Ποίηση διαμαρτυρίας και αφύπνισης του αναγνώστη
Παγιδευμένος συνεχως μέσα σ’ ένα σκοτεινο λαβύρινθο, μόνος και αβοήθητος, ένιωθα ότι βρισκόμουνα καθως διάβαζα την ποιητικη συλλογη ΄΄Η τελευταία νύχτα της Πομπηίας΄΄, της Ιωάννας Σκλαβενίτη, μίας νέας ποιήτριας στη λογοτεχνικη συντεχνία, που κυκλοφόρησε αυτο τον χρόνο (2024), απο τις εκδόσεις ΄΄Κύμα΄΄. Και ομολογω πως, στη μακρόχρονη λογοτεχνικη διαδρομη-μου, όπου μου δόθηκε η ευκαιρία και ο χρόνος να διαβάσω εκατοντάδες ποιητικα βιβλία, ελάχιστες είναι οι φορες που ένιωσα αυτο το ασυνήθιστο και παράξενο αίσθημα που με διακατείχε όταν διάβαζα τη συλλογη της Ι. Σκλαβενίτη.
Θέλω να τονίσω πως η συλλογη ΄΄Η τελευταία νύχτα της Πομπηίας΄΄ μοιάζει ή, για ακριβολογω, δίνει την αίσθηση πως μοιάζει μ’ ένα λαβύρινθο στον οποίο ο καλοπροαίρετος αναγνώστης εισέρχεται ευδιάθετος και ανέμελος αλλα στην πορεία διαπιστώνει αναστατωμένος πως είναι περίκλειστος απο πανύψηλα (καβαφικα) τείχη, γεγονος που δεν του επιτρέπει να εξέλθει απο αυτο το πολύπλοκο οικοδόμημα, γιατι δεν μπορει απο μόνος-του να εντοπίσει την έξοδο ή γιατι δεν υπάρχει έξοδος.
Η απόγνωσή-του όμως επαυξάνεται όταν συνειδητοποιήσει πως η ποιήτρια δεν του παρέχει έστω κι ένα νήμα, ίσως μπορέσει και βρει αυτη την αναζητούμενη έξοδο που θα τον οδηγήσει αλώβητο έξω, προς το άπλετο φως.
Με άλλα λόγια, για ν’ αποκρυπτογραφήσει κάποιος ή, κατα το λαϊκότερο, για ν’ ανοίξει διάπλατα τη συμπαγη ποίηση της Ι. Σκλαβενίτη, στην προσπάθειά-του να την κατανοήσει, χρειάζεται ερμηνευτικα κλειδια, τα οποία όμως, όπως διαφαίνεται, η ποιήτρια δεν είναι διατεθειμένη να τα παραχωρήσει.
Πρόκειται για σφικτοδεμένη ποίηση, επομένως δύσκολη στην πρόσληψή-της γιατι, όπως φαίνεται, το μεγαλύτερο μέρος-της είναι φτιαγμένο απο άλογα στοιχεία, κυρίως υπερρεαλιστικης υφης, με αποτέλεσμα τις περισσότερες φορες να διακόπτεται η νοηματικη συνέχεια και έτσι το μήνυμα που θέλει να στείλει μέσω της ποίησής-της να μην είναι εύληπτο απ’ όλους τους αναγνώστες-της, κυρίως αυτους που δεν είναι επαρκως εξοικειωμένοι με την υπερρελεαστικη ποιηση. Εννοω πως η σκοτεινότητα του νοήματος προέρχεται απο την υπερβολικη χρήση των άλογων στοιχείων με τα οποία συνειδητα, προσεκτικα και επιμελημένα η ποιήτρια αποφάσισε να μπολιάσει την καινούργια ποίησή-της. Με αυτο τον τρόπο όμως, η ποίησή-της μοιάζει να «κρύπτει» περισσότερα απο όσα «φαίνει».
Επαναλαμβάνω, λοιπον, πως για να μπορέσει κάποιος να συνθέσει το μήνυμα που θέλει να του μεταδώσει αλλα και να κατανοήσει ικανοποιητικα την ιδεολογικη αφετηρία της ποίησής-της, πρέπει να εντοπίσει και ν’ αποκρυπτογραφήσει πρώτα τα σύμβολα και τις ιδέες-της. Διαδικασία, βέβαια, που απαιτει αρκετο χρόνο αλλα και συνεχη τριβη και σπουδη με την ποίησή-της, κάτι ασφαλως που θα αποκαλύψει συνάμα στον αναγνώστη το σκεπτικο και την ψυχοσύνθεση της ποιήτριας.
