Στο θέατρο Βρετάνια ανέβηκε μέσα στο Δεκέμβριο ένα από τα καλύτερα σύγχρονα έργα (το καλύτερο, στο πλαίσιο της δικής μου ανάγνωσης των πραγμάτων), ο «Κύκλος των Χαμένων Ποιητών» του Tom Schulman. Προσήλθα στην παράσταση με προσδοκίες που γνώριζα ότι θα διαψευστούν, υποδυόμενος ότι υπάρχει πάντα η πιθανότητα για το αντίθετο. Η κινηματογραφική εκδοχή του έργου, όμως, είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να ξεπεραστεί, δεδομένου ότι η ερμηνευτική ηγεσία του Robin Williams σφράγισε ερμητικά το ρόλο του John Keating. Ίσως το ταλέντο του στην κωμωδία, ίσως το γεμάτο συναίσθημα βλέμμα του, ίσως το λελογισμένο νεύρο με το οποίο απέδιδε, ως παράσταση, την παράσταση του μαθήματος, να μην αφήνουν περιθώρια για διαφορετικές εκδοχές με αξιώσεις υψηλού συγκινησιακού δυναμικού.
Μια πρώτη διαφωνία μου με την όλη προσέγγιση είναι πως η θεατρική μεταφορά, όπως ανεβαίνει στο Βρετάνια, δεν έχει σχεδιαστεί για να ιδωθεί από την αρχή, αλλά ως εκδοχή που θεωρεί δεδομένο το κινηματογραφικό έργο. Αυτό ελάχιστα θα ενοχλήσει όσους έχουν πράγματι δει (και αγαπούν) το έργο, όμως, πιθανολογώ, βασιζόμενος σε σχόλια που άκουγα γύρω μου αλλά και στην προσωπική μου αίσθηση, ότι θα αφήσει κενά σε όσους βλέπουν το έργο για πρώτη φορά. Ο έρωτας του Knox για την Chris μοιάζει αθεμελίωτος, έωλος, καπριτσιόζικα εμμονικός. H αυτοκτονία του Neil Perry είναι ξαφνική, σχεδόν αναίτια, διότι το δράμα του δεν κλιμακώνεται ομαλά. Η επιρροή του Keating στον περιβάλλοντα χώρο (και όχι μόνο στους μαθητές) έχει εκμηδενιστεί ομού με την κατάργηση του ρόλου τoυ ΜcAllister, ο οποίος, παρά τον αρχικό του σκεπτικισμό, βγάζει, τελικώς, στο φιλμ του 1989, τους μαθητές στη φύση για να διδάξει, επηρεασμένος από τον ταλαντούχο συνάδελφό του. Δεν είναι, όμως, αυτή η μόνη αφαίρεση που ενοχλεί (και που είμαι βέβαιος ότι υπό κάποιο σκεπτικό οικονομίας πραγματοποιήθηκε). Ο Nuwanda, για παράδειγμα, δε λέει ποτέ την περίφημη, απολύτως απαραίτητη, για την κατανόηση του χαρακτήρα του, ατάκα, στην άσκηση έναντι του κομφορμισμού: «εξασκώ το δικαίωμα να μη βαδίσω!». Κάποιος, προφανώς, δεν τη θεώρησε σημαντική.
Η παραγωγή δε διακρίνεται για την γενναιοδωρία της. Τα σκηνικά είναι φτωχά, το σαξόφωνο του Dalton είναι μια πράσινη μελόντικα από αυτές που είχαμε στο δημοτικό, το απειλητικό ξύλο τιμωρίας του Nolan είναι μια χάρτινη κατασκευή με στρασάκια, το σετ γραφείου του Anderson είναι μια κούπα. Υποθέτω τον αντίλογο: όλα αυτά είναι άποψη, το θέατρο μπορεί να είναι αφαιρετικό, το θέατρο μπορεί με την αμεσότητά του να υπερκεράσει κάθε εμπόδιο. Όταν, όμως, το κινηματογραφικό έργο είναι ένα αριστούργημα, το οποίο, σε τελική ανάλυση, δεν περιλαμβάνει αερομαχίες με F35 αλλά αίθουσες σχολείων και δωμάτια, έχεις κάθε δυνατότητα, και κατ’ εμέ υποχρέωση, να το προσεγγίσεις οπτικά, φροντίζοντας να μην αδυνατίσει. Τέτοια προσπάθεια δεν κατεβλήθη.
