Ποιήματα από το βιβλίο ΕΔΩ: 

Στέργιος Ντέρτσας, «Οδός Τάκη Οικονομάκη», εκδ. Μετρονόμος, 2024

 

 

 

Γέννημα- θρέμμα ενός από τους σπουδαιότερους προϊστορικούς νεολιθικούς οικισμούς της Ελλάδας και της Ευρώπης, το αγροτικό χωριό, Σέσκλο, λίγο πιο έξω από τον Βόλο, ο Στέργιος Ντέρτσας, χωρίς τη δυνατότητα στα πρώιμά του χρόνια της άμεσης επαφής με τον θαυμαστό κόσμο του βιβλίου,  δέχτηκε στο σαρκίο του το δημοκρατικό  ταλέντο και με πολλή υπομονή, χρόνο, πείσμα, αφοσίωση και μεράκι, το σχηματοποίησε ποικιλοτρόπως. Αυτοδίδακτος αρχικά και στη συνέχεια μαθητευόμενος και σήμερα και πάλι αυτοδίδακτος. Και με αυτό εννοώ ότι μπορεί να είναι πτυχιούχος Ισπανικής Γλώσσας & Πολιτισμού με μεταπτυχιακές σπουδές στη Δημιουργική Γραφή και εν ενεργεία υποψήφιος Διδάκτορας στο Τμήμα Ισπανικής Φιλολογίας, όμως συνεχίζει να ανακαλύπτει τον κόσμο της τέχνης σαν ένας ερημίτης, τα βράδια όχι πλάι στη θερμάστρα που γράφουν τους λόγους αυτοί που λέγονται μεγάλοι, όπως σατιρικά έλεγε ο Μιχάλης Κατσαρός, αλλά πλάι στο τζάκι με τα ξύλα που έκοψε ο ίδιος το πρωί. Το γράφει στο βιβλίο ήδη από το πρώτο ποίημα: «Και τα πτυχία μου όλα/ μυρίζουνε ρετσίνι/ και/ πασχαλιές που φύονται στα κρυφομελωδικά κατάγματα κάθε μικρής μεγάλης μου Δευτέρας».

Έτσι αρχικά η ανάγνωση και το γράψιμο που ήρθε ως φυσική συνέπεια για τον Ντέρτσα δεν είναι ένας τρόπος κοινωνικής κινητικότητας, να ξεπεράσει τα στενά όρια της περιοχής του, τον επαρχιωτισμό με την αρνητική του έννοια και να αναδειχθεί σε ποιητικούς κύκλους. Σε φαντασιακό επίπεδο μπορεί σε νεώτερη ηλικία να  αναμετρήθηκε για λίγο διάστημα με αυτόν τον δαίμονα των αταλάντων, δηλαδή, τη χρήση της τέχνης ως προς μια κοινωνική ανάδειξη, γρήγορα όμως αντιλήφθηκε πως αυτό δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός του, είναι τόσο στενό που τον πνίγει.

