Ας μιλήσουμε για σπίτια, για τη σοφή άσκηση μιας δύναμης

τόσο στέρεης και σιωπηλής, ως να γεννήθηκε

σε χρόνους πανάρχαιους.

Είν’ οι αρχιτέκτονες, κείνοι που μέλλεται να πεθάνουν,

μειδιώντας ειρωνικά και μειλίχια στα βάθη

ενός μυστηρίου υψηλού που τους ξαναγυρίζει στο χώμα.

Με μαλακά, ακατάβλητα χέρια.

Καθώς κυλούν οι μήνες, με τ’ όνειρο των τελευταίων καταιγίδων,

φτάνουν τα σπίτια στην αθώα τους ακμή, ν’ αντέχουνε κόντρα

στ’ αμυδρό στόμα που γυροφέρνει πάνω απ’ των λέξεων το έρεβος.

 

Ας πούμε πως ανακαλύπτουμε βατόμουρα, της γεύσης

τ’ απόκρυφο ρεύμα, του κόσμου τον ενθουσιασμό.

Κορμιά ανακαλύπτουμε, ανθρώπων που σώζονται και χάνονται,

και των πηγών σιωπή θαυμαστή –

στοχασμούς μες στις πέτρες για κάτι τι το ουράνιο

σαν τη φωτιά την αρχέγονη.

 

Ας πούμε πώς στα σπίτια κοιμόμαστε και τις Μούσες θωρούμε

λιγάκι απάνω μας γερμένες, σαν άνθη ψηλόλιγνα

του σκότους, και θύμηση έχουμε

και βαθιά μελαγχολία

και φυλάμε τις θύρες πάνω απ’ την απώλεια των αρχαίων ημερών.

 

Τούτα είναι τα σπίτια. Κι αν βαδίζουμε κι οι ίδιοι για το θάνατο,

ξεστρατίζουμε λίγο, και πολύ, μ’ αυτούς τους αρχιτέκτονες

που δεν είδανε τα ρεύματα τ’ αστείρευτα

των ρόδων, μήτε τ’ αείζωα τα νερά,

ούτε κανένα αιωνιότητας σημάδι σπαρμένο μες στις καρδιές

που γρήγορα χτυπούν.

Τι τάχα κάμανε με τα σπίτια κείνοι οι αρχιτέκτονες

που περιπλανηθήκανε μες στις πολλαπλές των μηνών κατευθύνσεις,

λέγοντας: το ’να σπίτι πάει εδώ, τ’ άλλο εκεί, κει πέρα τ’ άλλο,

για να τεθεί μια τάξη, μια διάρκεια,

μια ομορφιά κόντρα στην ισχύ τη θεϊκή;

 

Ο ένας άλογα έφερε, κατεβαίνοντας των ορέων τα μονοπάτια.

Άλλος ήρθ’ από τη θάλασσα.

Άλλος απ’ τα ξένα μάς ήρθε κατασκονισμένος.

Άλλος πάλι βιβλία διάβαζε, ποιήματα, προφητείες, εντολές,

εμπνεύσεις.

— Τα σπίτια αυτά θα καταρρεύσουνε.

Σαν τον ηλίανθο, που τον κάνανε να τον πιεις, κι όμως επιμένει

στους γάμους του τους ηλιακούς, έτσι

κάθε σπίτι θα μαραγκιάσει, από φωτιά αναλωμένο,

κλίνοντας αργά την κεφαλή του μπρος στα μυστήρια τα ποτάμια

που στη γη κατεβαίνουν,

εκεί που οι αρχιτέκτονες οι ίδιοι θα χαθούνε μαζί με τα χέρια τους

τα πολύτροπα, οι κάρες τους να φλέγονται μες στις γρήγορες

τις εκλάμψεις.

 

Ας μιλήσουμε για σπίτια. Θέρος είναι, χειμώνας,

τ’ όνομα αναβλύζει πάνω απ’ το τοπίο στις πλαγιές.

Αλάτι φέρανε οι χτίστες

της ψυχής, μαζί τους κουβαλούσανε

ζείδωρες γητειές στο βλέμμα των ζώων

και των άστρων που αιωρούνταν,

την αγνότητα αποζητούσαν, μ’ άνδρες και γυναίκες

ο ένας στ’ άλλου το πλευρό, αινιγματικά μειδιώντας,

ο ένας τον άλλο ’γγίζοντας –

συγκινημένοι, τραχείς, δοτικοί,

αργοκαίγονταν.

