Άρχισε να ξύνεται μέσα στη νύχτα, σα να πετάριζαν χίλια κουνούπια πάνω απ’ το δέρμα του, αποχύνοντας χυμούς τσουκνίδας στους πόρους του. Γρήγορα γέμισε πληγές, πόσο να αντέξει το δέρμα την τόση μανία, κι όπως στριφογύριζε στο κρεβάτι, το αίμα του άφηνε ίχνη στο σεντόνι. Όταν ξύπνησε αποκαμωμένος από την ταλαιπωρία, το τσούξιμο και την αιμορραγία, ένιωθε ότι είχε κάνει το σωστό. Πήρε το σεντόνι του και το κρέμασε στο πίνακα ανοικοινώσεων δίπλα από το ψυγείο. Η τέχνη θέλει θυσίες, μουρμούρισε, παρατηρώντας το έργο του γιομάτος περηφάνια. Ήταν το δίχως άλλο αριστούργημα, καμωμένο από αληθινά νύχια και αληθινό πόνο. Κι άνοιξε την πόρτα να βρει πιστούς για να γίνει θεός.
***
Δηλαδή, έλεγε ο θεός στους πιστούς, το λιοντάρι δεν επιλέγει ελεύθερα να μπήξει τα δόντια του στο λαιμό του ζαρκαδιού, η αράχνη δεν επιλέγει ελεύθερα να ρουφήξει τα σπλάχνα του γρύλλου, τα βακτήρια δεν επιλέγουν ελεύθερα να σκοτώσουν τους ανθρώπους; Όχι, έλεγαν οι πιστοί, αυτά είναι ζώα και μικρόβια, δεν επιλέγουν ελεύθερα, ενώ εμείς ελεύθερα επιλέγουμε να μπήξουμε τα δόντια μας στους λαιμούς των άλλων, να ρουφήξουμε με το καλαμάκι τους χυμούς της γης και των συνανθρώπων μας και να σκοτώσουμε όπως κανείς δε σκότωσε πριν από μας, διότι απομακρυνθήκαμε από σένα. Αν είχαμε, όμως, μείνει κοντά σου, δε θα κάναμε τίποτα από όλα αυτά, και θα ζούσαμε ακόμη στον παράδεισο της ελεύθερης βούλησης.
***
Θα κάνω πόλεμο, έλεγε ο πρόεδρος, θα ανέβουν οι τιμές, θα κλείσουν οι στρόφιγγες, θα μετακινηθούν οι πληθυσμοί, θα ευαρεστηθούν οι εχθροί, θα ανασκουμπωθούν οι επιτροπές κεφαλαιαγοράς, νέα συμβόλαια θα υπογραφούν, μετοχές θα αυξομειωθούν, ημιαγωγοί θα λείψουν, μεταχειρισμένα θα πουληθούν καινούρια, μελάνια θα σωθούν καθώς τυπώνονται χαρτιά, καίγονται κορμιά και βάρκες επιπλέουνε στις θάλασσες. Θα κάνω πόλεμο, έλεγε ο πρόεδρος, και θα ’χω φίλους παντού που αγαπούν την πατρίδα μου που δεν είναι πια θηλυπρεπής και βρέφη ολόκληρα ψήνει στα τσουκάλια της.









