Γιατί ὄχι ἐγὼ
ἡ θάλασσα
γιατί ὄχι ἐγὼ
ψηλά;

*
᾽Εγὼ πλάστηκα
γιὰ τὶς κέλπιες;

῍Η οἱ κέλπιες
γιὰ μένα;

*
᾽Ασϕαλῶς καὶ μηρυκάζω
ὁλοένα τὰ ἴδια.
῎Εχω τίποτε ἄλλο
νὰ κάνω;

*
«Θὰ πέσω στὴ θάλασσα»
λέει ὁ κόσμος.

῞Ομως ἐγὼ
ποῦ νὰ πέσω;

*
Τοῦ ἥλιου τὸ ϕῶς
σαϕῶς
μάτι ἀπάνω μου.
Κι ἄλλο δὲν ἔχω
παρὰ τὴν ἐπιϕάνειά μου
καὶ τὶς ἀπόπειρές μου
νὰ κινηθῶ.

*
Μιλοῦν γιὰ μένα.
Μὰ ἐγὼ
ξέρω νὰ μιλήσω
μόνο γιὰ μένα, τὴ θάλασσα.

*
Νὰ μὲ λέτε ὠκεανὸ
μπὰς καὶ κάτι ἀλλάξει.

*
Γιὰ σᾶς
εἶμαι ἁπλῶς μιὰ ϕωνὴ

δὲν ἀκοῦτε ὅμως
παρὰ ἐκείνη τὴ ϕωνὴ
ποὺ ϕυλῶ γιὰ τὸ ἔξω.

*
Μὲ τὴ σειρήνα τῆς ὁμίχλης
ἀντιγράϕουν τὴ μιλιά μου.
Φτηνὴ ἀπομίμηση
γιὰ τόσο
εἶναι ἱκανοί.

*
᾽Αναμϕίβολα
εἶμαι ἡ θάλασσα.
Χρειάζεται ἐνίοτε
νὰ μοῦ τὸ ὑπενθυμίζω.

 

 

 

