Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Άγγελος Σικελιανός»- διαβάζει ο Νάσος Δετζώρτζης, εκδ. Lyra, 2008

O  Άγγελος Σικελιανός απαγγέλει ο ίδιος ένα ποίημά του και ο πεζογράφος & ποιητής Νάσος Δετζώρτζης διαβάζει άλλα πέντε ποιήματά του.

 

Μέγιστον μάθημα

Α, πώς ακού­ο­νταν το συ­ντά­ρα­χο του πό­ντου πά’ στα βρά­χια,
τον πρώ­τον όρ­θρο, µαύ­ρο σαν τη µαύ­ρη αι­γί­δα
του Θε­ού, µε φο­βε­ρούς αστε­ρι­σµούς γρα­µµέ­νο,
σ’ ώρα που οι φλέ­βες ξαφ­νι­κά φου­σκώ­νουν και σα­ρώ­νουν
το Λό­γο µέ­σ’ από τα φρέ­να µας,
κα­θώς τα κύ­µα­τα που ξε­ρι­ζώ­νουν
απ’ το βυ­θό τα φύ­κια και τα βγά­νου­νε στην άµµο,
κ’ οι σκέ­ψες, από τ’ αµο­λό­γη­το το µέ­νος
του σπλά­χνου, φέρ­νουν όξω, από την άβυσ­σο συ­ρµέ­νη,
τη µυ­ρου­διά της πρώ­της τους, της γε­νε­τή­σιας ρί­ζας!

Α, πώς ακού­γο­νταν ο ρό­χτος του πε­λά­ου στα βρά­χια απά­νω,
κα­θώς τα κύ­µα­τα ολο­έ­να απ’ της νυ­χτός τον άνε­µο µε­θού­σαν,
κι όλο µε­θού­σαν, και γυ­ρεύ­αν ν’ ανε­βού­νε
µε των αφρών τις γλώσ­σες, θα ’λε­ες, το βου­νό, στο ερη­µο­νή­σι,
να το σκε­πά­σουν, κι όλο ξε­ρι­ζώ­νο­ντάς το
απ’ τα θε­µέ­λια, να το πά­ρουν στο βυ­θό µα­ζί τους!

                        *

Κι ωστό­σο οι Όσιοι, µέ­σα στα κε­λιά κλει­σµέ­νοι,
στ’ Όρος απά­νω, ξα­γρυ­πνού­σα­νε και µε­λε­τού­σαν,
µ’ ολο­νυ­χτί­ας ψα­λµούς, το χρό­νο πώς να τον δα­µά­σουν,
οι νιοί µε νιό­φω­τη άσκη­ση θυ­µού κ’ οι γέ­ροι 
ζη­τώ­ντας ν’ απο­λη­σµο­νή­σουν στον αγώ­να
πως ο πο­λύς και­ρός τους άσπρι­σε τα γέ­νια…

Μα αυ­τός ο ξέ­φρε­νος πού φύ­σα­γε άνε­µος από­ψε
δεν ήτα­νε σαν άλ­λο­τε, να πούν πως έχει
τη γη για σύ­νο­ρο, τον πό­ντο, ή τον αι­θέ­ρα·
δεν ήταν µα­νια­σµέ­νος άνε­µος να πνέ­ει
οχτρός στα πλοία, βο­ριάς δεν ήταν ή µελ­τέ­µι
κα­λο­καιρ­νό, ή της άνοι­ξης βα­θύς αγέ­ρας
να ξα­να­κρά­ζει τα λου­λού­δια από το χώ­µα·
της πλέ­ριας Μέ­θης ήταν ο άνε­µος ο µέ­γας,                                                                 
σά­µπως να γύ­ρευε όλα πί­σω να τα ξα­να­πά­ρει
στην αγκα­λιά του, θά­λασ­σα και γη κ’ αι­θέ­ρα,
στης αγκα­λιάς του το θεϊ­κόν αγκά­λια­σµα για πά­ντα…