Το ασυγχώρητο, όμως, είναι η εκφορά των ποιημάτων. Άχρωμη, άοσμη, άγευστη σε πολλές περιπτώσεις, δεν αναδεικνύει την ποίηση ως τρόπο να αντιληφθείς τον εαυτό σου, τη ζωή, ως τρόπο να προσεγγίσεις μια γυναίκα. Φεύγοντας από την παράσταση, θα έπρεπε, διατείνομαι, να θυμάται κανείς ότι ο Charlie έκανε καμάκι με ποίηση, που δεν είναι ακατανόητα λόγια προς αποστήθιση, αλλά καθημερινά, υπέροχα λόγια που ως την παράσταση δεν είχαμε προσέξει: «ό,τι ομορφότερο του σκοταδιού και του φωτός συναντιέται στο βλέμμα και τη ματιά σου». Επιτυγχάνεται αυτό με μια υστερική περιστροφή και την κοπέλα να ουρλιάζει ζητώντας περισσότερα ποιήματα επειδή «αυτό είναι καλύτερο από το σεξ;».
Την ποίηση μπορείς να την υπερασπιστείς ως κάτι ξένο, αλλά άξιο σεβασμού. Δεν είναι λίγο, αλλά δεν αποδίδει το νόημα του έργου αυτού. Η ποίηση μες στον «Κύκλο των Χαμένων Ποιητών» είναι εφαρμοσμένη τέχνη, γιομάτη απαντήσεις για τα καθημερινά προβλήματα, τα μικρά και μεγάλα διλήμματα, γιομάτη νέα διλήμματα που θα αντικαταστήσουν τα παλαιά, γιομάτη προσέγγιση για τις γυναίκες. Ιδανικά ο ερωτευμένος θα ξεχυθεί μες στα βιβλία της για να απευθύνει στο κορίτσι αυτό που νιώθει μετά την είσοδο του Keating στη ζωή του, πετώντας στα σκουπίδια όλα τα μηνύματα που ως τώρα έστελνε κι όλες τις ερημικές, ψυχαναγκαστικές απαγγελίες στις οποίες, δίχως να κατανοεί το λόγο, υποχρεώθηκε.
Οι ερμηνείες ήταν εν γένει καλές, με κορυφαία αυτή του Τάσου Χαλκιά και αξιοπρεπέστατη αυτή του Άκη Σακελλαρίου, που πατούσε στη σκηνή με σοβαρότητα και αξιοπρέπεια. Ο Αλέξανδρος Τωμαδάκης απέδωσε με μια υφέρπουσα παράνοια το ρόλο του Neil Perry, μια προσέγγιση που εξέλιπε στην αρχική εκδοχή του έργου και που δημιούργησε ενδιαφέρον. O Θοδωρής Θεοδωρακόπουλος είχε τις στιγμές του, με το βλέμμα και τις σιωπές του, αποδίδοντας έναν Knox λιγότερο φλούφλη και πιο γήινο σε σχέση με αυτόν που γνωρίσαμε στο φιλμ, ο Πάνος Ζυγούρος, με την εξαίρεση κάποιων αποτυχημένων τραυλισμών, ήταν πολύ καλός, και κατά περιπτώσεις εξαιρετικός. Ο Σταύρος Τσουμάνης δεν κατάφερε να επαναφέρει το ρόλο του Cameron στη ζωή μας, χωρίς να είναι ξεκάθαρο αν η ευθύνη είναι δική του, του κειμένου ή της σκηνοθεσίας. Πολύ καλή και η Λυδία Στέφου στο ρόλο της Chris, έβαλε τα γυαλιά στην Alexandra Powers, με τη χάρη της, την κίνηση και την άρθρωσή της.
Η παράσταση, είναι σαφές, χρειαζόταν έναν ποιητή στους συντελεστές, να βοηθήσει αμισθί στην ανάδειξη της ποίησης ως οργανικό μέρος της, όχι στην ύπαρξή της σε ένα φόντο που ξεμακραίνει. Εγώ προσφερόμουν, αλλά δε μου το ζήτησαν, ενώ θα έπρεπε.
Την προτείνω εις άπαντες, νέους, γέρους, εφήβους, μεσόκοπους, παιδιά, ανεπιφύλακτα, μη σας ξεγελούν οι προηγούμενες σκέψεις μου: είναι ένα υπέροχο έργο, σε ένα υπέροχο θέατρο, με υπέροχους ηθοποιούς. Απλώς, όταν αγαπάει κανείς πολύ, ενίοτε γίνεται γκρινιάρης.









