οπωσδήποτε. Την σκιά μου. Όλοι οι άνθρωποι έχουν σκιά, απλώς δεν το ξέρουν. Εγώ το γνωρίζω. Το γνωρίζω καλά. Τίποτα δεν γνωρίζω. Αν γνώριζα δεν θα μιλούσα. Θέλω να κάνω μια έρευνα για το πώς και το πού μπορεί να ξαναβρεθεί η σκιά μου. Αν βρω την σκιά μου, θα βρω και τη σημασία μου. Τουλάχιστον, να έχω αυτή μαζί με την φωνή μου. Καλά θα τα πάνε οι δυό τους. Καλά θα περνάμε. Θα νοιώθω πιο σίγουρος και με τις δύο. Όσο σίγουρος, δηλαδή, μπορεί να είναι κάποιος σαν κι εμένα που δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τίποτα.
Αισθάνομαι αμυδρά ένοχος γι αυτό. Όχι σκέτο ένοχος. Κανείς δεν είναι αθώος, από την στιγμή που γεννήθηκε. Αυτό πρέπει να το παραδεχτούμε. Θα πρέπει να το ομολογήσω αυτό. Να το πω καθαρά. Όλοι είναι ένοχοι. Όλοι έχουν μια ενοχή και πορεύονται. Εγώ διατηρώ, μάλλον, ένα πλεονέκτημα. Έχω ένα καλό εναρκτήριο λάκτισμα. Είμαι ένοχος, αλλά αμυδρά. Πράγμα που σημαίνει ανεπαίσθητα. Δηλαδή, ελάχιστα. Κατά το μάλλον ή ήττον. Είμαι ελάχιστα ένοχος, μα, αυτό είναι θαυμάσιο. Αισθάνομαι υπέροχα γι αυτό. Γι αυτή την ελάχιστη πλευρά ενοχής μου. Ευτυχώς γλύτωσα από τις ανόητες συζητήσεις και τις ανόητες παρέες με τους ιλιγγιωδώς ενόχους. Είναι πολύ σημαντικό αυτό στην κατάσταση που είμαι. Εξάλλου, έχω και τη φωνή μου. Αυτή δεν σταματάει ποτέ. Νομίζω ότι έχω ένα σπάνιο πλεονέκτημα. Γιατί η φωνή αυτή δεν σταματάει ποτέ. Είναι τελείως δική μου. Δεν είναι των άλλων. Επιβεβαιώθηκε κιόλας αυτό. Επιβεβαιώθηκε ιστορικά. Θεωρείται πια βέβαιο. Όσο βέβαιο, βέβαια, μπορεί να θεωρηθεί κάτι που δεν είναι βέβαιο. Οι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούν τις δικές τους φωνές γιατί τις φυλάνε. Τις αποθηκεύουν και μιλούν με τις φωνές άλλων. Νομίζουν ότι έτσι ξοδεύουν ξένες περιουσίες. Φαντάσου πλάνη, ε; Κι έτσι φτάσαμε ως εδώ. Να μιλούν άλλοι αντί για άλλους και να μην μιλάει κανείς. Κι εγώ να μιλάω συνέχεια. Ή, μάλλον, να μιλάει η φωνή μου. Αισθάνομαι πάνδημος, και παρωχημένος. Παρήλθα. Έχω παρέλθει. Μιλάω, όμως. Μιλάω πολύ. Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω. Έχω φωνή και την χρησιμοποιώ. Αυτό είναι όλο. Αν είχα πόδια θα περπατούσα. Αλλά με σκότωσε αυτή η γυναίκα. Κι έτσι δεν έχω. Σας τα είπα αυτά. Μια γυναίκα με σκότωσε. Ή ένας ίσκιος. Ένας ίσκιος είναι μια γυναίκα. Δεν θυμάμαι πότε έγινε αυτό, πάντως με πυροβόλησε από πίσω. Εγώ βάδιζα δίπλα της. Κάποια στιγμή ένοιωσα τα μάτια της να μπαίνουν μέσα στο δέρμα μου σαν μαχαίρια και να το ανοίγουν. Με κοίταζε πολύ, για πολλά χρόνια. Πάλι τα ίδια άρχισα. Έχω πάλι αυτή την φοβερή κατάρα που βασίζεται στην επανάληψη και με στοιχειώνει. Γι αυτό μιλάω συνέχεια, επειδή θέλω να ξεχάσω, έτσι όμως θυμάμαι καλύτερα. Φοβάμαι καλύτερα. Φοβάμαι τόσο πολύ τον τρόπο που αισθάνομαι ότι θυμάμαι που έχω ξεχάσει. Νομίζω ότι δεν μπορώ να αλλάξω τίποτα πάνω σε αυτό. Δεν μπορώ να απαλλαγώ από ό,τι είμαι, από όσα με έχουν κάνει να είμαι. Οι άλλοι ελπίζουν σ’ αυτό. Εγώ απλώς το επιβεβαιώνω. Είμαι, όμως;
*
Είπα ότι δεν υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, αλλά προφανώς γελάστηκα ή είπα ψέματα. Αν μπορώ να πω ψέμα, που δεν νομίζω. Προσωπική άποψη, θα έλεγα. Έρχονται συνεχώς άνθρωποι εδώ με πετσέτες που έρπουν. Στρατοί από ανθρώπους όλων των ηλικιών. Είναι παντού, απλώς, εγώ τους βλέπω θολούς, σαν κουνημένους. Τους έχω αποκλείσει από τα μάτια μου. Βλέπω μόνο τα πλοία που περνούν. Συνέχεια περνούν πλοία, μεγάλα, όμορφα πλοία, πού πάνε; Είναι στολισμένα με πολύχρωμα φώτα. Στρατηγικό αυτό το σημείο. Ο κόσμος ενώνεται εδώ, όλες οι ηλικίες του κόσμου. Το δέντρο στο οποίο φιλοξενούμαι είναι ο ομφαλός του. Το κέντρο του. Όταν περάσει κι αυτός ο κόσμος, γιατί όλοι οι κόσμοι περνούν κάποτε, όπως περνούν και τα πλοία, και οι άνθρωποι, και οι ηλικίες τους, αυτό το δέντρο θα μείνει εδώ για να δείχνει το σημείο επανεκκίνησης.