Και τό­τε οι ίδιοι οι Όσιοι, νιώ­θο­ντας πως τού­το
θα ’τα­νε µή­νυ­µα του Διό­νυ­σου — όπως νιώ­θουν
τα χε­λι­δό­νια όλα µα­ζί την πνοή τού χι­νο­πώ­ρου
την πρώ­τη, και συ­νά­ζο­νται πυ­κνά ν’ απο­δη­µή­σουν—,
όλοι σκω­θή­κα­νε µα­ζί και συ­να­χτή­καν
να παν στο γέ­ρο – Ιε­ρο­φά­ντη, πού τον αιώ­να
εί­χε πε­ρά­σει µά οδη­γός τους έστε­κε, (τι απ’ όλους
πιο νιός εφά­ντα­ζε κι ορ­θώ­νο­νταν σα σκή­πτρο
που το λειά­να­νε γε­νε­ές, και το µαλ­λί του
φεγ­γο­λο­γού­σε σαν το µά­λα­µα από την ασπρά­δα),
να τον ρω­τή­σουν τ’ εί­ναι ο άνε­µος πού πνέ­ει ετού­τος…

Κι αυ­τός τούς εί­πε:
«Πνέ­µα εχύ­θη µέ­σα σ’ όλα,
πνέ­µα της Μέ­θης της προ­αιώ­νιας, της µε­γά­λης,
κ’ εί­ναι µια στά­λα από­ψε η θά­λασ­σα, µια στά­λα µό­νο
στο σερ­νι­κό µα­στό τού Θε­ού τού γί­γα­ντά µας…

»Μα Εσείς όπου ’στε ο μυ­στι­κός στρα­τός του, μα­ζω­χτεί­τε τώ­ρα
με τη σει­ρά, ως η φύ­ση κα­θε­νός προ­στά­ζει,                                                                         
στο κά­λε­σμά του, οι Σά­τυ­ροι κ’ οι Όσιοι,
κ’ οι Σει­λη­νοί κ’ οι Ιε­ρο­φά­ντες, μα­ζω­χτεί­τε
να κα­τε­βού­με στο για­λό που ’ναι ση­μά­δι
του χω­ρι­σμού μας απ’ τον κό­σμο, (ώσπου το Κλή­μα
να γε­φυ­ρώ­σει γη και πέ­λα­γο κι αστέ­ρια,
τη ζωή να σμί­ξει με το θά­να­το), και πεί­τε:

»”Παρ­θέ­νοι ερ­χό­μα­στε μπρο­στά Σου, με την αρε­τή του
γυ­μνή ο κα­θέ­νας μας, ως σπάρ­θη από το σπό­ρον,
εμείς με το φαλ­λό, κ’ εμείς με την καρ­διά μας,
με την σιω­πήν εμείς που δεν τη σμί­ξα­με με λό­για                                                        
φτη­νά, κ’ εμείς που ασκή­σα­με το μαύ­ρο μά­τι
της θε­ω­ρί­ας, τ’ απύθ­με­να να σκεί του αι­θέ­ρα…

»”Μα, το με­δού­λι που στα κό­κα­λά μας μέ­νει από­ψε,
κι ο μαύ­ρος σβό­λος του μυα­λού μας, που φου­σκώ­νει
από τη νύ­χτα τού­τη ως άρ­τος, και που πά­σκει
ν’ ανοί­ξει του κρα­νί­ου μας τις ρα­φές, και τού­τ’ η μπό­ρα
του κο­σμι­κού παλ­μού, που γι­γα­ντώ­νει
και μας τρα­βά­ει σαν κή­τη στ’ ανοι­χτά του σκό­τους,
λο­γιά­ζεις πως βο­λεί να τα χορ­τά­σει η Λέ­ξη;
Τι η δύ­να­μή Σου, πια, γυ­μνεί μας πλημ­μυ­ρά­ει,                                                                 
και νους, καρ­διά μας, σώ­μα, εί­ναι στραμ­μέ­να τώ­ρα
στην Άβυσ­σό Σου, όπου συ­μπνί­γει ο Αριθ­μός, και μας φω­νά­ζει
να με­τρη­θού­με μια για πά­ντα με το μέ­γα Πά­θος!