 

Για μια στιγμή κάθε άνοιξη συναπαντιούνταν

με το πρώτο το ζαμπάκι

και μένανε δροσάτοι όλη τη χρονιά: τόσο λιγόζωοι ήσαν οι δάσκαλοι

της έμπνευσης.

—  Κι ανυψώθηκαν τα σπίτια

απάνω απ’ τα νερά, στ’ ουρανού το στερέωμα.

Κι όμως, σπίτια, αρχιτέκτονες, μαγικές μεταμορφώσεις

σάρκας τρυφερής και μανικής – όλα τούτα

μακράν μένουν απ’ το άσμα που έμελλε να γραφτεί.

 

— Κι εν γένει οι καθρέφτες είν’ η εφεύρεση η πιο βέβηλη.

 

Ας μιλήσουμε για σπίτια, για θάνατο. Ρόδα είναι τα σπίτια

για να τα μυρίζεις νωρίς πολύ, ή τη νύχτα, όταν η ελπίδα

για πάντα μάς αφήνει.

Τα σπίτια είναι ποτάμια παντοτινά, νυχτερινά ποτάμια

ουράνια που αργοφωτίζουν

ίσαμε μιαν ακτή παγερή – που δεν υπάρχει ίσως,

σαν μια αιωνιότητα μυστική.

 

Ας μιλήσουμε για σπίτια όπως μιλεί κανείς για την ψυχή του

την ώρα της πυρκαγιάς,

πλάι σε σιτοβολώνες αρχέγονους,

μαθαίνοντας υπομονετικά να τ’ αντικρύζει να ορθώνονται

και να πεθαίνουνε, με λίγο, λιγάκι μόνο

από ομορφιά.

.

 

********************************************************************************************

Τα σπίτια των (Πορτογάλων) ποιητών

                                 

O Herberto Helder de Oliveira (1930-2015) θεωρείται από πολλούς ως ο κορυφαίος Πορτογάλος ποιητής του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα. Στα νιάτα του συνδέθηκε με τον πιο γνωστό Πορτογάλο υπερρεαλιστή ποιητή, τον Mário Cesariny, ο οποίος και τον επηρέασε στο ξεκίνημα της πορείας του. Την ίδια εποχή, μεσουρανούσαν στο ποιητικό στερέωμα της χώρας του και οι άλλοι σπουδαίοι ποιητές που εμφανίστηκαν μετά τον θάνατο του Φ. Πεσσόα: η Sophia De Mello Breyner Andresen, ο Jorge de Sena, ο Eugénio de Andrade, κ.ά.  Ήταν όμως ο Έλντερ εκείνος που ανανέωσε βαθύτερα τον σύγχρονο ποιητικό λόγο της χώρας του. Φιγούρα αινιγματική ο Έλντερ, θεωρούμενος ως μισάνθρωπος, δεν εμφανιζόταν δημόσια σχεδόν ποτέ, αρνούνταν να φωτογραφηθεί και, ιδίως, να λάβει βραβεία.

Ο σχετικά εκτενής «Πρόλογος» της δεύτερης συλλογής του, A Colher na Boca (Το κουτάλι στο στόμα, 1961), που μεταφράζεται εδώ, δίνει με ενάργεια το στίγμα του: ένα φλεγόμενο ποτάμι εικόνων και οραμάτων, αινιγματικά σύμβολα, έκφραση σχεδόν βιβλική. Ορφικός ποιητής ο Έλντερ, άλλοτε μοιάζει να αντλεί από τις αντίστοιχες οραματικές εμπνεύσεις των μακρινών ποιητικών του προγόνων, όπως ήταν ο Μπλέικ ή ο Χαίλντερλιν, άλλοτε συγγενεύει με ιερά τέρατα της πρωτοπορίας των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, όπως ο Έζρα Πάουντ ή ο Βιθέντε Ουιδόμπρο.

Ο Έλντερ -και οι «αρχιτέκτονες» πριν από αυτόν- ορθώνουν τα δικά τους τα σπίτια, σε μια τιτάνια μάχη απέναντι «στην ισχύ τη θεϊκή» – για ένα ελάχιστο ομορφιάς. Με αφετηρία κυρίως τον Έλντερ, η κριτική έχει παρατηρήσει την εμμονή της σύγχρονης πορτογαλικής ποίησης με το σύμβολο του σπιτιού, του καταλύματος – έστω προσωρινού. Περισσότερα, όμως, για αυτά, σε μελλοντική δημοσίευση…