Προσπαθείς πάντα να βρεις αυτόν που σε σκότωσε. Δεν ξέρω γιατί γίνεται αυτό, δεν μπορώ να το πω. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι είμαι απελπισμένος γιατί ποτέ μου δεν έπαψα να ελπίζω ότι θα το πω. Ότι θα πω κάτι συγκεκριμένο. Έχω παντού ένα κενό, μια σιωπή που αιωρείται στο κενό, μια λέξη που λείπει. Το μέλλον μου ίσως και να είναι κενό. Μπορεί να είναι και η ιδέα μου, και να μην υπάρχω. Εδώ και πολλά χρόνια έχω μόνο αυτό το κενό. Έχω, όμως, και μια φωτογραφία από ένα ηφαίστειο. Βλέπω τον κόσμο μέσα σε μια φωτογραφία που είναι μια γυναίκα. Και υπήρξε ένα ηφαίστειο. Υπήρξε η φωτογραφία αυτής της γυναίκας που ήταν πρώτα το ηφαίστειο και μετά ο κόσμος. Εδώ υπήρξαν όλα αυτά. Εδώ. Και υπάρχει αυτή η αγωνία να μείνω εδώ. Να μπορέσω να μείνω εδώ, αν τα καταφέρω. Αν τελικά μπορέσω να μείνω, αν καταφέρω, δηλαδή, να εντοπίσω εδώ τον εαυτό μου, σε αυτό το μέρος που ήμουν και είμαι, εδώ που θα βρίσκομαι αν επιτύχω να είμαι, για μια ακόμα φορά να είμαι, να συνεχίσω να είμαι, μια τελευταία φορά, ας βοηθήσω λίγο να είμαι. Παρόλο που κάποτε περπάταγα, θα πρέπει να περπάταγα, και τώρα είμαι ακίνητος, και στέκω ακίνητος σε αυτόν τον τόπο, θα ήθελα να δοκιμάσω να μείνω εδώ ξανά, γιατί είναι σπουδαίο να ξέρεις που είναι το εδώ. Είναι σπουδαίο να μένεις. Είμαι ιδιαίτερα επιρρεπής σε αυτό, στο να μένω, να ξέρω που μένω, αν, βέβαια, μένω κάπου και αν ξέρω. Θα ήθελα, όμως. Αλλά έχω λήξει. Μάλλον έχω λήξει ή συνέβη να λήξω, ή αυτό έγινε από μόνο του, όταν με σκότωσε εκείνη η γυναίκα. Ας σημειωθεί, πάντως, ότι όποτε αναφέρομαι σε εκείνη την γυναίκα, αναφέρομαι στον κόσμο. Στη γυναίκα που ήταν ο κόσμος. Και το σημειώνω αυτό, με ιδιαίτερη έμφαση, για να μην υπάρξουν άλλες παρερμηνείες. Έτσι έληξα. Κι αν έχει λήξει η ζωή και όχι εγώ, σε αυτή την ληγμένη γη με τα εκατομμύρια των ληγμένων γύρω μας και νομίζω ότι εγώ πέθανα, επειδή, απλώς, με σκότωσε αυτή η γυναίκα; Αν εγώ δεν λήγω; Θα ήταν βάσανο όλο αυτό γιατί όλα έχουν μια διάρκεια, έναν συγκεκριμένο χρόνο επώασης, παραμονής, μια λήξη. Ίσως οδηγήθηκα στο συμπέρασμα να μείνω, ξέροντας εκ των προτέρων ότι έχω σκοτωθεί. Άρα, επί της ουσίας, δεν διακινδυνεύω και πολλά. Πάντως, έμεινα.
Ας ανακεφαλαιώσουμε: Βρίσκομαι σε μια παραλία, μέσα σε ένα δέντρο, εδώ είναι η θέση μου. Δεν ξέρω ακριβώς σε ποια μορφή και με ποια υλική υπόσταση. Πάντως, βρίσκομαι εκεί που είχα βρεθεί. Πριν, είχα βρεθεί. Βλέπω από μακριά κάτι πλοία και την μηχανή μου. Και θα ήθελα να μείνω εδώ, να δοκιμάσω να μείνω εδώ, αυτό μου ταιριάζει, μου αξίζει να μείνω εδώ και να μιλάω με γυρισμένη την πλάτη, χωρίς φόβο, χωρίς ιδιαίτερη λύπη για ό, τι συνέβη, αν συνέβη κάτι, χωρίς αγωνία για το τι θα προξενήσουν τα λόγια μου, χωρίς ιδέα αν αυτά είναι καινούρια λόγια ή παλιά, να μείνω εδώ, πού εδώ; με ποιον τρόπο εδώ; με γυρισμένη την πλάτη, ποια πλάτη; που την βρήκα την πλάτη ξαφνικά; πώς γίνεται ξαφνικά να υπήρξε πάλι η πλάτη μου και να με βασανίζει τόσο; εδώ, εδώ, όπως δεν ήμουν ποτέ αλλού, αν πρόκειται για μένα που είμαι εδώ, που έχω υπάρξει εδώ, που τελειώνω εδώ.