»”Ω φο­βε­ρέ μας Θεέ, με­γά­λη αρ­σε­νι­κιά μας
χα­ρά, που ξε­περ­νάς τον Όλυ­μπο και κά­νεις
τις λύ­ρες να σι­γάν, τι Εσύ μι­λάς μο­νά­χα
με τη βου­βή μι­λιά των μαύ­ρων στε­ρε­ω­μά­των,
από­ψε δώ­σε μας να πιού­με απ’ τον κρα­τή­ρα
της πα­ντο­δυ­να­μί­ας Σου, κό­ψε από τ’ αφά­λι
τη γη και μπά­σ’ τη στην αθά­να­τη τρο­χιά Σου,                                                                 
λύ­σ’ τη απ’ τη ζώ­νη του Ήλιου, αυ­τάγ­γελ­τη, στη Νύ­χτα!”»

Έτσ’ εί­πε ο γέ­ρο­ντας και, παίρ­νο­ντας το θύρ­σον,
ετρά­βη­ξε μπρο­στά, και οι άλ­λοι ακο­λου­θού­σαν…
Άλ­λ’ ως ολο­έ­να κα­τε­βαί­ναν στ’ ακρο­γιά­λι,
θαρ­ρείς ο Θε­ός, σαν ανα­βά­της οπού σκύ­βει
μ’ ένα χαϊ­δό­λο­γο στ’ αλό­γου του τ’ αυ­τί, κ’ εκεί­νου
ο καλ­πα­σμός ο ασπέ­δι­στος με­μιάς αλ­λά­ζει
σ’ ένα πλα­τύ ρυθ­μόν, ακό­μα απά­νω­θέ τους
το γε­νε­τή­σιον ενώ σφύ­ζα­νε σφυγ­μό τους
ο Οφιού­χος, ο Ωρί­ω­νας, ο Αντά­ρης,                                                                                         
η Ύδρα, η Μέ­δου­σα, ο Κη­φέ­ας, η Αν­δρο­μέ­δα,
από την πύ­λη των αστε­ρι­σμών περ­νώ­ντας
τον άνε­μο, τον έμπα­ζε, βα­θύ­πνοο, στη γα­λή­νη,
σε μια γα­λή­νη νέα∙ και η Ψυ­χή που πρώ­τα,
σαν την Ιώ κυ­νη­γη­μέ­νη από τον Άρ­γο,
τη βουή του μό­χτου της ακλού­θα, ή σαν εκεί­νος,
π’ ακού­ο­ντας νύ­χτα ν’ αντη­χάν τα βή­μα­τά του
δι­πλά, φο­βά­ται κά­ποιος πί­σω πως τρέ­χει,
ορ­μού­σε ακρά­τη­τη να φύ­γει την τρο­χιά της,

ξάφ­νου στης Έκ­στα­σης βυ­θί­στη­κε το μέ
λου­τρό, και να: στ’ ακρω­τη­ριού το μέ­γα βρά­χο,
σα σε βω­μό ψη­λόν απά­νω π’ ανα­δύ­θη
απ’ την πλημ­μύ­ρα της νυ­χτός, θα­μπά, απλω­μέ­νο,
γυ­ναί­κας ξε­χω­ρί­σα­νε κορ­μί, ντυ­μέ­νο
με σά­βα­νο, κι απά­νω­θε, με ορ­θές φτε­ρού­γες,
άντρα γυ­μνό που, με σπα­θί στο ‘να του χέ­ρι
έγερ­νε αθά­να­τη την όψη, ως να θρη­νού­σε…

«Κοι­μή­σου, αγά­πη μου… Δε λό­για­ζες κα­θό­λου,
όταν στα στέρ­να μου ακου­μπού­σες το κε­φά­λι,
σ’ αυ­τά τα στέρ­να που χτυ­πά η καρ­διά του κό­σμου,                                                 
πως λί­γο ακό­μα και για πά­ντα θα κοι­μό­σουν;

» Του Θε­ού τον έρω­τα όλη γύ­ρευ­ες τη ζωή Σου,
και να που σή­με­ρα ανε­βαί­νει ο θρί­αμ­βός Σου!

