Η πιο αινιγματική από τις παλαιολιθικές βραχογραφίες στο σπήλαιο του Λασκώ (Ντορντόν, Γαλλία, περ. 1700 π.Χ.) εικονίζει ένα λογχισμένο βίσονα, έναν άντρα με κεφάλι ή μάσκα πουλιού, πεσμένο καταγής, και ένα πουλί σε βέργα. Πρόκειται για τη μοναδική αφηγηματική σύνθεση ανάμεσα σε περίπου 600 εικόνες με ζώα και σύμβολα, καθώς και 1500 χαρακτικά, που εντοπίστηκαν τυχαία το 1940.
«Το Ψάρι» προέρχεται από την πρώτη ποιητική συλλογή της Αμερικανίδας Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (1911-1979), North and South (1946), που επανεκδόθηκε το 1955 με την προσθήκη 17 ποιημάτων και τιμήθηκε με Πούλιτζερ. Πρόκειται για αφηγηματικό ποίημα, σε ελεύθερο μέτρο και στίχο, που χρησιμοποιεί μεταφορές, παρομοιώσεις και επαναλήψεις, για να εμπλουτίσει ένα απλό συμβάν, το πιάσιμο του ψαριού, με το δέος που κατακλύζει τον άνθρωπο μπροστά στη θέληση για ζωή. Τα αγκίστρια ως συμβολικά μετάλλια ανάγουν την ανθεκτικότητα του ψαριού σε ηρωική πράξη, ενώ τα επίθετα που προσδιορίζουν χρόνο τονίζουν την αιώνια αντιπαλότητα ζωής και θανάτου. Στο ποίημα, η αναπάντεχη κατίσχυση της ζωής φαίνεται να απορρέει μέσα από την καθοριστική επίδραση της ομορφιάς—που συμβολίζεται από τα χρώματα της ίριδας— πάνω στον ανθρώπινο ψυχισμό. Η μεταμορφωτική εμφάνιση του ουράνιου τόξου προοικονομείται μέσα από έντεκα αναφορές σε χρώματα, άμεσα ή έμμεσα συνδεδεμένες με το ψάρι, και αυτός ο συσχετισμός ίσως να υπαινίσσετται μιαν απόκοσμη ικανότητα «διάχυσης» του ψαριού στον φυσικό του περίγυρο. Ήδη από τον πέμπτο και έκτο στίχο εισάγεται η εξωλογική διάσταση τού ποιήματος: το αγκιστρωμένο ψάρι δεν αντιστέκεται καθόλου, σαν να ξέρει ότι αν υπομείνει τον πόνο, για έκτη φορά, τα χρώματα θα πλημμυρίσουν τον κόσμο με ομορφιά και θα του επιτραπεί να ζήσει.
«Το Ψάρι»
Έπιασα ένα τρομερό ψάρι
και το κρατούσα στην πλευρά της βάρκας,
το μισό έξω απ’ το νερό, τ’ αγκίστρι μου
φυτεμένο στο ακρόχειλό του.
Δεν αντιστάθηκε.
Δεν είχε αντισταθεί καθόλου.
Κρεμιόταν απ’ το βάρος τού στεναγμού του,
στραπατσαρισμένο, σεβάσμιο,
ελεεινό. Εδώ κι εκεί,
η καφετιά του πέτσα κρεμιόταν σε λουρίδες
σαν αρχαία ταπετσαρία,
και το μοτίβο με το σκουρότερο καφέ
θύμιζε πράγματι ταπετσαρία:
σχήματα σαν ολάνθιστα ρόδα,
λερωμένα, που χάθηκαν με τον καιρό.
Ήταν κατάστικτο με βαλανόστρακα,
λεπτούς, ασβεστωμένους ρόδακες,
ήταν και μολυσμένο
με μικρές-μικρές άσπρες καλιγίδες·
από κάτω κρέμονταν δύο ή τρία
κουρέλια πράσινα φύκια.
Εισέπνεε απ’ τα βράγχια
απαίσιο οξυγόνο
—τρομακτικά βράγχια,
φρέσκα με αίμα αχνιστό,
βράγχια που σε κόβουν βαθιά—
και πήγε το μυαλό μου στην τραχιά λευκή του σάρκα,
σφιχτοδεμένη σαν τα πούπουλα,
σκέφτηκα κόκαλα και κοκαλάκια,
το δραματικό κόκκινο και το μαύρο
απ’ τα στιπλνά του σωθικά,
τη ροδαλή κύστη αέρα
όμοια με μεγάλη παιωνία.
Το κοίταξα κατάματα,
τα μάτια του πολύ μεγαλύτερα απ’ τα δικά μου
αλλά πιο ξέβαθα, κιτρινισμένα,
οι ίριδες βαθουλωμένες, σκεπασμένες
με γανιασμένο αλουμινόχαρτο
όπως μέσα από φακούς
παλιάς, γδαρμένης ζελατίνας.