Είμαι το δέντρο. Η αγάπη μου που έγινε δέντρο.
*******************************************************************************************
![]()
25. ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ (Σμίλη, 2022)
Η αδυσώπητη πάλη του ποιητή με το ποίημα δίνει την ευκαιρία στον Σταύρο Σταυρόπουλο να προβεί με μια ανασκόπηση της μέχρι τώρα πορείας του, με ένα ποίημα-ποταμό που χωρίζεται σε 22 ενότητες. Γραμμένο σε ρυθμό πυρετώδη – θαρρείς σαν σε ασκήσεις αναπνοής και με εμφανές το στοιχείο της διακειμενικότητας, ο ποιητής αναπολεί, στοχάζεται, συμπεραίνει, αποφαίνεται για την ίδια την λειτουργία της λογοτεχνίας, πότε αγκαλιάζοντας την και πότε αμφισβητώντας τα δομικά υλικά της.
Το πρόσωπο της λογοτεχνίας φιλοτεχνείται σαν ένα γυναικείο πορτρέτο στο οποίο ο ποιητής απευθύνεται διαρκώς σαν να ζητά εξηγήσεις. Το συναίσθημα αρδεύεται πολλές φορές ανεμπόδιστα, άλλες πάλι φορές συγκρατείται για να αφήσει χώρο στο υπερβατικό και το ανοίκειο. Στο τέλος, το τέλος είναι αναπόφευκτο.
*
I.
Έτσι ξεκίνησε
Μπορεί και να έπρεπε
Δεδομένης και της ακατάσχετης διαρροής οφθαλμών
Που υπερασπιζόταν την σαφήνεια
Ή κάποιων αμφίπλευρων εμμονών
Που έγιναν απολυτίκια
Δύσκολα αποχωρίζεται κανείς
Τις εμφύλιες εμμονές του
Την εκτυφλωτική ανακύκλωση της ήττας του
Τα συνεχή ελάφια στο δάσος
Με τις ραδιενεργές πατούσες τους
Τα κλαδιά στο κεφάλι τους
Είναι γεμάτα λέξεις
Πώς να τις ξεχωρίσεις μια μια;
Πώς να απαιτήσεις χειρόγραφα
Στην τελική ανταλλαγή αιχμαλώτων;
Τι χάνεις και τι κερδίζεις
Δίπλα σ’ αυτό το αχόρταγο ποτάμι
Με τα πανύψηλα δέντρα
Που παραμένουν αόρατα
Σαν μωρά;
Τα βλέπω ακόμα
Ροκανίζουν το αδιευκρίνιστο φως
Έτσι ξεκίνησε
Μπορεί και να έπρεπε
Στόλιζα κάθε νύχτα το ίδιο φάντασμα
Κι αυτό
Κατρακύλαγε σε δωμάτια με καρφιά
Που έγερναν
Σαν συρμάτινα σώματα
Το ένα μέσα στο άλλο
Έβλεπα
Δωμάτια σώματα
Με καρφιά
Τα ρούχα τους που σώθηκαν
Όσα επιβίωσαν της φωτιάς
Και τις φωτογραφίες τους
Άοκνα δεκανίκια
Να φυτρώνουν σελίδες στα κόκαλά μου
Χωρίς ούτε ένα δέντρο
Ούτε ένα λευκό άλογο
Σαν παιχνιδάκι ενός παιδιού
Που ποτέ δε μεγάλωσε
*
III.
