Ωρίμανση

Ξεπήδησα από μιά πηγή
Βαθιά στη ρίζα του βουνού

Σταγόνα ενός ορμητικού ποταμού
Το ελάχιστο στο μύριο όλο

Κατρακυλούσα στο άγνωστο
Που μέρα νύχτα γνώριζα

Σταγόνες έτρεχαν ολόγυρα
Σ’ ένα ρεύμα προς τα κάπου

Μια καλημέρα βιαστική
Ίσως και τίποτα
Κάποιους τους ρουφούσε

Ένα ζωντανό να ξεδιψάσει
Ένας πόλεμος

Τη φλόγα του να σβήσει
Τους ανάλωνε η ίδια η ζωή

Να επιβιώσει
Μέχρι που φτάναμε

Σε μια ώριμη εύφορη κοιλάδα
Που ‘φτιαξαν οι πρόγονοι

Με αέναες προσχώσεις
Πριν χαθούμε στη νεκρική σιωπή

Μιας λίμνης
Μιας απέραντης θάλασσας

Ώσπου να φθάσει η ώρα της εξάτμισης
Ν’ ανέβουμε στον ουρανό

Να γίνουμε σύννεφο
Σταγόνα βροχής

Στην ίδια πηγή
Ακολουθώντας τη μνήμη του νερού

Ποτέ δεν ονειρεύτηκα
Την ώριμη εύφορη κοιλάδα

Πριν τη φυγή
Βαστιόμουν πάντα στις όχθες

Ανέβαινα κόντρα στο ρεύμα
Στ’ ανάντη του ποταμού

Με μάγευε η πτώση
Στο κενό του καταρράκτη

Οι μέρες της νιότης

Φυγή

Αν ο τόπος σε πνίγει
Μην τον συνερίζεσαι
Άφησε πίσω τους φράχτες του
Άνοιξε τα φτερά σου
Ισορρόπησε
Ανάμεσα στο γαλάζιο της θάλασσας
Και κείνο του ουρανού
Λευτερώσου
Ανάμεσα στα λευκά αφρισμένα κύματα
Και τα λευκά σύννεφα
Που ζωγραφίζουν τον ουρανό
Κοίταξε ίσια μπροστά
Φύγε, φύγε, φύγε

Θάλασσα

Κολυμπούσα στη θάλασσα
Κι’ η θάλασσα κολυμπούσε μέσα μου
Γαλήνευε τη ψυχή μου
Αρμύριζε το φιλί μου
Κυμάτιζε τον έρωτά μου
Φουρτούνιαζε τον θυμό μου
Έπνιγε τον καημό μου
Ταξίδευε το όνειρό μου
Αγκάλιαζε ολόγυρα το κορμί μου
Απαλά, κάθε του χιλιοστό
Όσο δεν μπόρεσε κανείς να τ’ αγκαλιάσει
Καταδύομαι μέσα της
Μαγεύομαι απ’ τα σωθικά της
Ριγώ στην ομορφιά της
Σμίγει το νερό απ’ το σώμα μου
Με ‘κείνο της θάλασσας
Σαν δυό κορμιά που ερωτεύονται

Άγγελος

Δροσιά γλυκοστάλακτης αυγής
Ταξίδι τ’ ονείρου και της ψυχής
Στην πλάτη δεν έχεις φτερά
Μυριάδες έχεις στην καρδιά
Με ‘κείνα την ευτυχία που σου πρέπει αναζητάς
Πολύχρωμη Πεταλούδα στα λουλούδια τριγυρνάς
Πριν η ψυχή σου τ’ άρωμά τους να χορτάσει
Χέρια κακού τα λουλούδια σου έχουν αρπάξει
Η μεγαλοσύνη της καρδιάς σου έμαθε να συγχωρεί
Αμείλικτη η πύρινη ρομφαία θα στέκει πάντα εκεί