»Ω απλό­τη­τα, που δε γνω­ρί­ζεις τον εαυ­τό Σου,
πώς απ’ την άβυσ­σον ελύ­τρω­σες τη θεία μορ­φή Σου!
Μα ιδές πώς κ’ η άβυσ­σο τον πέ­πλο της αφή­νει
για Σε, και λά­μπει, λά­μπει με­σ’ απ’ το σκο­τά­δι
η ίδια Σου απο­θέ­ω­ση, χορ­τα­σμός και πό­θος
μα­ζί∙ κι α, ίδες, με­σ’ απ’ της άβυσ­σος τα βά­θη,
πως φτά­νει ανά­ε­ρα το στε­φά­νι Σου, Αριά­δνη…!                                                         

» Μα τώ­ρα, εδώ, τα­φή μο­νά­χα να Σου δώ­σουν
μπο­ρούν οι άν­θρω­ποι, που του θα­νά­του δεν ξέ­ρουν
το μέ­γαν όλ­βο, όπως τον γνώ­ρι­σες μα­ζί μου
τη νύ­χτα αυ­τή, Γυ­ναί­κα μου Ιε­ρή, στην πλά­ση…
Τι Εσύ την τρι­κυ­μιά, για τη δι­κή μου αγά­πη,
την εί­χες κού­νια, και το Θά­να­το ζωή τον εί­χες…
Τώ­ρα χα­ρά­ζει, κ’ εγώ παίρ­νω την ψυ­χή Σου
πί­σω απ’ το φως∙ μα το θεϊ­κό Σου το κου­φά­ρι
για μια στιγ­μήν ας τ’ αντι­κρί­σου­νε σκυμ­μέ­νοι
όσοι πι­στοί, από τον αβά­στα­χτο παλ­μό τους                                                                        
με το Μυ­στή­ριο για να σμί­ξου­νε, δεν έχουν
ανα­πα­μό να πά­ρουν άλ­λο από το θά­μα
που ’ν’ η Μορ­φή, σαν εί­ν’ για πά­ντα ανα­πα­μέ­νη!»

Εί­πε∙ κι ωσά θα­λασ­σαϊ­τός π’ από έρ­μο βρά­χο,
σύ­ντας ακού­σει ξέ­νο πά­τη­μα, φτε­ρώ­νει
βου­βός, απά­νω από τα κύ­μα­τα ο Θε­ός εχά­θη,
κι ωστό­σο η λι­τα­νεία με δέ­ος εζύ­γω­νε τον τό­πο
που η ξα­πλω­μέ­νη εκεί­το­νταν Μορ­φή, μπρο­στά στον πό­ντο…

Και να∙ όσα τ’ άμε­τρο συ­ντά­ρα­χο δεν πή­ρεν
απ’ την καρ­διά τους, τη φρο­ντί­δα, και το μό­χτο,                                                               
και τη δου­λεία του χρό­νου, όσο ζυ­γώ­ναν
την Κοι­μη­μέ­νη τη Μορ­φή, τα συ­νε­πή­ρε
το χνά­ρι το βα­σι­λι­κόν όπου αρ­χι­νού­σε
να γλυ­κο­φέγ­γει, κ’ εί­χε το ’να της το χέ­ρι,
πά­νω απ’ τον πέ­πλο που τη σκέ­πα­ζε, στην άγια
την ήβη ακου­μπη­μέ­νο μ’ ανοι­χτή πα­λά­μη,
και του πο­διού το μέ­γα δά­χτυ­λο, μο­νά­χο,
εξέ­βγαι­νε απ’ το σά­βα­νο, ως μαρ­μά­ρι­νο, στον αέ­ρα…