Ξεχνάω πάντα να συμπληρώσω την ημερομηνία θανάτου σου
Αποφεύγω αυτό το τρομακτικό επεισόδιο στο χαρτί
Οι ιστορίες άλλωστε δεν τελειώνουν ποτέ
Ακόμα και με τον θάνατό τους
Συνεχίζουν να γράφονται
Έτσι ξεκίνησε συνέβη διαδόθηκε
Μπορεί και να έπρεπε
Έχω ακόμα την αλμυρή γεύση των λέξεων
Στην γλώσσα μου
Την αταλάντευτη παρουσία τους μέσα στο χρόνο
Το ολέθριο χαρτί των γραμμών τους
Περίμενα ξέρεις ν’ αλλάξει όλο αυτό
Κάποτε
Περίμενα
Όλος αυτός ο καιρός να εξελιχθεί
Περιγράφοντας την υστεροφημία του κόσμου
Να πάψουν να βγαίνουν νεκρά ψάρια από μέσα σου
Να συμβεί μια επιδιορθωμένη σειρά υδάτων
Και να περάσουμε απέναντι
Να κάνουμε παρέλαση
Μαζί
Σαν αληθινά άρματα
Όπως κάνουν οι αυτοκρατορικοί πιγκουίνοι
Πάνω στον πάγο
Με το κίτρινο κάτω απ’ το λαιμό τους
Που πάντα θα σε θυμίζει
Περίμενα
Να ανάψουν όλα εκείνα τα είδωλα
Που είχες αφήσει
Σε γωνιακές γκαρσονιέρες
Με το σελοφάν της ποίησης ανοιγμένο στο πάτωμα
Ασκώντας τα ποιητικά σου καθήκοντα
Σάββατα νύχτες
Στα γόνατα
Μην τύχει και δουν οι κωφάλαλοι την ντροπή σου
Που έψαχνε δράκους για να κρυφτεί
Μην τύχει και γνωρίσει κανείς
Την άγνωστή σου αξιοπρέπεια
Γιατί σου άρεσε πάντα να μοιράζεις
Τα κομμάτια σου στο δρόμο
Γιατί πάντοτε προτιμούσες αυτό
Από το άλλο που ήσουν
Μικρή ηρωίδα μιας μεγάλης θύελλας
Περίμενα
Την αποταμίευση των χεριών σου
Τυλιγμένος σε μια μεταχειρισμένη κουβέρτα
Την εποχή της βροχής
Ή της πέτρας
Ή της σιωπής
Της λάσπης μπορεί να ήταν
Εγώ κάνω λάθος πάντα στις πράξεις και στα φθινόπωρα
Εγώ κάνω λάθος στις στολές των φαντασμάτων
Και στις ονομασίες των μηνών
Και στις βροχές
Εγώ δεν καταλαβαίνω
Από συσκευασίες ηρώων
Περίμενα
Να μάθεις πρώτη να με αναζητάς με τα μάτια σου
Όπως μάταια σε αναζητούσα εγώ στις σελίδες μου
Κι ας μην υπήρχαν άλλα νέα
Κι ας είχαν πέσει όλα τα δαχτυλίδια
Στη λίμνη με τους πενήντα δύο ψεύτικους ήλιους
Το βρήκα
Τώρα που δεν θα έπρεπε
Ένα τσεκούρι αδέσποτου πολέμου
Θαμμένο στο κομοδίνο μου
Δίπλα στα λατομεία του δέρματος
Που εξείχε
*
ΙV.
Και τα χέρια μου γέννησαν όνειρα
Και γέμισαν όλο το σώμα μου απ’ τη μελάνη
Κι όλο λάδωνα τα κομμάτια που έπεφταν
Που χωρίζονταν από μένα
Να μην ακούγεται ο ανατριχιαστικός θόρυβος του χαρτιού
Που ήταν ερήμην μου
Κι όλο έχανα την μετάφραση του ονόματός σου
Μέσα σε δυσβάσταχτες αντωνυμίες
Από την υπερβολική σου συγκομιδή
Από την ολική έκλειψη μιας έστω αλήθειας
Χωρίς μεταφορές
Κι όλο πρόσεχα τους διακόπτες
Μην κατά λάθος πατήσω κάποιο κουμπί και μου σβήσεις
Μην ακουμπήσω χωρίς να το θέλω
Τα οικογενειακά γραμμάρια του θανάτου σου
Όμως εσύ έσβηνες μόνη σου
Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν θεό
Ένα σπίτι
Έναν τόπο
Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν κόσμο
Όπως συνήθως γίνεται στην λογοτεχνία
Συμπλήρωσες αιώνα και τον ξεπέρασες
Με τον αέρα ενός πολύγλωσσου
Οι αναγνώστες των κεριών
Και οι παράτονοι κριτικοί της ορχήστρας
Που δεν διεύθυνες
Με τα μνημόσυνα από χάντρες
Και τα χαλασμένα χαρτοφυλάκια
Του έβγαλες τα καλώδια και τα έκανες κεραίες
Σειρές
Για να συνεχίσεις να βλέπεις χειρότερα
Από άλλη οθόνη
Την δυστυχία του να μην έχεις όνομα
*
VII.
Εκεί σε διάλεξαν
Σε κείνη τη φυλακή
Ξεφύλλισαν τις σελίδες σου πρόχειρα
Με δάκτυλα σε σχήμα αλόγου
Και σε άφησαν να υπάρχεις
Όπως οι οιωνοί
Σαν η χειρότερη ιστορία του κόσμου
Έβγαινε η γεωγραφία σου απ’ τις σκάλες
Και μοίραζε ισόπαλες λέξεις παντού
Σε πατώματα αναγκαστικών δοκιμίων
Και σε άλλα ανήξερα τραύματα
Μετά σε πήραν και σε τύπωσαν πάλι
Σε ανάτυπα άθικτων ποιημάτων
Ήδη γνωστών
Στο χρώμα της σάρκας ενός καρκίνου
Για να τρομάζουν οι ήρωες
Και σε έστησαν στην πλατεία
Ανάμεσα στις προφητείες της Βίβλου
Και τις λέξεις του Δάντη
Χωρίς να μπορώ καν να σε ξεκρεμάσω
Να σου μάθω τα μυστικά της συγγνώμης
Να σου δείξω
Σαν ημερήσια άσκηση αθανασίας
Την ευγνωμοσύνη των βημάτων μου στο φως
Να σε πάρω απ’ τις μύγες
Και να σε φέρω μπροστά στα ερωτευμένα μάτια μου
Να σε δω σαν νέα ιστορία
Που τόσο πολύ νοστάλγησα στην πλατεία
Αιωρούνται ακόμα μέσα σου
Τα ασυμπλήρωτα μάτια μου
Αν μπορούσα θα τα έβγαζα απ’ τις κόγχες τους
Να μην βλέπουν
Θα τα έχυνα απ’ το πρόσωπό μου
Σε ποιήματα
Ακέραια
Που διαρκούν χρόνια
Να ταιριάζουν με το νησί εκείνο του Αιγαίου
Μερικές φορές πεθαίνω
Λιώνω στην αφοσιωμένη γενναιοδωρία μου
Με τα οικόσημά μου
Όλα ζωντανά
Ακάθιστος
Μοναχός
Και ανεπίτρεπτα βέβαιος
Σαν Θεός
Άλλες φορές πάλι ζω
Μες’ στην μανία της επιμονής μου
Με τους ξύλινους αξιωματικούς μου
Υπέροχα όρθιους
Παρά τον Αναγνωστάκη
Χωρίς εσένα
*
VIII.