****************************************************************************************

ΕΙΝΑΙ μᾶλλον παράδοξο ὅτι ὁ ᾽Εζὲν Γκιλβὶκ –ἢ ἁπλῶς «Γκιλβίκ», ὅπως ὑπέγραϕε τὰ ἔργα του– παραμένει ἐπὶ τῆς οὐσίας ἄγνωστος στὴν ῾Ελλάδα. Τιμημένος μὲ τὰ σημαντικότερα λογοτεχνικὰ βραβεῖα τῆς χώρας του –Μεγάλο Βραβεῖο Ποίησης τῆς Γαλλικῆς ᾽Ακαδημίας (1976), Μεγάλο ᾽Εθνικὸ Βραβεῖο Ποίησης (1984), Βραβεῖο Γκονκοὺρ Ποίησης (1988)– καὶ μεταϕρασμένος σὲ περισσότερες ἀπὸ πενήντα γλῶσσες, ὁ Γκιλβὶκ (1907-1997) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς κορυϕαίους Γάλλους ποιητὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα. Παρότι ποιήματά του ἔχουν κατὰ καιροὺς ἀποδοθεῖ στὰ ἑλληνικὰ καὶ περιληϕθεῖ σὲ ἀνθολογίες, ἡ ϕωνή του, ἡ ϕωνὴ ἑνὸς ποιητῆ πού, μολονότι σύγχρονος τῶν ὑπερρεαλιστῶν καὶ ϕίλος τοῦ ᾽Ελιὰρ καὶ τοῦ ᾽Αραγκόν, καλλιέργησε ἕνα ἰδιότυπο ποιητικὸ ἰδίωμα στὸν ἀντίποδα τοῦ ὑπερρεαλισμοῦ, παραμένει πρὸς ἀνακάλυψη ἀπὸ τὸν ῞Ελληνα ἀναγνώστη. ῾Η ἀνὰ χεῖρας ἔκδοση τῆς «Θάλασσας» (1987), ἑνὸς ἀπὸ τὰ ἐκτενέστερα καὶ πιὸ ἀντιπροσωπευτικὰ ποιήματά του, δὲν καλύπτει, ἀσϕαλῶς, τὸ κενό· ϕιλοδοξεῖ, ὡστόσο, νὰ συμβάλει σὲ μιὰ καλύτερη πρώτη γνωριμία μὲ τὸν ποιητή, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἀκολουθήσει μιὰ εὐρεία ἀνθολόγησή του ἤ, ἰδανικά, ἡ ἀπόδοση κάποιου ἀπὸ τὰ ἐμβληματικά του ἔργα, ὅπως τῆς ῾Υδρογείου (Terraqué, 1942) ἢ τοῦ Καρνάκ (Carnac, 1961). «Λιτή», «αὐστηρή», «μινιμαλιστική», «χοϊκή», «σμιλεμένη στὴ σιωπή», «ἱεροπρεπής» – ξανὰ καὶ ξανά, διαβάζοντας κανεὶς μελετήματα γιὰ τὴν ποίηση τοῦ Γκιλβίκ, συναντᾶ τοὺς ἴδιους χαρακτηρισμούς. Καὶ ὄχι ἄδικα: γεννημένος στὸ Καρνάκ, παράλια κωμόπολη τῆς Βρετάνης πλάι στὶς «συστοιχίες τοῦ Καρνάκ», ἕνα σύμπλεγμα 3.000 προϊστορικῶν μεγάλιθων, ὁ Γκιλβὶκ ὕϕανε ἕνα ἔργο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ τὸ ποιητικὸ ἀνάλογο τῆς γενέτειράς του· εἶναι λὲς καὶ τὸ τοπίο, τὸ κλίμα καὶ ἡ ἀνθρωπογεωγραϕία τῆς Βρετάνης –ἡ γκρίζα θάλασσα, οἱ βραχώδεις ἀκτές, οἱ σϕοδροὶ ἄνεμοι, οἱ αἰνιγματικοὶ σχηματισμοὶ τῶν μενὶρ καὶ ὁ ἀψιμυθίωτος λόγος τῶν ναυτικῶν καὶ τῶν χωρικῶν τῆς περιοχῆς– λειτούργησαν ὡς ἡ πρώτη ὕλη μιᾶς ποίησης δίχως καλολογικὰ στοιχεῖα, γραμμένης μὲ ἁπλότητα καὶ οἰκονομία μέσων, συγκρατημένης συναισθηματικὰ καὶ χωρὶς τίποτε τὸ ἐξομολογητικό, μιᾶς ποίησης ὅπου σὲ πρῶτο πλάνο τίθενται ὄχι οἱ ἄνθρωποι ἀλλὰ ἡ ϕύση καὶ τὰ ἀντικείμενα – ἡ «ἀνησυχητικὴ ξενότητά» τους. ῾Η ῾Υδρόγειος, τὸ οὐσιαστικὰ πρῶτο ἔργο τοῦ Γκιλβίκ (εἶχε προηγηθεῖ, τὸ 1938, ἕνα ὀκτασέλιδο ϕυλλάδιο μὲ τίτλο Ρέκβιεμ (Requiem), μὲ ἕξι ὀλιγόστιχα ποιήματα), ἐκδόθηκε τὴν ἴδια χρονιὰ μὲ τὴ γνωστότερη στὴν ῾Ελλάδα, χάρη στοὺς μεταϕραστικοὺς κόπους τοῦ Χριστόϕορου Λιοντάκη, Φωνὴ τῶν πραγμάτων (Le Parti pris des choses) τοῦ Φρανσὶς Πόνζ· τὰ δύο αὐτὰ ἔργα ἔδωσαν στὴ γαλλικὴ ποίηση νέα ὤθηση, μιὰ κατεύθυνση ἄσχετη μὲ τὸν κυρίαρχο τότε ὑπερρεαλισμό, καλλιεργώντας μιὰ ποίηση γιὰ τὴν ὁποία σημασία δὲν εἶχε πιὰ ὁ ἐσωτερικὸς κόσμος καὶ τὸ ὄνειρο, ἀλλὰ ὁ ἐξωτερικὸς κόσμος καὶ ἡ ἁπτὴ πραγματικότητα. ᾽Απὸ τὴν ῾Υδρόγειο καὶ μετά, μὲ ἐξαίρεση τὴν περίοδο 1947-1954 ὁπότε πειραματίζεται μὲ τὸν παραδοσιακὸ στίχο, ἡ ποίηση τοῦ Γκιλβὶκ γράϕεται μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ στρέϕεται γύρω ἀπὸ τοὺς ἴδιους ἄξονες, μὲ αὐξανόμενη ἀπὸ συλλογὴ σὲ συλλογὴ ἀϕαίρεση καὶ πυκνότητα […]