Το βιβλίο του Ντέρτσα, η δεύτερη του ποιητική συλλογή,  ένας χείμαρρος εικόνων, έντονου λυρισμού, γλωσσικής πάλης, εσωτερικού δυναμισμού, αλλά και μορφολογικά με αυτή τη σειρά των λέξεων, τα κενά, τη στίξη, το κοφτό ύφος, μου έφερε στο μυαλό τον Μαγιακόφκσι και το «Σύννεφο με παντελόνια». Και οι δυο τους συνθέτουν ένα μακροσκελές εμβατήριο, ένα κάλεσμα ψυχών, ο πρώτος ως φουτουριστής που εναρμονίστηκε με τον επαναστατικό ρομαντισμό, ο Ντέρτσας ως λυρικός στα χνάρια εδώ του Νίκου Καρούζου, σωματοποιώντας τον υπαρξισμό του δίχως να αυτοβιογραφείται αυτάρεσκα, -άλλωστε όπως έγραφε ένας άλλος συγγραφέας, «η μνήμη είναι σκύλα, ξαπλώνει όπου της αρέσει- αλλά προσπαθώντας ο Στέργιος να κατανοήσει τον εαυτό του μέσα από την εποχή που συμπίπτει με την παιδική του ηλικία (γράφει: «στις νερατζιές του ογδόντα ακονίζονται μαχαίρια») μέχρι σήμερα. Αλλά και το αντίστροφο: να κατανοήσει τον κόσμο πέντε δεκαετιών μέσα από τις δικές του εμπειρίες. Ο ίδιος είναι σαφής σε μια πρόσφατη σχετική συνέντευξή του λέγοντας: Δεν πρόκειται για  ένα βιβλίο αυτοβιογραφικό με την έννοια της κατάθεσης συμβάντων. Είναι κυρίως μια αναμέτρηση με όσα αυτά έχουν αφήσει μέσα μου, καλά ή άσχημα. Αν κάθε βίωμα είναι ένα σημείο,  τότε περισσότερο με ενδιαφέρει να διερευνήσω ποιες δυνάμεις  έχουν επιδράμει πάνω τους, και όχι η ετεροχρονισμένη λογοτεχνική/ποιητική  αναπαράστασή τους  που θεωρώ πως δύσκολα μπορεί να είναι αξιόπιστη σε σχέση με αυτό που έχει πραγματικά συμβεί.

Ο αναγνώστης του βιβλίου παρακολουθεί λοιπόν, μια ξέφρενη πορεία προς την συνειδητοποίηση και όχι απλώς την ενηλικίωση. Παρακολουθεί μια ιλλιγιώδη ποιητική ταχύτητα η οποία στο διάβα της ξεσηκώνει σαν θύελλα, μνήμες, στιγμές, ανθρώπους, καταστάσεις, διαπιστώσεις, πείσματα, απογοητεύσεις και πάλι όρθια αναστήματα και μέλλον. Η πραγματικότητα είναι ένας πηλός που έχει στα χέρια του ο ποιητής και φτιάχνει ποιητικά σπαράγματα, αποστάγματα, φράγματα. Σε ένα από τα σημαντικότερα εν γένει σύγχρονα ποιήματα, που εμπεριέχεται σε αυτό το βιβλίο γράφει:

 

πραγματικότητα

πραγματικότητα

ποια είσαι επιτέλους;

 

σε ψάχνω ή με ψάχνεις;

πού είσαι μέσα μου;

ποιος είμαι μέσα σου;

 

καθηγεσία στην ανάσα μου

παράπλευρη απώλεια

στους πολέμους της επίγνωσης

κι εγώ έξω από σένα

φλέβα ζεστή μοναχική

όταν η μοναξιά μου

αρνείται

να πουλήσει την ψυχή της 

 

κι εγώ έξω από σένα

τέκνο της φαντασίας μου

ανορθόγραφη παραλήγουσα

του παθητικού ρήματος

προπαγανδίζομαι

τουτέστιν

ερωτώ ερωτώμενος

 

σταλάζω

στη μνήμη

ανδραγαθώ

στη λήθη

 

ενώ η πραγματικότητα

ανακαλύπτω ξαφνικά

πως ήταν ανέκαθεν

ένα κουφάρι

στις πλάτες μου φορτωμένο

κι ακόμα δεν βρίσκω μέρος

να το θάψω

 