Κι έπειτα μου είπαν
Ότι θα έπρεπε να είμαι το έργο
Να συνεχίσω να είμαι το έργο
Χωρίς εμένα αλλά με θεατές
Γιατί κάθε άνθρωπος είναι το έργο
Χωρίς τον άνθρωπο
Και κάθε άνθρωπος προσφεύγει μόνο στο έργο
Που είναι αυτός με θεατές
Χωρίς να είναι άνθρωπος
Τότε συνέβη
Το ανήκουστο
Αυτό που δεν υποφέρεται
Που προεξέχει του ανθρώπινου
Σαν τα εξογκώματα στη ράχη ενός κροκόδειλου
Σαν τα ξέφτια μιας σημαίας
Που ανήκε σε άλλη χώρα
Και την οικειοποιήθηκαν
Σαν τα γραμματολογικά λάθη
Που έκρυβαν με επιμέλεια φιλολόγου μέσα τους
Για να μην είναι ορατά τα επίθετα
Και να μένουν οι λέξεις Ομηρικές
Δύσκολες καταπακτές θανάτου
Απαλλαγμένες από ερμηνεία
Εκ γενετής νεκρές
Έτσι συνέβη
Και συνέβη ξανά
Και ξανά
Και με απέκλεισαν
Μέχρι να σκεφτώ ότι είναι σημαντικότερο
Να παραμένεις άνθρωπος
Απ’ το να παραμένεις ζωντανός
Μέχρι να πεθάνω
Χωρίς υποσημειώσεις
Να πεθάνει το χρυσάφι της ζωής μέσα μου
Και να μείνω ακίνητος
Σαν βάλτος
Να ταιριάζουν τα νερά και τα χνώτα μας
Να εφάπτεται το βρώμικο με το καθαρό
Και να μη νοιώθω
Ούτε πόνο
Ούτε θλίψη
Μόνο μια αρρώστια εκμεταλλεύσιμη
Να μην νοιώθω
Έτσι ξεβαμμένος
Σαν μια αόρατη κλωστή
Στον θρόνο του χρόνου
Πόσο χρώμα χάθηκε
Πάνω σε σώματα
Σε χαρτιά
Σε σεντόνια
Να μην νοιώθω
Πόσο αναντικατάστατο αύριο
Κατοικήθηκε από μένα
Για να δώσει αύριο σε άλλους
Ήρωες εξολοθρευτές
Με επαναληπτικά όπλα
Όμορφους σαν το βλέμμα σου
*
IX.
Έτσι θα ζήσουμε τώρα
Με οπλές αλόγων ευοίωνων
Σε δασύτριχα όρη
Με τις καλπάζουσες συναυλίες των Θεών
Στο δέρμα του κρεβατιού μας
Με τα βέβαια ράσα ενός δελφινιού
Από το ταβάνι θα πέφτουν ταινίες
Και στα μυστικά μας χαλιά
Ακριβώς κάτω από την καταπακτή τους
Θα μαζεύεται η θάλασσα
Διακοσμητική και σωτήρια
Με σάλια και ρώγες
Έξαλλων ήλιων από μέλι
Και θα ανοίξεις κι άλλο
Κι άλλο
Θα γίνεις ένα υπόγειο φαρμακείο φωτός
Και θα περάσουμε μαζί
Με τα απασχολημένα χέρια μας
Τις συνοικίες των μελλοθάνατων
Και θα φτάσουμε
Στην αόρατη ήπειρο
Εκεί που τα σύννεφα είναι μονίμως διπλά
Και τα σεντόνια αναστατωμένα
Με μοναδικά έπιπλα τα παιδικά μας σώματα
Ενώ τα δωμάτια των καιρών μας
Συνεχώς θα πολλαπλασιάζονται
Μεταδίδοντας προς όλες τις κατευθύνσεις
Με την δυσκολία του φωτός
Όλο αυτό το κατόρθωμα γης
Που ανέτειλε ξαφνικά μέσα μας
Σαν ιδρωμένος χρυσός
Μην κινείσαι άλλο
Μη
Θέλω μόνο να σε κοιτάζω
Θέλω οι λεπτομέρειες των μελών σου
Να βάψουν τα μάτια μου
Μείνε ακίνητη
Σε στάση προσευχής
Για όλα τα επόμενα χρόνια
Της άγνωστης πατριδογνωσίας μας
*
X.