Παραστατικα, θα έλεγα πως η ποίηση της Ι. Σκλαβενίτη είναι σαν ένα μεγάλο κολαζ («συνεικόνες», μεταφράζεται η λέξη στα ελληνικα) που αποτελείται, όπως είναι γνωστο, απο πολλες και διαφορετικες κατασκευες, όπως π.χ. ξεγυρισμένες εικόνες, που ο δημιουργος αποκόπτει απο άλλα ομοούσια υλικα και τις οποίες επικολλα τη μία πάνω ή δίπλα στην άλλη και όλες μαζι τις στερεώνει στην κύρια επιφάνεια του έργου που έχει εμπνευσθει. Υπάρχει όμως εδω μία ουσιώδης διαφορα. Οι εικόνες που έχει (νοερα) αποκόψει η Ι. Σκλαβενίτη, και τις οποίες έχει τοποθετήσει περίτεχνα στο ποιητικο κολαζ που μας έχει προσφέρει με τη συλλογη-της, είναι όλες μαυρόασπρες και όχι έγχρωμες, όπως το συνηθίζουν οι φτασμένοι ζωγράφοι.
Με τον τρόπο αυτο όμως, εννοω τον τρόπο που σκέφτεται και την τεχνικη με την οποία δημιουργει το έργο-της η Ι. Σκλαβενίτη, εκείνο που στο τέλος παρουσιάζει μπροστα στα μάτια του έκπληκτου αναγνώστη-της είναι ένα πολυθεματικο και ενιαίο έργο, που αποτελείται απο πολλα και ανάκατα κομμάτια ποιητικης ύλης. Για να κυριολεκτω, του παραδίδει μία ποίηση σίγουρα περιεκτικη, που αποτελείται απο πολλες και διαφορετικες εικόνες, άναρχα εγκατασπαρμένες μέσα στο σώμα-της, γεγονος που φέρνει στη σκέψη του αναγνώστη τα εναπομείναντα ερείπια μίας αρχαίας πολιτείας ή, πιο σωστα, τα απομεινάρια ενος αρχαίου κόσμου.
Τι παράξενος κόσμος.
Μοιάζει με σκιάχτρο
σ. 24
Στην ουσία όμως, και όπως εύκολα διαφαίνεται, αυτος ο αρχαίος χαλασμένος κόσμος, σε κάποιες πτυχες-του, δεν διαφέρει και πολυ απο τον σημερινο, τον δικο-μας, καταπονημένο κόσμο. Κατα βάθος, η Ι. Σκλαβενίτη μάς προτρέπει ν’ αντιληφθούμε πως είναι ο σημερινος κόσμος, με τα πολλα προβλήματά-του, που αντανακλάται μέσα στην ποίησή-της, και απο εκει καταφθάνει στα μάτια-μας. Μας καλει, δηλαδη, να κατανοήσουμε πως ο ανθρώπινος κόσμος παραμένει, εδω και χρόνια, σε πολλα σημεία-του αδιόρθωτα προβληματικος, χωρις εξέλιξη ή κίνηση προς το καλύτερο. Επομένως, πρέπει ν’ αμφιβάλλουμε και για τον παραβολικο τίτλο ΄΄Η τελευταία νύχτα της Πομπηίας΄΄, που έχει δώσει στη συλλογη-της η ποιήτρια, με τον οποίο υπονοει μάλλον την τελευταία νύχτα του δικου-μας κόσμου που κάποια στιγμη, αργα ή γρήγορα, αυτη «η τελευταία νύχτα» θα καταφθάσει και στον γερασμένο πλανήτη-μας.
Άγνωστη η απόσταση
και ο κόσμος έγινε στενος
ίδιο φάντασμα που ο θρήνος-του σε πάει.
σ. 8
Εκει που η ποιήτρια αφήνει μία μικρη χαραμάδα στον τσιμεντένιο τοίχο της ποίησής-της για να ρίξει ο αναγνώστης μία ματια εντος-της, αυτος σαστισμένος και έντρομος αντικρίζει στο βάθος ένα καλα κρυμμένο εφιαλτικο σκηνικο όπου βασιλεύει ο μαύρος και αμείλικτος θάνατος αλλα και ο πόνος και η θλίψη. Μοιραία, βρίσκεται αντιμέτωπος με μία ποίηση γεμάτη αίματα, άταφους νεκρους και κυρίως σκοτωμένα παιδακια.
Χωρις μάχη
τ’ άσαρκα χέρια-τους
σκορπουν θάνατο διπλο.
Φορτωμένοι λάφυρα
φορτωμένοι σκήπτρα
κομματιάζουν την ανθισμένη νιότη των παιδιων-μας.
σ. 11
Και συνεχιζει:
Κάτω απο το αίμα
των δολοφονημένων παιδιων
βαραίνει το στήθος
τα δέρματα σκοντάφτουν στο τραπέζι
σ. 13
Ο θείος έρωτας σε αυτο το τοπίο θανάτου δεν έχει θέση. Αντίθετα, βρίσκεται μονίμως συνθλιμμένος και μαραμένος, χωρις να ανθοφορει και να καρποφορει.