Τι διαβάζουμε εδώ: Έχουμε μια υπαρξιακή ποιητική φιλοσοφία, μια μεταφυσική σύλληψη της οντολογικής διάστασης του χωροχρόνου, αλλά και μια εξομολογητική διήθηση του ποιητικού υποκειμένου. Έχουμε ένα ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό μήνυμα και την ίδια στιγμή ένα ποιητικό παιχνίδι λέξεων, με την παρήχηση, την επανάληψη, τα σύμφωνα και τα φωνήεντα που ηχούν σαν νότες στην παρτιτούρα που δημιουργεί ο ποιητής. Όχι από λεξιθηρία, κενολόγο υπερρεαλισμό  και φθηνό εντυπωσιασμό ευρυμάθειας. Αλλά με τις λέξεις οργανικά δεμένες με το νόημα Αυτό, λοιπόν,  το απόσπασμα που ανέφερα είναι απλά ένα ενδεικτικό σημείο. Ολόκληρη η ποιητική συνθεση είναι σμιλεμένη με αυτά τα υλικά. Μια γλώσσα μέσα στη γλώσσα. Μια ποιητική της ψυχής που διαλέγεται με μια ποιητική του κόσμου και ταυτόχρονα με μια ποιητική της γλώσσας. «Εγώ είμαι η γλώσσα μου» το λέει ξεκάθαρα στο τέλος ο ποιητής. Κι έτσι αναμετριέται  με τα υλικά των βιωμάτων του, τις φανταστιακές απεικονίσεις, το ποιητικό του εργαστήριο αδιαίρετα. Γιατί αυτή είναι η ταυτότητά του. Το σύνολό του χωρίς τους καταμερισμούς και τα γλωσσικά χαριεντίσματα, τα γλυκανάλατα τσιτάτα που κερδίζουν καρδούλες και likes στα μέσα δικτύωσης. Το ποιητικό υποκείμενο σε αυτό το βιβλίο γεννιέται και πεθαίνει εντός του. Και χωρίς ίχνος ηθικολογίας ή διδακτισμού προτάσσει τις αξίες του και τον Έρωτα, τη γενναία αισιοδοξία του όχι σαν συνταγή ιδιωτικής ευτυχίας που υποσχόταν το ΝΙΤΡΟ τη δεκαετία του ΄90, αλλά από την επίγνωση της αποτυχίας. Βαθύτατα ρεαλιστής και προσγειωμένος που ίπταται ποιητικά και νικηφόρα: Έτσι γράφει: «να γίνουμε αθόρυβοι περνώντας/ μέσα από την παταγώδη αποτυχία του κόσμου/ να φτάνω στην τελευταία της σελίδα / και να τη διαβάζω με την ίδια λαιμαργία / όχι σαν θάνατα- σαν μέρα που Αν / που Ανάποδα αρχίζει/ από το νύχτωμά της».

 

 

 

 

Ο τίτλος της συλλογής τώρα. Είναι ένας φόρος τιμής σε ένα υπαρκτό πρόσωπο.  Ο Τάκης Οικονομάκης  (1886-1944), όπωσς σημειώνει ο Ντέρτσας «υπήρξε μια από τις πιο λαμπρές δημοσιογραφικές και πνευματικές μορφές της πόλης Bόλου. Αν και παιδί φτωχής οικογένειας κατάφερε σπουδάσει Νομική, φτάνοντας μέχρι την απόκτηση τού διδακτορικού τίτλου. Ωστόσο αγάπησε και υπηρέτησε τη δημοσιογραφία και μέσα από αυτή το κοινό καλό, τους κοινωνικούς αγώνες, την καλλιτεχνική και πνευματική δραστηριότητα, ιδιαίτερα έντονη στον Βόλο εκείνης της εποχής, καθώς  και την Ελλάδα, ως αγνός πατριώτης,  σε μια πολύ δύσκολη χρονική περίοδο που τη σημάδεψαν μεγάλα ιστορικά γεγονότα».

