[Ζωγραφική: Ακουαρέλα του Casimiro Piccolo, αδελφού του Lucio Piccolo]
[Κι αν ακόμα γυρεύεις]
[Sebbene tu cerchi]
Κι αν ακόμα γυρεύεις να ’ναι η δική σου
η απόδραση άρπα, φλογέρα, ποταμάκι,
το ξέρεις πως στο βάθος
μιας ατέρμονης μελαγχολίας είναι σημάδι∙
κι αν τ’ αγέρι μες στη νύχτα που απλώνεται
σκορπά τη μαντζουράνα, τη μυρτιά,
τον κάλυκα τον διάφανο της δατούρας
σ’ ατμό από άρωμα νοτισμένο,
το ξέρεις πως η ιστορία ξετυλίγεται,
λίγο βαστά και χάνεται μακριά:
και μένει η πίκρα στη στερνή τη γουλιά.
Κι αν πάλι το σκορπισμένο ξαναβρίσκει
τα όρια, την ανάπαυση, το νύκτιο το φως,
κι αν απ’ τις καμπάνες
ξεσπά ευφρόσυνη κλαγγή
μες στον άνεμο τον νυχτερινό,
κι αν ακόμα στεφάνι από μπουμπούκια χειμερινά
γλυκά διπλώνεται σ’ άνοιξης υμέναιο λευκό.
Τώρα σε λόφους σκοτεινούς, στων βουνών τις στροφές
το κυνήγι γι’ αναλαμπές, τις ζώνες τις καθαρές
τις παίρνει το πρώτο δείλιασμα που πάνιασμα γίνεται –
και θα ’ναι βοή κι αντάρα στις κοιλάδες πέρα,
στα ρείκια θα ντιντινίζουν οι σταγόνες σκορπώντας στον αγέρα,
λίγο θ’ αναβλύζουν οι πηγές που η χλόη αναδίνει:
μεστή απ’ αχτίδες θερμές, η γη τις πίνει.
**
Η ψυχή και τα μάγια
(L’Anima e i Prestigi)
Όμως την ψυχή τήνε σαστίζουνε τα μάγια:
φοβισμένη τη χωρίστρα χαμηλώνει
ανάμεσα στην κόμη τη μελαχρινή, τα σκιασμένα βλέφαρα∙
στο καλάθι ξαναβάζει το κουβάρι,
τις βελόνες, τη δαχτυλήθρα, υπομονετικά διπλώνει
τ’ ανθισμένο μες στο λευκό,
σαν βραδιάζει.
Και ξανά την υποδέχεται κατάλυμα μακρινό:
φιάλες χλωμές μένουνε φυλαγμένες
σ’ ερμάρια σκοτεινά, ή, κρεμασμένες
σε λυγαριάς ξύλο απ’ την οροφή,
λικνίζονται λιγάκι
σαν περνά η τραμουντάνα∙ ν’ ανασαίνει
νιώθεις, με της μοναξιάς το βοτάνι, η κορφή.
Περασμένη η ώρα∙ μες στο δώμα το ψηλό
μοναχά το βλέμμα από τ’ αστέρι το πολικό.
**
Η προειδοποίηση
(L’Ammonimento)
Μα απ’ τις κουίντες ξεπροβάλλει χειρομάντης, χρησμολόγος:
«σε μορφές αινιγματικές κλείσε καλά το δικό σου ριζικό:
στη σκιά πετούν μες στα ξερόκλαδα έχιδνες φτερωτές,
τραντάζει τα μοχθηρά χαμόκλαδα περιγέλιο ηχηρό∙
συ όμως μισοκλείσε την πόρτα και κοίτα πέρα τα πέπλα
από βροχάδες μακρινές∙
ρίξε πεύκου φλούδα στο μαγκάλι,
βάλε μια τούφα διοσμαρίνι στο περβάζι
κι άναψε λαμπάδα στη σιωπή σου την κρυφή:
μες στ’ όνειρο θενά ’ρθεί το χρυσάφι το υφασμένο τ’ ουρανού
και στην κάμαρα τη σκοτεινή, μες στη γαλήνια φεγγοβολή
θα ιδείς να σβήνει ο κόσμος
μες στ’ ολόγιομο πρόσωπο ενός λουλουδιού.

*******************************************************************************************************
Ο τελευταίος «γατόπαρδος»
Ο Σικελός αριστοκράτης ποιητής (1901-1969) υπήρξε μια μοναχική και ιδιαίτερη μορφή των ιταλικών γραμμάτων, στο δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα. Όταν, σε ηλικία 55 ετών, εξέδωσε τα Άσματα μπαρόκ, έγινε φανερό ότι ο Πίκκολο ήταν αποκομμένος από τα ρεύματα της εποχής του, καθώς ο στοχαστικός και εκφραστικά πλούσιος λυρισμός του βρισκόταν στον αντίποδα τόσο του κοινωνικού ρεαλισμού, όσο και της αναδυόμενης μεταπολεμικής πρωτοπορίας.
Πώς θα μπορούσε, άλλωστε, να είναι διαφορετικά; Ο Πίκκολο ζούσε απομονωμένος, με το πιάνο και την απέραντη βιβλιοθήκη του, μαζί με τη μητέρα, την αδελφή του και τον ζωγράφο (ειδικευμένο σε ακουαρέλες με παραμυθικά θέματα) αδελφό του, στο κτήμα τους στη σικελική επαρχία. Όλοι, σημειωτέον, ασχολούνταν με τον πνευματισμό. Ως λογοτέχνης, βρέθηκε στη σκιά του διάσημου, πρεσβύτερου κατά πέντε χρόνια, εξαδέλφου του, του Giuseppe Tomasi di Lampedusa, συγγραφέα του Γατόπαρδου. O Λούτσιο έμοιαζε πράγματι σαν να είχε αναδυθεί μέσα από τις σελίδες του περίφημου αυτού χρονικού των τελευταίων αριστοκρατών του 19ου αιώνα… με τη διαφορά ότι ο ίδιος έζησε και έδρασε έναν αιώνα αργότερα: ένας «γατόπαρδος» ποιητής, ο έσχατος – βυθισμένος στις αξίες του παρελθόντος, μεταφυτευμένος όμως στην τύρβη της μεταπολεμικής εποχής.
Κι όμως, το σύντομο έργο του μαρτυρά το τάλαντο ενός αξιολογότατου ποιητή, ο οποίος δέχτηκε τους επαίνους του Eugenio Montale, του W. B. Yeats, του Ezra Pound…