Και πια δεν ήξε­ραν, ως έφεγ­γεν αγά­λια,
αν τ’ ου­ρα­νού ’τα­νε τα κύ­μα­τα ή του πό­ντου∙                                                                         
και πια δε χώ­ρι­ζαν τη γην από τα ου­ρά­νια,
μα τα βου­νά ήταν δί­χως βά­ρος, κι όλα χά­ναν
μέ­σα και γύ­ρα τους το βά­ρος τους, και σμί­γαν
αιώ­νια κι άναρ­χα τα βά­θη της καρ­διάς τους,
τι όλα συ­γκλί­να­νε στ’ αθά­να­το το χνά­ρι
της θεί­ας Μορ­φής, π’ ανα­παυό­ντα­νε για πά­ντα…

Κι όλοι ένα κύ­κλο κά­μαν τό­τε ολό­γυ­ρά της,
από μα­κρά­θε, εκ­στα­τι­κοί, και δε μι­λού­σαν,
για­τί η ψυ­χή δεν εί­χε αγώ­να με το Λό­γο,
μα, ως στης Μορ­φής εβυ­θι­ζό­ντα­νε το θά­μπος,                                                                      
αρ­χή δεν έβρι­σκαν μη­δ’ άκρη της σιω­πής τους…

Μό­νο, πα­ρά­με­ρα, ο τρα­νός Ιε­ρο­φά­ντης
στο βρά­χο εκά­θι­σε και, σκώ­νο­ντας τη χλαί­να,
τ’ άσπρο κε­φά­λι του απο­σκέ­πα­σε, βα­θιά του
σα να ζη­τού­σε πιο ιε­ρή την άγια θέα
να ξα­να­πλά­σει, πιο ιε­ρή και πιο με­γά­λη…

Μα ξαφ­νι­κά, σα να ’βγαι­νε όλος από μέ­σα
απ’ τη σι­γή, κι από τη θέα ξα­να­νιω­μέ­νος,
ξα­να­ση­κώ­θη­κε, και λες πως η φω­νή του,
με τους παλ­μούς αλα­φρο­σμί­γο­ντας του αι­θέ­ρα,                                                                    
ανα­το­λή ’ταν π’ ανη­φό­ρει από βα­θιά του…

«Ομπρός, ομπρός, τ’ άγιο ας ση­κώ­σου­με κου­φά­ρι,
κα­θώς το διά­τα­ξε πρω­τύ­τε­ρα ο Θε­ός μας…
Τι, μια στιγ­μή ’ναι μό­νο τού­τη, που ση­κώ­νει
τη ζω­ήν απά­νω απ’ τη ζωή, με του Θα­νά­του
την πρώ­τη αφή, γλυ­φή γι­γά­ντια μπρος στα πά­ντα…
Του κό­σμου οι θό­ρυ­βοι όλοι σβή­νου­νε μπρο­στά της,
ολ’ εί­ν’ η πλά­ση ολό­γυ­ρά της σα λι­βά­νι,
κ’ η ει­ρή­νη ομπρός μας ανα­τέλ­λει της αβύσ­σου…
Στιγ­μή εί­ναι τού­τη η πιο με­γά­λη απ’ όλες όσες                                                                    
στη γη μας χά­ρι­σε, στη Μέ­θη Του, ο Θε­ός μας,
σ’ όσους πι­στούς, απ’ τον αβά­στα­χτο παλ­μό τους
με το Μυ­στή­ριο για να σμί­ξου­νε, δεν έχουν
ανα­πα­μό να πά­ρουν άλ­λο από το θά­μα
που ’ν’ η Μορ­φή, σαν εί­ν’ για πά­ντα ανα­πα­μέ­νη…