Σαν να κουνήθηκαν λίγο, αλλά όχι
για ν’ ανταποδώσουν το βλέμμα μου.
—Ήταν πιο πολύ η ροπή
του πράγματος προς το φως.
Θαύμασα το σκυθρωπό του πρόσωπο,
τον μηχανισμό της σιαγόνας,
ώσπου πρόσεξα
ότι απ’ το κάτω χείλος του
—αν δηλαδή μπορείς να το πεις χείλος—
δυσοίωνo, βρεγμένο κι ετοιμοπόλεμο,
κρέμονταν πέντε κομμάτια πολυκαιρισμένης πετονιάς,
ή μάλλον τέσσερα συν μια παραμάνα
με το στριφτάρι της,
και πέντε αδρά αγκίστρια
φυτρωμένα βαθιά στο στόμα του.
Ένα πράσινο νήμα, ξεφτισμένο στην άκρια,
εκεί που το έκοψε, άλλα δύο πιο παχιά,
και μια λεπτή μαύρη κλωστή
τσακισμένη απ’ το τράβηγμα και την τριβή,
τόσο που κόπηκε στα δυο και γλίτωσε.
Σαν μετάλλια με τις κορδέλες τους,
ξεφτισμένα και τρεμάμενα,
ένα πεντάτριχο υπογένειο σοφίας
κάτω απ’ το πληγιασμένο του σαγόνι.
Έμεινα να κοιτώ, να κοιτώ
και νίκη πλημμύρισε
τη νοικιασμένη βαρκούλα,
απ’ τα σεντινόνερα
όπου τα λάδια είχαν απλώσει ουράνιο τόξο
γύρω απ’ τη σκουριασμένη μηχανή
μέχρι τον πορτοκαλή κουβά,
τα σκαμνάκια που είχε αυλακώσει ο ήλιος,
τους σκαρμούς στους σπάγγους,
τις κουπαστές—ώσπου όλα μα όλα
ήρθαν κι έγιναν ουράνιο τόξο, ουράνιο τόξο πέρα ως πέρα!
Το άφησα να φύγει.
*
![]()
Ντέσμοντ Ήγκαν, 2022.
Η «Μυγαλή» ανήκει στην προτελευταία συλλογή του Ιρλανδού Ντέσμοντ Ήγκαν (γενν. 1934), που εκδόθηκε το 2015 με τίτλο Epic. Η συλλογή είναι χωρισμένη σε τρία μέρη, και η «Μυγαλή» εντάσσεται στο πρώτο μέρος, την «Κρυψώνα», που περιλαμβάνει ποιήματα λυρικής εντοπιότητας. Η ζωηρή απεικόνιση του τοπίου, ευρύτερο χαρακτηριστικό σημαντικών Ιρλανδών ποιητών, αποτελεί διαχρονικό γνώρισμα της ποίησης του Ήγκαν· ενδεικτικά, η πρώτη και η πέμπτη συλλογή του τιτλοφορούνται με γεωγραφικούς όρους (Midland και Athlone?) ενώ, όπως είχε σημειώσει προ πολλού ο μελετητής Μπράιαν Άρκινς (Desmond Egan, A Critical Study, 1992, σ. 29), στον Ήγκαν «το τοπίο των κεντρικών πεδιάδων μεταμορφώνεται μέσα από τη δύναμη της γλώσσας, ώστε να συνιστά μια νέα δημιουργία, έναν καινούριο κόσμο με τη δική του, ξεχωριστή και μοναδική ατμόσφαιρα». Ό,τι συναποτελεί το τοπίο—πουλιά, ζώα, θάμνοι, λουλούδια, λίμνες— λειτουργεί είτε μεταφορικά είτε μεταφυσικά ως συστατικό της ανθρώπινης εμπειρίας· συχνά, μάλιστα, προσωποποιείται, εξανθρωπίζεται. Στη «Μυγαλή», ενώ το έναυσμα του ποιήματος είναι η εισβολή του ακατέργαστου υπαίθριου χώρου στην τακτοποιημένη οικιακή σφαίρα, εκείνο το στοιχείο που ανατρέπει τη στάση του ποιητικού υποκειμένου απέναντι στην «παρείσακτη» είναι η επιδεξιότητα με την οποία η μυγαλή αποσπά το δόλωμα απ’ την παγίδα χωρίς να πιαστεί. Μολονότι η λαχτάρα για ζωή δεν αρκεί για να σώσει τη μυγαλή, ο ποιητής στέκεται με θάμβος μπροστά στη δεξιοσύνη της και θρηνεί τον χαμό της. Το χαντάκι μέσα στο οποίο τοποθετείται το πεθαμένο θηλαστικό παρομοιώνεται με τη ζωή «που καταδέχεται τα πάντα», ίσως σε μια υποσυνείδητη προσπάθεια του ποιητή να συμφιλιώσει, έστω στον θάνατο, ανθρώπους και ζώα.