Και μετά
Ήρθε πάλι ο Μπέκετ
Τότε που μας σκότωνε όλους ο ήλιος
Κι εμείς απορούσαμε για το φως
Ακατανόμαστος φίλος
Και μου είπε δυο λόγια για το τέλος του παιχνιδιού
Και ήρθε και ο Χρίστος Λάσκαρης
Και ο Χρήστος Βακαλόπουλος με γιλέκο
Και ο ευγενής κύριος Τεντ Χιούζ
Και ένας τύπος που έκανε τον κόμη
Και το παρατσούκλι του ήταν Λοτρεαμόν
Και η Αντιγόνη του Σοφοκλή
Όλοι πάνω σε πλοία
Και μου είπαν για το έργο
Ότι πρέπει να είμαι το έργο
Ότι δεν υπάρχει τίποτε εκτός απ’ το έργο
Και τίποτε δεν σημαίνει τίποτε
Εκτός απ’ το έργο
Και μετά ήρθε
Ένας σοφός γέροντας
Που στη τράπουλα του ταρώ ήταν θάνατος
Και στην τράπουλα της ζωής αφέντης
Ένας παλαιστίνιος προφήτης
Που κουβαλούσε σταυρό
Ο Λέοναρντ Κόεν με ξυρισμένο κεφάλι
Και τα ράσα του κόσμου φορεμένα ανάποδα
Ο Φραντς Κάφκα μαζί με τον πατέρα του
Η Σύλβια Πλαθ μαζί με τον πατέρα της
Η Βιρτζίνια Γουλφ μαζί με τον πατέρα της
Κι εγώ
Που ποτέ δεν είχα πατέρα
Ούτε ράσα φορεμένα ανάποδα
Ούτε ξυρισμένο κεφάλι
Αλλά κουβαλούσα μόνο
Έναν μεγάλο Σταυρό
Δικός σου ήταν αυτός όχι δικός μου
Και κουβαλούσα το βάρος όλης της γης
Μέσα σε ένα πανόδετο πακέτο βρεγμένα τσιγάρα
Που μου υπενθύμιζαν μόνο εσένα
Και προσπαθούσα να ανοίξω τα μάτια μου
Που παρέμεναν κλειστά
Από τότε που έφυγες
Και παρέμεναν ορφανά
Από την λευκή ισοπαλία στο βλέμμα σου
Και παρέμεναν μετανάστες άποροι
Κουλουριασμένοι σε τρυπημένες κουβέρτες
Στα μαγαζιά της φωταγωγημένης Σταδίου
Και κάτω απ’ την γέφυρα του Σηκουάνα
Εκείνου του ποταμού που ποτέ δεν είδαμε μαζί
Να κυλάει δίπλα στην Νοτρ Νταμ
Την εποχή που η Μπαέζ
Αφύσικα εξεγερμένη
Έπαιζε στο εκκλησιαστικό της όργανο
Το «Διαμάντια και σκουριά»
*
XII.
Και για να απαντήσω
Στο μεγαλύτερο δίλημμα του κόσμου
Αυτό που τέθηκε από τους επικεφαλής
Αν δηλαδή υπήρξαμε ποτέ εμείς
Αν θα θυμάται κάποιος το όνομά μας
Θα σου πω ευθαρσώς
Και με γνώση των συνεπειών του νόμου
Και ίσως και κάποιο δάκρυ θυμού
Αδιευκρίνιστο
Αλλά παρόλα αυτά επιεικές και κωφάλαλο
Ότι κανείς δεν θυμάται ονόματα που δεν υπήρξαν
Παρά μονάχα ονόματα που προσπάθησαν να ουρλιάξουν
Και τελικά
Το μόνο που υπήρξε ήταν εσύ κι εγώ
Το εγώ παρακαλώ να διαβαστεί εσύ
Για τους ιστορικούς του μέλλοντος
Εσύ όπως ένα σβησμένο αστέρι
Στην βυθισμένη Σαντορίνη
Εσύ όπως το τραγούδι του Τζάγκερ
Που ήταν το τραγούδι του μουσικού κουτιού
Όπου σε έκλεισα
Για να σε φαντάζομαι σωσμένη
Πέρα από πόλεις και γεωγραφίες
Όπως θέλω εγώ
Όπως σε σχεδίασα αθώα στα όνειρά μου
Με τα πινέλα του Ντεσάμπ
Και τρώγοντας χρώματα όπως ο Βαν Γκονγκ
Επειδή σ’ αγαπώ
Δεν σ’ αγαπώ
Σ’ αγαπώ
Δεν σ’ αγαπώ
Ένα στεφάνι από ψεύτικες μαργαρίτες
Για να πεθαίνω στο πλάι τους
Και να καπνίζουν
Ασταμάτητα τα δαχτυλίδια
Και τα χαμένα αγκάθια
Και τα ερείπια της Πομπηίας
Στην συναυλία των Φλόιντ
Που είχαμε πάει μαζί
Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων
Γερασμένοι ήδη
Από την ζωή που ερχόταν καταπάνω μας
Ενώ ξέραμε καλά ότι δεν θα ζήσουμε
Μαζεύοντας πεταλούδες
Μαζεύοντας τις φλέβες μας
Σαν κεράσια
Και τότε ίσως
Να μ’ αγαπούσες κι εσύ καλύτερα
*
XIII.
