Χέρια

Σαν σπάνια, κινούνται, ζώα πάνω στη Γη
και κείτονται βαθειά στον θαλάσσιο βυθό,
η πέτρα φεγγαρόχρωμη, μεσ’ στο λουλουδιαστό
πτέρωμα σφηνωμένη, σαν πληγή.

Την κίνηση αυτήν φοβάμαι την κρυφή,
σα να κρεμότανε τ’ αγέρι πιασμένο απ’ τα κλαριά,
στις μορφές έτσι, τόσα δάχτυλα λιγοστά
θα δώσουνε στις σκέψεις μου τροφή.

Η θάλασσα χωρίζεται στα δυό, για να την φτάνω
στης κρυστάλλινης νύχτας την σειόμενη περικοκλάδα,
το χέρι, μπροστά απ’ του προσώπου τη χλωμάδα,
τεντωμένο πολύ κι όμως απαλά βυθισμένο.

Αν τα μικρά κόκκαλα τραβούν, αγνοώ,
κι ανακατεύονται, απ’ τη θάλασσα ξεβρασμένα
η στα σύννεφα μέσα τυλιγμένα
ψάχνουν για μουσική και για χορό.

Ξέρω πως όνειρα, χωρίς άρωμα να πλανάται,
σαν, δύσκαμπτα στις αρθρώσεις, δάχτυλα νεκρά
δεν δωρίζουν ξόρκια μυστικά,
π’ αποζητάει ο ζωντανός, όταν κοιμάται.

Νοσταλγία

Τα σπίτια ευχήθηκαν να φτάσουν το φεγγάρι-
ανίκανα ν’ αντέξουν άλλο τις γωνίες, τη στερεότητα,
έπρεπε να λυγίσουν.
Ήμουν ξαπλωμένη στο δωμάτιο κι ένιωσα,
πως τινάζονταν από λαχτάρα,
πως αρρώσταιναν και σείονταν.
Κι ήρθε το φεγγάρι
κι η καρδιά μου μεγάλωσε μαζί του
κι έγινε πιο μόνη.
Τα σπίτια κρατήθηκαν σφιχτά αυτό το βράδυ.
Φίλησα το φεγγάρι κι έβαλα τα κλάματα.

Άνοιξη

Σημύδας λευκάδα στο πόδι,
τοπίο ερωτικό,
γοφοί,
το λουλουδιασμένο της μπαλκόνι,
χορταριασμένο και τρυφερό,
Μαρτιάτικη κούπα ευωδιαστή,
εσύ άντρα,
που αγαπώ.

Τις Νύχτες

Ονειροκεντημένη αδιάλυτη σιωπή
της θαμμένης αφύπνισης,
κάτω απ’ την αστροπανοπλία τ’ ουρανού,
να βυθίζεται
στις παγίδες
του άϋλου χρόνου.

(Για το θάνατο μιας φίλης)

 

Η Henriette Hardenberg, εβραϊκής καταγωγής, υπήρξε μια απ’ τις ελάχιστες γυνακείες παρουσίες στον γερμανικό εξπρεσιονισμό. Συνεργάστηκε με τον Ρίλκε και παντρεύτηκε τον σημαντικό λογοτέχνη και μεταφραστή Άλφρεντ Βόλφενσταϊν. Το 1937 κατέφυγε στην Αγγλία, όπου και παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής της. Λίγο πριν πεθάνει, πρόλαβε να δει το έργο της να επανεκδίδεται και να επανεκτιμάται, σαν ένα από τα σημαντικότερα του εξπρεσιονισμού. Κεντρικά θέματα της ποίησης της, η σχέση του ανθρώπου με το σώμα του και η προσπάθεια να ξεπεραστούν τα όρια του.