Ἀδιόρατη λεπτότητα ἡ ἐπανάληψη καθὼς κρατᾶ

τὸ νῆμα ἀπὸ τὰ νῦν στὰ νηπενθῆ τοῦ ἄλλου αἰώνα,

ὅταν σὲ κόσκινο ἄβατο κοσκινίζει φύρδην τὰ πρωινὰ

τῶν οἱονεὶ Μαΐων σου, μπὰς καὶ ξελαγαρίσει ἐκεῖνο

ποὺ ἐπανερχόμενον ἐλπίζεις πὼς

παρ΄ ὀλίγον… θὰ συμβεῖ.

 

Εὐτυχῶς κάποτε ποὺ ἐπαναλαμβανόμενη ὑποτροπιάζει

ἀγρίως ἡ ἀναμονὴ καὶ τότε, κάθε φορὰ τότε, πνευστὴ

ἡ Ἄνοιξη ἑνὸς Ὀτορίνο, καθὼς ἐπικυρώνει ἀμεταθέτως

τὸν Μποτιτσέλι της, εἰσέρχεται ἀπνευστὶ ἀποθεώνουσα

τὰ χρώματα χωρὶς παλέτα στὰ πλῆκτρα ἑνὸς Μέντελσον

 

ἐνῶ ἐδώδιμός της ὁ Στραβίνσκυ, ἀπὸ κάποια ἄποψη πάντοτε

παράφωνος, ἐπιμελῶς θὰ ὑπογράφει στὸ πικρό της κουκούτσι,

κάλλος, στ΄ ἀλήθεια, ἀμήχανον καὶ δύσπεπτον.

 

Ἀμήχανον καὶ δύσπεπτον… ὅμως

πετούνιες, βίγκες καὶ γεράνια,

ἄλυσσο, ἀργυράνθεμο, γκαζάνια,

καλιμπραχόη βέρα και βερβένα

δρόμο ἀνοίγουνε γιὰ σένα,

ἔτσι ποὺ δύο νύχτες ὕπνου παιδικοῦ

σὲ ἀγέραστη ἑτοιμότητα ν΄ ἀρκοῦν

κεῖνα τοῦ μέσα κήπου ὀλιγαρκῆ

κατάσαρκα νὰ τὰ φορᾶς

ἐσώρουχα εὐειδῆ

σὲ Μάϊο διαρκείας.

 

Σὲ ἀσβεστωμένο μόλις τενεκὲ

ἀγέραστη ἑτοιμότητα ἐνίοτε ἡ ἐπανάληψη.