άνθρωποι δίχως πρόσωπα
που τα άσχημα χνώτα-τους
τρυπάνε τις παρθενικες παλάμες των κοριτσιων
συντρίβουν τους ερωτικους ανθους,
άταφοι νεκροι
συρμένοι μες στο βάραθρο του φόβου-μας
καρφωμένα γυμνα βρέφη
που τ’ ανάθρεψαν
χυδαίοι κήρυκες
σ. 12
Όμως, παρα το ζοφερο σκηνικο στο οποίο μάς εισαγάγει η Ι. Σκλαβενίτη με την ποίησή-της, δεν μπορεις να μην διακρίνεις πως υπάρχουν στη συλλογη-της, έστω και μεμονωμένα, ωραίοι, γνήσιοι, νεωτερικοι και ώριμοι υπερρεαλιστικοι στίχοι, τολμηροι στην εκφορα-τους, που θα τους ζήλευε, πιστεύω, ακόμη και αυτος ο Πατριάρχης του ελληνικου υπερρεαλισμου, ο μέγας Ανδρέας Εμπειρικος!
Έβγαλε κέρατα ο ήλιος
φαντάσματα οπλοφορουν
και οι καπεταναίοι γαβγίζουνε
σ.25
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως, παρουσιάζουν κάποιοι στίχοι, που αν απομονωθουν απο το υπόλοιπο σώμα του ποιήματος, παρουσιάζουν θαυμαστη αυτοτέλεια, αλλα και πληρότητα σε ποιητικη ενέργεια, που συμβάλλουν, έστω και μερικως, στην επαναμάγευση του ελληνικου υπερρεαλισμου όπως, λόγου χάρη, οι εξης:
Νεκροι θάβονται μες στα μάτια-μας, σ. 11
***
Ας βυθιστει στο βλέμμα-μας η Άνοιξη, σ. 15
***
οι ήρωες ιππεύουν κεραυνους, σ. 16
***
Είναι τυραννία να είσαι άνθρωπος, σ. 24
***
Ο δρόμος είναι ληστης, σ. 25
***
Σαν σφαίρες θα αναδυθουν πουλια, σ. 29
Καταληκτικα, να τονίσω πως η Ι. Σκλαβενίτη, με εργαλείο την ποίησή-της, αναμοχλεύει τα κακως έχοντα στο κοινωνικο σύστημα που καλείται να επιβιώσει, ψάχνοντας τις αιτίες και τους υπαίτιους αλλα, ταυτόχρονα, ζητα και την απόδοση ευθυνων. Μαζι, φυσικα, και την παραδειγματικη καταδίκη-τους. Δηλαδη, ζητα να τιμωρηθουν αυστηρα όλοι αυτοι που δημιούργησαν αυτη την απαράδεκτη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο πλανήτης-μας ο οποίος τώρα μαστίζεται απο τους πολέμους, την φτώχεια, την πείνα, τη δυστυχία, γενικα την ανθρώπινη εξαθλίωση.
Ας θυμηθούμε,
ποιος μας μαστίγωσε το στόμα
γκρεμίζοντας του κήπου-μας τον φράκτη.
Ας θυμηθούμε,
πως φθάσαμε να αγαπάμε όλοι την ίδια σκουρια.
σ. 29
Κοντολογις, η ποίησή-της είναι μία ηχηρη κραυγη που απευθύνεται στον απλο αλλα καταδυναστευόμενο πολίτη για να τον αφυπνιστει, γεγονος που θα τον οδηγήσει, όπως πιστεύει, και σε μία αναίμακτη επαναστατικη δράση. Γράφει:
Μη στέκεστε
τσακίστε, σπάστε
τη βρώμα που ακουμπάει τον ήλιο
τα μουχλιασμένα καμαρίνια
τα χειροκροτήματα
τα δελτία τύπου
τις καλοστημένες έδρες,
που βλαστημουν τις νύχτες-μας
και σβήνουν τα αστέρια
σ. 6
Και αλλου σημειώνει:
Βαρέθηκα την καταχνια.
Κόκκινα ποτάμια
θα πλημυρίσουν τους δρόμους
ως ενθύμιο εξέγερσης
πυρπολώντας
τα μαραζωμένα βλέμματα
σ. 31
Ολοκληρώνω με το ποίημα «Ας τρελαθούμε», που βρίσκεται στο ίδιο κλίμα διαμαρτυρίας αλλα και κοινωνικης εξέγερσης, το οποίο θεωρω και ως ένα απο τα ωραιότερα της συλλογης:
Ο χρόνος πεθαίνει
όταν τα δικα-μας χείλη μένουν κλειστα.
Οι άνθρωποι φοβούνται τους ανθρώπους
και μπαίνουν πιο βαθια στον τάφο-τους.
Να πάρουμε μαζι-μας φεύγοντας λιακάδες
και έναν ανήφορο που μας
ορθώνει μπρος τον θάνατο
με ένα περίστροφο στο χέρι.
σ. 30
*Ο συγγραφέας του κειμένου ακολουθει κανόνες του μονοτονικου που εφάρμοζε ο αξέχαστος Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεβρινος









