Δεν έχουμε πολύ καιρό για την αγάπη
Δεν έχουμε πολύ καιρό για την αγάπη.
Το φως δεν κρατάει πολύ.
Ό,τι τρυφερό, είν’ αυτά που αφήνουμε
διπλωμένα στο ντουλάπι.
Τα σκληρά υφάσματα κάνουν
για κοινή χρήση.
Σιωπηλά τα μαλλιά σου να χτενίζεις
σ’ έχω παρακολουθήσει.
Η σιωπή οικεία,
θαμπή και ζεστή.
Θα μπορούσα, μα δεν το’κανα, να φτάσω
το χέρι σου, να το κρατήσω εκεί.
Θα μπορούσα, μα δεν το κάνω, να σπάσω
αυτό που ακόμα ζει.
Ο πιο αμυδρός ψίθυρος σχεδόν,
θα’ταν σα φωνή στριγγή.
Έτσι οι στιγμές μετά περνούν,
σα να’θελαν να μείνουν εδώ πέρα.
Δεν έχουμε πολύ καιρό για την αγάπη.
Μια νύχτα. Μια μέρα….
****
Τα μάτια
Τα μάτια σβήνουν τελευταία.
Παραμένουν για πολύ, αφού το πρόσωπο χαθεί
μεσ’ στον ιστό που το’χει δημιουργήσει.
Η γλώσσα λέει αντίο, όταν τα μάτια στη σιωπή αργοπορούν,
γιατί είναι οι τελευταίοι ερευνητές που εγκαταλείπουν την αναζήτηση,
αυτοί που απομένουν εκεί που οι πνιγμένοι ξεβράζονται πια στην ακτή,
μετά τα φανάρια, να μένουν, να μην αποχαιρετούν…
Τα μάτια δεν πιστεύουν σ’ αυτή τη γλώσσα την πολύ προσιτή.
Γι’ αυτά, καμιά περίσταση δεν είναι αρκετά απλή να τη χαρακτηρίσει μια λέξη.
Η ύπαρξη στο χρόνο, όχι μόνο η δική τους, αλλά και η προγονική,
περικλείει όλες τις στιγμές σε τέσσερις τοίχους από καθρέφτη.
Κλειστά, περιμένουν. Ανοιχτά, περιμένουν και πάλι.
Αναγνωρίζουν, μα’χουν ξεχάσει το όνομα
της γνωριμίας.
Η νιότη είναι τ’ ανήσυχο πουλί τους, και σκιές, κι απ’ το φώς
πιο καθαρές, τα διαπερνούν κάποιες στιγμές,
γιατί ούτε τα νερά δεν είναι πιο μεταβλητά κάτω απ’ τους ουρανούς,
ούτε οι πέτρες κάτω απ’ τους χειμάρρους.
Τα μάτια μπορεί να’ναι σταθερά, μ’ αυτό το Αττικό βλέμμα,
που απαντά στον τρόμο με γαλήνη, ή γοργά,
με το είναι τους βαθειά μαγεμένο. Σχεδόν πάντα
τα μάτια επιμένουν σε μια εικόνα
κάποιου που έφυγε πρόσφατα ή πριν πολύ καιρό,
ή που ακόμα τον περιμένουν.
Τα μάτια δεν είναι τυχερά.
Φαίνεται να έχουν μια απελπιστική κλίση στην καθυστέρηση.
Κάνουν προσθέσεις, που δεν καταλήγουν σε άθροισμα τελικό.
Είναι πράγματι δύσκολο να πει κανείς, αν το σκοτάδι τους
είναι καλύτερο απ΄το φως.
Οι αναμνήσεις τους καλύτερες ή χειρότερες απ’ την άγνοια,
μα είναι τα τελευταία που σβήνουν
και σβήνουν πάντα, όταν προς τα πάνω σηκωθούν.
****
Αυτοί που αμελούν να φύγουν την κατάλληλη στιγμή
Αυτοί που αμελούν να φύγουν την κατάλληλη στιγμή,
είναι οι πιο γενναίοι εξερευνητές,
καθώς πηγαίνουν σε μια χώρα, που κανείς δεν επρόκειτο να πάει,
ο χρόνος που ακολουθεί μετά, δε θα’πρεπε ν’ ακολουθεί.
Μεσ’ στο χειμώνα των πόλεων
το σύμβολο του ψαριού, γραμμένο με κιμωλία, διάπλατα
τα σαγόνια σ’ άναρθρη κραυγή,
από την ασφυξία,
καίγεται πάνω απ’ τα μαντεμένια κρεβάτια τους και σταδιακά φωτίζεται,
ρίχνοντας πάνω τους βίαιο φως.
Η αδερφή του Ρεμπώ,
σα λευκό πουλί, που το τύφλωσε το χιόνι,
περιπλανιέται ανάμεσα στο πλήθος,
κρατώντας ένα φλυτζάνι από όπιο,
ορμά με κομμένη την ανάσα και γονατίζει
γι άλλη μια φορά να τους ικετεύσει ν’ αποδεκτούν την άφεση,
και να βρεθούν τυλιγμένοι
στον γαλάζιο πέπλο της Παναγίας.
Συχνά, προς το πρωί,
η αναπνοή τους γρηγορεύει. Βιολέτες ανταλάσσονται
ανάμεσα στ’ αβλέφαρα μάτια τους και τις πτυχές
απ’ τα τσαλακωμένα τους σκεπάσματα.
****
Σφυγμός
Τα δάκρυα που περνούν
και γίνονται κτήμα μας,
η καλοπροαίρετη συμβουλή
περίμενε και περίμενε!
Η θαμπάδα που απλώθηκε
αργά πάνω στο μάτι,
το καυτό στόμα, αψίδα της ανάγκης,
που κατέληξε αλμυρό και ξερό,
η ριζωμένη γλώσσα, που μιμήθηκε
τον λεύτερο κορυδαλλό,
η κουρασμένη νεύρωση, που ακόμα
ποτέ δε σταματά,
κι εσύ, κι εγώ,
κι όλοι οι άνθρωποι-αλεπούδες,
όλοι οι άνθρωποι, που τους κυνηγούν,
και μόνο για μια στιγμή
πότε-πότε,
η άγρια συνάντηση
στη σπασμένη πύλη
το φανάρι, να τ’ αρπάζουν γρήγορα,
από χέρι σε χέρι,
ο λαχανιασμένος ψίθυρος και
τ’ άγγιγμα, η σπίθα,
κι η έξαψη, που για έναν παλμό
αφήνει τη γη
να πηδήξει σαν το ψάρι απ’ το βασανιστικό
δίχτυ του σκοταδιού.
****
Αχνός σαν φύλλου σκιά
Αχνός σαν φύλλου σκιά ξεθωριάζει,
αν να τον αγγίξεις δε βρεις την ευκαρία.
Τα βλέφαρά του κλείνουν πάνω στων ματιών σου
τον υδράργυρο κι αυτό τον γεμίζει αμηχανία.
Κάποιες φορές αυτά τα σύνορα στο ζευγάρι
φαίνονται σα να μην υπάρχουν πια.
Μα γιατί τότε ταράζεται η αναπνοή
και στρίβουν τα σώματα τ’ ασημιά;
Και γιατί το ψιθύρισμα ενός ονόματος,
σα να ρωτάει κανείς αν είναι αληθινό;
Που μένει αναπάντητο μέχρι ο ύπνος
πάνω σου χαλαρώσει το τύλιγμά του το σφιχτό.