Σταματώ όμως εδώ
Σταματώ
Πρέπει να σταματήσω
Εκτός κι αν δεν σταματήσω
Και κάνω
Όπως συνηθίζω τον τελευταίο αιώνα
Ότι σταμάτησα
Σε είχα κοντά μου
Πεντακόσια χρόνια πριν τον Τρωικό Πόλεμο
Και σε έχασα
Μέσα στις επιγραφές και τις ομοιοκαταληξίες της Ακαδημίας
Σε κρατούσα όμως
Παρόλα αυτά
Στην μνήμη των κυττάρων μου
Από τότε
Από τον ιερογλυφικό δίσκο της Φαιστού
Δέκα επτά αιώνες πριν τον Χριστό
Είχα όλα σου τα σύμβολα στη μια πλευρά
Και όλα σου τα ερείπια στην άλλη
Κατευθυνόμενος πάντα προς το κέντρο του φόβου σου
Μεταφράζοντας πάντα τους συλλαβικούς στίχους
Ως σταγόνες φωτός
Σ’ ένα πολυπληθές ακροατήριο
Χωρίς να υπάρχει κανείς
Στην θαλάσσια οδό Ασκληπιού
Που σε περιμένω
Από την εποχή του χαλκού
Χαμογελώντας γύρω απ’ το άγαλμα του Παλαμά
Κάποτε αποδέχτηκα
Τον χρόνο αναμονής μου
Που ήταν τρεις χιλιάδες επτακόσια ογδόντα δύο πρωινά
Και μια ζωή
Και αποφάσισα να σε αποχαιρετήσω
Με την λάμψη και τον ηλεκτρισμό που αξίζει
Στους ήρωες των βιβλίων
Της μητρικής μας γλώσσας
*
XV.
Από το φθινοπωρινό μου παράθυρο
Γεμάτο εκτυφλωτικά δέντρα
Παρακολουθώ τη βροχή να πέφτει
Σε μικρές στρογγυλές λίμνες
Σαν σύμπτωμα
Έχει κάτι από σένα
Για την ακρίβεια
Είναι σχεδόν εσύ
Τη στιγμή που εμείς
Ανταλλάσσουμε κόκαλα
Τοποθετούμε χιαστί τους πνεύμονες
Εσύ τον αριστερό δικό μου
Εγώ τον δεξιό δικό σου
Διαστέλλονται τα ρουθούνια μας
Τα μάτια μας είναι δυσεύρετα διαφανή
Έχουν άλλο χρώμα
Το ένα πιο σκούρο απ’ το άλλο
Το άλλο πιο απαλό
Όμως τελικά και τα δύο καφέ
Έχω στο πρόσωπό μου το ένα σου μάτι
Και προσπαθώ να συνηθίσω την ομοιοκαταληξία του
Με βλέπεις απ’ το δικό μου
Ενώ σε κρατάω στα δόντια μου
Που δεν μου ανήκουν
Όλα είναι φυσιολογικά
Η περίεργη αυτή μεταμόρφωση
Σαν ακούσια μεταμόσχευση οργάνων
Μεταξύ δίκαιων συγγενών
Έχει κυρίως να κάνει
Με τη μουσική των χεριών
Που παίζει ασταμάτητα
Σαν πορσελάνη
Καθ’ όλη τη διάρκεια της μέρας
Και μας ραντίζει
Όπως αυτή η σημαντική βροχή
Σήμερα
Από την αχλή του φθινοπωρινού μου παράθυρου
Με τα εκτυφλωτικά δέντρα
11:55 προ μεσημβρίας
Ή μετά μεσημβρίας – δεν έχει καμία διαφορά
Τη βροχή αυτή που μας βλέπει
Και τη βλέπουμε
Με τις πατούσες μας ενωμένες
Σαν ρίζες δικέφαλων αγγέλων
Δίχως ούτε μια σταγόνα που να μην είναι κοινή
Δίχως ούτε ένα άγγιγμα
Που να μην ανήκει
Δίχως ούτε μια πιθαμή γης
Που να μην την έχουμε εμείς ονομάσει
Αυτή η βροχή σκέφτομαι
Είναι ο συνδυασμός
Ενός αρσενικού και ενός θηλυκού ονόματος
Που απλώς αγκαλιάστηκαν
Ή το πλήρες ονοματεπώνυμο που δημιουργήθηκε
Για να επουλώσει τη ζωή
Με τις λέξεις του
Ό, τι κι αν είναι
Ξέρω πως είναι δύσκολο να γράφεις για τη χαρά
Αλλά πρέπει
Εγώ τουλάχιστον
Να την ανακαλώ πότε πότε
Για να προετοιμάζομαι όπως μπορώ
Για την αυτοκρατορία του ανθρώπινου πλούτου
Που ακολουθεί
*
XVI.