«Μυγαλή»
Εδώ την είδες καθαρά, εκεί πιο φευγαλέα,
σκιά κάτω απ’ την τηλεόραση.
Τι να την τράβηξε στο σπίτι μες στην κάψα του Αυγούστου;
Από πείνα να μπήκε, απίθανο· μπορεί από περιέργεια.
Ήταν ανάγκη να μας ξεσηκώσει;
Πάλι να στήνω φάκες με δύσοσμο τσένταρ
ν’ αφουγκράζομαι πότε θ’ακουστεί ο αδυσώπητος κρότος
να τις τοποθετώ επιμελώς εδώ κι εκεί
Το άλλο πρωί, η φάκα κοντά στον νεροχύτη
αναποδογυρισμένη· κι άδεια, αν είναι δυνατόν!
Πόσο επιδέξια άγγιξε
για να τραβήξει το τυρί
Μα να, κάτω απ’ τη δεύτερη, μια ουρά,
και με διερευνητική μουσούδα, η μυγαλή.
Σχεδόν χώραγε στην άκρη του δαχτύλου μου,
μαστιγωμένη διαγώνια στην κοιλιά.
Πόνος, πόνος και μυρωδιά θανάτου.
Πόση ζωή ξοδεύτηκε για ένα ψίχουλο!
Ούτε καν οι Κινέζοι μπόρεσαν ν’ αναπλάσουν
τον εγκέφαλο, τα ματάκια, τη σβελτάδα της.
Γιατί να χαλούμε αυτό που ευχαρίστως θ’ αγαπούσαμε;
Κρίμα κι άδικο, μόνο να ζήσει ήθελε.
Τα βάζω με τον εαυτό μου καθώς ελευθερώνω το κορμάκι της
απ’ το βαρύ ελατήριο και το σπρώχνω
έξω στο χαντάκι που,
όπως και η ζωή,
καταδέχεται τα πάντα.
*

Ο Γιάνος Πιλίνσκι (1921-1981) θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Ούγγρους ποιητές του 20ου αιώνα. Ο Τεντ Χιους, που είχε μεταφράσει επίλεκτα ποιήματα του Πιλίνσκι στα αγγλικά (τo 1976, με τη διαμεσολάβηση του Γιάνος Σόκιτς), επεσήμανε τον συμβολισμό του Καθολικισμού στην ποίηση του Πιλίνσκι στο πλαίσιο της φρίκης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σε μεταγενέστερη (1995) αγγλική μετάφραση 72 ποιημάτων του Πιλίνσκι από τα ουγγρικά, ο μεταφραστής Έμερυ Τζορτζ κάνει λόγο για τη λακωνικότητα, την ευθύτητα, τον μινιμαλισμό και τις αιφνίδιες σιωπές του Ούγγρου ποιητή. Στη συλλογή Ρέκβιεμ του 1964, ο Πιλίνσκι ενσωματώνει ζωική εικονοποιία από διαφορετικές προοπτικές, όπως είναι η σύμμειξη ανθρώπου και θηρίου ή οι κτηνώδεις συμπεριφορές. Στο αλληγορικό «Μύθευμα», απόσπασμα από το ποίημα «Ορατόριο Στρατοπέδου Συγκέντρωσης» της συγκεκριμένης συλλογής, ο λύκος διψά για ανθρώπινη συντροφιά· η αποκτήνωση, αντίθετα, είναι έργο ανθρώπων. Ο Θεός και ο λύκος είναι οι μόνοι που διακρίνουν ομορφιά στους ένοικους του σπιτιού· και οι δύο, λοιπόν, παρερμηνεύουν τις προθέσεις των ανθρώπων, αλλά μόνο ο λύκος τιμωρείται.
«Μύθευμα»
Μια φορά κι έναν καιρό
ήταν ένας λύκος μοναξιασμένος,
πιο μοναξιασμένος κι απ’ τους αγγέλους.
Έτυχε να βρεθεί σε ένα χωριό,
κι εκεί ερωτεύτηκε το πρώτο σπίτι που είδε.
Αγάπησε μεμιάς τους τοίχους του,
τα χάδια που είχαν ακουμπήσει πάνω του οι χτίστες.
Μα τo παράθυρo τού έκοψε τη φόρα.
Μέσα στην κάμαρα, κάθονταν κάτι άνθρωποι.
Αν εξαιρέσεις τον Θεό, ποτέ κανείς
δεν τους βρήκε τόσο όμορφους
όσο αυτό το καλοκάγαθο θηρίο.
Περίμενε να νυχτώσει για να μπει.
Σταμάτησε στη μέση της κάμαρας
κι έμεινε εκεί ασάλευτος.
Όλη νύχτα στεκόταν όρθιος, με μάτια διάπλατα,
όρθιος ως το χάραμα που μπήκαν και τον σκότωσαν στο ξύλο.









