Μαζεύοντας τα δίχτυα, 1871, Κωνσταντίνος Βολανάκης, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη

 

 

Ένα νεκρό τοπίο που δε σημαίνει τίποτα,

μονολογούσε,

κι ας ήταν αυτό, που κάποτε σήμαινε τη ζωή,

το μικρό νησί,

που τον παρέπεμπε με όλες τις αισθήσεις,

σε άλλες εποχές

από τα δίχτυα τηςβάρκας

κατευθείαν στον έρωτα,

έρημο,

η εικόνα εισέβαλε αγνώριστη

στην ψυχή,

θαρρείς κι από εδώ

μόνο ένας επιτύμβιος άνεμος περνούσε.

 

Τώρα, ένα τοπίο σχεδόν νεκρό,

φορτωμένο αναστεναγμούς,

απογοήτευση

όταν το φως εξοστρακίζεται,

από τις παλιές ασβεστωμένες αυλές,

όταν το βλέμμα

γλιστρώντας με κραυγαλέα επίκληση βοήθειας

πάνω στη στέρφα γη,

επιστρέφει

μέσα από την άδεια γλάστρα

του βασιλικού αδικαίωτο.

Άδεια σοκάκια, ετοιμόρροπα σπίτια,

ξεχασμένο τ’ ακρογιάλι,

οι φωνές που δεν υπάρχουν πια,

οι κληματαριές που έχουν χαθεί,

τα γέλια, τα τραγούδια, τα μοιρολόγια,

και μαζί τους

οι υποψίες της πρώτης αφής του έρωτα.

 

Ξόδευε το θυμό του,

ανάμεσα σε αναμνήσεις μακρινές

και κοντινές μέρες,

στα εβδομήντα του,

καραβοτσακισμένος και ξέμπαρκος,

ο ορίζοντας στένευε,

ούτε ξέφωτα, ούτε ξαστεριές

μόνο μια μόνιμη συννεφιά στο θολωμένο νου

και στο μώλο

χαμήλωνε.

Λιγόστευε το φως, όσο πιο πολύ λιγόστευε

τόσο περισσότερο τα μάτια

άρμεγαν το μπλε

σε καρτ ποστάλ και φωτογραφίες,

μαυλιστικό

ακόμη κι εκεί που είχε πάρει να ξεθωριάζει.

 

Ένιωσε να καίνε τα μέσα του,

όταν ακόνιζε στο πέτρινο κατώφλι

η θύμηση τη γδαρμένη ψυχή,

τη φορτωμένη αλμύρα,

την επιστροφή στο γενέθλιο τόπο,

αυτή που τον οδηγούσε κάθε μέρα, πιο κοντά

στο τέλος, στο θάνατο,

κι ας είχε ονειρευτεί μια βόλτα

στη νησιώτικη ρίζα της άνοιξης,

σ’ ένα χωράφι γεμάτο ανθισμένες παπαρούνες.

Ας την έκανε αυτή τη βόλτα,

κι ας ήταν με στραβή περπατησιά,

είχε ξεσυνηθίσει βλέπεις,

ύστερα από πενήντα χρόνια στα βαπόρια,

τα στεριανά πατήματα.

Παραπατούσε, βήμα κάπως ασταθές,

γέρνοντας πότε από τη μια

και πότε από την άλλη

μετρούσε οργιές τη μοναξιά, το γιαλό,

τα κρίματα, τα σωριασμένα φύκια,

την απόσταση.

 

Οσμίστηκε την πίκρα, και την Όστρια,

έπαιξαν τα ρουθούνια,

ένας κόμπος μαστίχα κύλησε αργά σε μια ρυτίδα,

το ζαρωμένο δέρμα ρίγησε,

ύψωσε τα χέρια, τρεμάμενα,

ικεσία, δέηση, προσευχή,

όλο το νησί ένας τύμβος,

αυτός ήξερε.

 

Είχε γλιστρήσει ο χρόνος,

όπως η άμμος μέσα από τα δάχτυλα,

κοίταξε τις άδειες χούφτες

τίποτα από τα ματαιόδοξα του κόσμου,

τίποτα,

μόνο στιγμές από το παρελθόν

να ζητιανεύουν,

να θέλουν να ερμηνευτούν ξανά,

ας είχαν τόσο παλιώσει,

δεν τον πείραζε. Λύγισε,

«είναι κάποιες φορές, που το χτες,

σταυρώνει αλήθειες, παγίδες της καρδιάς…»

τα γλαροπούλια λιτάνευαν τα λόγια.

 

Καθώς στην απρόσκλητη απουσία ή ενοχή,

με μια διάσταση ευθύνης

η φωνή σκλήραινε,

από το θαύμα, στο δράμα,

δάγκωσε το κάτω χείλος, πόνεσε,

δίχως πρόνοια ελέγχου,

καμμιά ανάμνηση δεν θέλησε να απορρίψει,

βάρυναν κι άλλο οι ώμοι,

γονάτισε,

τα καλάμια γνώριζαν καλά τα πάθη του

χαμένος κόπος.

 

Στα γερμένα ματόκλαδα

λεπτομέρειες

από εκείνες τις μέρες της νιότης

αναδύθηκαν από παντού.

Η κλειστή πόρτα, το αγιόκλημα,

το σκουριασμένο λουκέτο,

το σταμνί φωλιά του φιδιού,

το πυροφάνι, η άγκυρα,

τα μπερδεμένα δίχτυα,

τα μπακίρια κρεμασμένα στον τοίχο,

η σκισμένη δαντέλα παραδομένη στον καιρό,

στιγμές που δεν εξομολογούνται,

λανθασμένες αποφάσεις,

χαραμισμένες ζωές,

βαριά μυστικά,

όνειρα που δεν είχαν γυρέψει εκπλήρωση

όλα εκεί,

απελπισμένες φωταψίες του μυαλού

μα χωρίς να τον καταδικάζουν.

 

Μπροστά στον πανικό της φθοράς,

ο επιτύμβιος άνεμος

σηκώνοντας τα πέπλα της τυφλής σκόνης

αποκάλυπτε πάλι εκείνη,

ολότελα γυμνή,

στη μέθη, και στη ρέμβη του,

γενναιόδωρη σε μεταμορφώσεις,

μια ανάλαφρη αναπόληση,

μαρμαρωμένη, στοιχειωμένηεκεί,

βυθισμένη στην ακινησία,

γυναίκα,

το αριστερό τηςφρύδι σηκωμένο γιαταγάνι,

σύντροφος, ερωμένη, προδομένη,αγία,

γυναίκα,σπιλωμένη και άσπιλη,

αυτή που με την επανάληψη

ξυπνούσε απ’ την αρχή την ίδια ανάγκη

πόθος, έρωτας, αγάπη, υπόσχεση,επιστροφή,

συγγνώμη, συγγνώμη, συγγνώμη,

στο τέλος κραυγή,

μ’ ένα επιτύμβιο άνεμο,

γυναίκα ασυλία και λύτρωση.