 

Περισσότερα για τον Τάκη Οικονομάκη σε επιμέλεια Στέργιου Ντέρτσα, ΕΔΩ: 

«Αφιέρωμα στον Τάκη Οικονομάκη» (επιμέλεια: Στέργιος Ντέρτσας)

 

 

 

Μέσα σε αυτή την ποιητική σύνθεση η αποκάλυψη της θέσης του τίτλου φαίνεται στο τέλος: Γράφει ο ποιητής:

 

η οδός Τάκη Οικονομάκη

είναι το Δεῦτε Λάβετε

της περιφοράς μου

στο ξεχαρβαλωμένο κάρο της καθημερινότητας

 

Θέλω να προσθέσω και κάτι ακόμα. Ο Ντέρτσας ειναι αυτή τη στιγμή ένας από τους σημαντικότερους μελετητές και μεταφραστές της ισπανικής και ισπανόφωνης λογοτεχνικής παράδοσης στην Ελλάδα. Στο Ποιείν εδώ και πολλά χρόνια μας φιλοδορεί με τις μεταφράσεις του και τις μελέτες του σε ποιητές και ποιήτριες  και συγγραφείς από την Ισπανία, την Αργεντινή, την Κολομβία, την Ουρογουάη και άλλες χώρες. Κάθε φορά που μου στέλνει μια συνεργασία, το χαίρεται σαν ένα παιδί που ανακαλύπτει τα παιχνίδια του και θέλει να τα μοιραστεί με τους φίλους του. Χωρίς ίχνος ναρκισσμού ή ματαιοδοξίας. Λατρεύει τον ισπανόφωνο κόσμο και τον μαγικό ρεαλισμό. Σε αυτήν όμως,  τη δεύτερη ποιητική του συλλογή, ο αγαπημένος του Μπόρχες δεν είναι τόσο παρών όσο στην πρώτη του συλλογή ποιημάτων του που είχε κυκλοφορήσει πριν λίγα χρόνια με εξώφυλλο έργο του ενός από τους δυο γιους του, του Αποστόλης ή εν μέρει στα εξαιρετικά διηγηγήματά του που έχουν κυκλοφορήσει επίσης από τον Μετρονόμο. Ο αφηγηματικός χαρακτήρας, η παιγνιώδης διάσταση, οι ήρωες της καθημερινότας σε αυτή τη συλλογή που παρουσιάζουμε σήμερα γίνονται έννοιες, ονοματικές φράσεις, γίνεται ιδεοπλαστικός λόγος. Το πνέυμα του Μπόρχες υπάρχει στην αντίληψη που έχει διατυπώσει: «Η γλώσσα είναι από τη φύση της αισθητική δημιουργία» και πάνω σε αυτή πορεύεται και ο Ντέρτσας.  Όπως ακουμπά και στους Στοχασμούς του Λαπαθιώτη: «Η Τέχνη μπορεί να είναι κλασική, ρομαντική, ρεαλιστική, ανθρωπιστική, επαναστατική – αλλά προπάντων αισθητική. Όσοι παραγνωρίζουν τον ευαίσθητον αυτόν και λεπτόν χαρακτήρα της, θα μένουν πάντα μακριά από τα σύνορά της».

Η «Οδός Τάκη Οικονομάκη»  είναι μια σύγχρονη «Εποχή στην Κόλαση» του Ρεμπώ. Κι αν επιχειρώ μια τέτοια σύγκριση δεν είναι για να αναβαθμίσω την ποιητική του Ντέρτσα, να ψηλώσω το έργο του αλλά για να δείξω τη συγγένεια δυο ανθρώπων, διαφορετικής ηλικίας, εποχής, καταγωγής, βιωμάτων και ερεθισμάτων που η ευαισθησία τους, το ποιητικό τους ένστικτο τούς δώρισε μια σπάνια ενόραση για να μπορούν να διαλαλήσουν όμορφοι κι ηττημένοι το «Χαίρε ζωή πλειοδότρα / του περίπου/ του σχεδόν», «Χαίρε ζωή λαούτο/ κονιορτοποιημένων ιεραρχιών», «Χαίρε και συ/ ω θάνατε/ ανατριχιαστικέ μονωτήρα τρυφερέ/ στις αφόρητες επαναλήψεις των θεριών».