Αυτοί είναι οι ανάποδοι ύμνοι μου
Προς τον αθάνατο κόσμο
Που απλώς πάγωσε χωρίς εσένα
Όπως πάγωσε ο Γουώλτ Ντίσνευ
Από καταπιεσμένη φιλοδοξία
Όπως πάγωσε η Ανταρκτική
Η πέτρα του Οκτάβιο Παζ
Η κίτρινη γάτα του Μπουκόβσκι
Η απόσταση ανάμεσα σε δύο Ικάρους
Που αργότερα έγινε η απόσταση
Ανάμεσα στο τίποτα και το τίποτα
Όπως πάγωσαν προς στιγμήν
Για μερικά εκατομμύρια χρόνια
Τα αιώνια δευτερόλεπτα που οδηγούσαν σε σένα
Όπως παγώνει η μάσκα του κλόουν
Όπως ο κόσμος χειροκροτεί εγκληματικά
Και μετά βγαίνουν τα άσπρα μαντήλια
Τα άδικα μάτια
Οι σημαίες και τα πανιά
Οι μέρες που βαθμολογούσαν τις μέρες μας
Ήταν ζωή χωρίς περιθώρια
Χωρίς εύρος ή διάμετρο στήθους
Η ζωή των νεκρών που μου επιφύλασσες
Και οι νεκροί ζουν ξέρεις
Σε νικηφόρα παρένθεση
Μπορεί αυτοί να ζουν και καλύτερα
Μεταρσιωμένοι
Από την απουσία της αγωνίας τους
Με τα πτερύγια των χεριών τους ενωμένα
Με μονίμως σαλιωμένα στόματα
Και με σηκωμένα φτερά
Αεροδρομίου εννοώ
Πάντα μου άρεσαν τα αεροδρόμια
Οι προσθαλασσώσεις ελικοπτέρων
Οι ανοιχτοί διάδρομοι που οδηγούσαν αλλού
Σαν σαλιγκάρι στην πλάτη σου
Ανάμεσα στις ραγισματιές της ηλικίας
Του χρόνου που πέρασε και του χρόνου που θα ρθει
Αν έρχεσαι θα πεθαίνουμε λιγότερο
Μέσα στις απροστάτευτες αποσκευές της μουσικής
Στις αιωρήσεις των ήχων
Τις παλινωδίες του αδιαπραγμάτευτα μαζί
Και στις γαλάζιες εκτεταμένες αρτηρίες του ουρανού
Κατά μήκος των ψυχών μας
Με το ύψος εκείνο
Που πάντα είχαν οι θύελλες
Οι ζητιάνοι της αγάπης
Που ήθελαν όλες τις ιστορίες λευκές
Αγεφύρωτες σαν κενό γράμμα
*
XVII.
Θα ‘ρθει μια μέρα
Που θα βρω όλο το λάθος
Στους βολβούς των ματιών σου
Θα το φυτέψω εκεί
Μέσα στην αλλοπρόσαλλη επιδειξιομανία του βλέμματος
Σε κάθε αθέατη εσοχή των Εξαρχείων
Θα διαβάζω ποίηση σε μετάφραση
Θα σου χαρίσω ένα μεταχειρισμένο λουλούδι
Και την ζωή των φυτών που δεν έζησες
Θα σε ξαναδιαβάσω
Με τις τελίτσες μιας επικίνδυνης αθωότητας
Θα σε Νάξω
Με τα ασύμφορα δευτερόλεπτα των στιγμών
Θα σε χωρέσω όλη σε μένα
Περισσεύοντας στο σώμα σου
Θρύψαλα
Από άγνωστο τσιμέντο αγάπης
Δεν θέλω άλλο τόπο
Άλλο πάρκο Μαρίας
Άλλο όνομα με το ίδιο όνομα
Εδώ που είμαι
Εδώ που θα είμαι
Αν μπορέσω να είμαι
Ακόμα να είμαι
Θα είμαι
Ακίνητος σε μένα
Για να σε κάνω να υπάρξεις χωρίς ρίγος
Από αυτό που θα προξενήσουν οι λέξεις μου
Είμαι ιδιαίτερα επιρρεπής στις λέξεις
Θέλω να μπορώ να ξέρω ότι μένω
Σ’ αυτήν την ταραγμένη επιφάνεια γης
Μοιράζοντας πράσινα και μπλε τριαντάφυλλα
Βαμμένα από σένα
Από την ευτυχία της όρασης σου
Γεννήθηκε ξανά
Ο γενναίος καιρός
Με τις αδίστακτες πεδιάδες
Και τις αδίστακτες θάλασσες
Διασύροντας τους δεσμούς μου με το νοητό
Και το γραμμένο
Κύκλοι άνοιγαν και έκλειναν διαρκώς
Αν μπορούσα θα εμφιάλωνα τα μι των ματιών σου
Θα τα κόλλαγα πάνω μου σαν ασημένια καρφίτσα
Σε κάθε βόλτα στην πόλη
Κάθε φορά που το παράλογο φως
Αποκτά ονοματεπώνυμο
Και δακτυλικά αποτυπώματα
Σαν δημόσιο κτίριο
Που εγκαταλείφθηκε στις κορδέλες του
Σαν ερείπιο ιστορικής σημασίας
Σε ακατάλληλη σχέση με την πραγματικότητα
Με το όριο ανάμεσα στον άνθρωπο και την εικόνα να μπερδεύεται
Να σβήνει σε καθρέφτες γυμνό
Να καταστρέφεται από ένα ξύλινο μάρμαρο
Με αδιάκριτη διαφθορά στήθους
Σε θαλάμους που χάνεται η κουλτούρα του σώματος
Ενώ δημοσιεύεσαι
Όπως βιβλίο που εκδίδεται
Και μετά πεθαίνει
Πεθαίνω σαν βιβλίο
*
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Συμβαίνει κάποιες φορές, σπάνια, ένας κόσμος να γεννηθεί ανάμεσα σε δυο ανθρώπους. Αυτός ο κόσμος είναι τότε η πατρίδα τους, η μόνη πατρίδα που είμαστε πρόθυμοι να αναγνωρίσουμε. Ένας μικρόκοσμος στον οποίο μπορείς πάντα να σωθείς απ τον κόσμο που καταρρέει.
(Μάρτιν Χάιντεγκερ, Χάνα Άρεντ, Αλληλογραφία)