»Μα λέω, στ’ αλή­θεια, π’ ο Θε­ός μάς δο­κι­μά­ζει
του’ τη στιγ­μή, τη σε­βα­στό­τε­ρην απ’ όλες…
Ρί­χνει στα βά­θη μας σα δό­λω­μα το σπό­ρο,
μα, ως μας αρ­μά­τω­σε με τα ίδια Του τα δώ­ρα,
φω­τά­ει το νου μας ξαφ­νι­κά και μας κε­ντρί­ζει,
αν εί­ν’ ανά­γκη, να πα­λέ­ψου­με μα­ζί Του…
Τι να, σε λί­γο βγαί­νει ο ήλιος, κ’ η με­γά­λη
γλυ­φή του πό­θου πέ­φτει, ως πέ­φτει ξάφ­νου η στά­χτη
ψη­λής πυ­ράς π’ όλα χρυ­σά τα φώ­ταε πρώ­τα…
Ομπρός… ομπρός… τ’ άγιο ας ση­κώ­σου­με κου­φά­ρι,
κ’ εδώ, σα δώ­σου­με τα­φή στο εξαί­σιο σώ­μα,
μια Πύ­λη απά­νω­θε ας ση­κώ­σου­με, να λέ­ει
πως απ’ το Χρό­νο προ­χω­ρά η Αιω­νιό­τη…

»Μα όχι για μας… Μας φτά­νει η δί­ψα στον εαυ­τό της,
σα βρί­σκει μό­νη το κρα­σί, που απο­ζη­τά­ει,                                                                                 
και διώ­χνει τ’ όριο, για την ύψι­στη τη Μέ­θη!
Τέ­τοιος ο Θε­ός μας τρο­με­ρός, π’ από τον ίδιο
ζη­τά­ει μιαν ώρα ξαφ­νι­κά να λυ­τρω­θού­με,
στον άγιον ίλιγ­γο, ώσπου μό­νο του να σπά­σει
του νου το νέ­φος, κι ολ’ οι χεί­μαρ­ροι να πέ­σουν
του νέ­ου φω­τός στην πα­ντο­χή της πι­θυ­μιάς μας
κα­τα­κλυ­σμός, κρα­τή­σει ο νους μας δεν κρα­τή­σει…
Τι εμείς πα­λαί­με με το θά­να­το ολο­έ­να,
κι αν η Μορ­φή για μια στιγ­μή μας ανα­παύ­ει
στο ύστα­το σύ­νο­ρο τ’ αγώ­να, θεία σφρα­γί­δα,
σύ­νο­ρο ο Θά­να­τος δεν έβα­λε στο Θεό μας…

»Μα, τη Μορ­φή, κι όπου Μορ­φή για μας χα­ρά­ζει,
ας την κρα­τά­με πά­ντα στο ύψος του Θα­νά­του,
τι αυ­τό για μας το μό­νο εί­ν’ άξιο σύ­νο­ρό της!»

Έτσ’ εί­πε∙ κι όλοι τό­τε ζύ­γω­σαν αντά­μα,
τ’ άγιο κου­φά­ρι ευ­λα­βι­κά για να ση­κώ­σουν…
Κι ω θά­μα μέ­γα∙ το κορ­μί δε ση­κω­νό­νταν!…
Μα εί­χ’ ένα γί­νει με το βρά­χο, κ’ εί­χε γί­νει,
μαρ­μα­ρω­μέ­νο, ένα, τρι­γύ­ρα, με τα πά­ντα…

Τι, ό,τ’ έχει σμί­ξει με το Διό­νυ­σο κι ως μέ­σα                                                                            
το μυ­στι­κόν εγεύ­τη Θά­να­το βα­θιά του,
πρι­χού το θά­να­το τον άλ­λον αντι­κρί­σει,
δε στα­μα­τά με­σο­στρα­τίς στην Αιω­νιό­τη,
μα, ως την πνοή του όλη την ξό­δε­ψε στο δώ­ρο
και την ψυ­χή του την εγύ­μνω­σεν η Αγά­πη,
γυ­μνό θα πά­ρει της Αβύσ­σου το στε­φά­νι!                                                                                  

 

********************************************************************************

 

 

 

 

 

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

01. Μέγιστον μάθημα (απαγγέλλει ο ίδιος ο ποιητής)

02. Θαλερό

03. Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο, μαθητή του Βούδα

04. Ιερά Οδός

05. Άγραφον

06. Παλαμάς

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *